ΕΞΗ ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΕ ΘΕΜΑ ΤΙΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΣΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

ΕΞΗ ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΕ ΘΕΜΑ ΤΙΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΣΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ (1):

 

Οίκοι Αξιολόγησης - «θεματοφύλακες» εμπέδωσης του νεοφιλελευθερισμού στην εκπαίδευση

Δημοσιεύτηκε: Παρασκευή, 12 Αύγουστος, 2016

Γιώργος Μαυρογιώργος

Από ένα λιτό όσο κι αμήχανο-σχεδόν “ψιθυριστό”- Δελτίο Τύπου της Βουλής των Ελλήνων, αυτές τις μέρες, πληροφορηθήκαμε ότι ο Πρόεδρος της Βουλής, κ. Νικόλαος Βούτσης, παρέλαβε, από την Πρόεδρο της ΑΔΙΠ κ. Νικολέττα Παϊσίδου, την «‘Έκθεση Ποιότητας» (sic) της Αρχής για το έτος 2015. Από τη συνάντηση δεν έλειψε ο Πρόεδρος της Διαρκούς Επιτροπής Μορφωτικών Υποθέσεων της Βουλής κ. Κωνσταντίνος Γαβρόγλου. Πρόκειται για την όγδοη, κατά σειρά, ετήσια Έκθεση που συντάσσει και υποβάλλει η ΑΔΙΠ, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της, που, σύμφωνα με την επίσημη διακήρυξής της, είναι η   «διασφάλιση υψηλής ποιότητας στην ανώτατη εκπαίδευση»(sic!). Ξέρετε, πρόκειται για πολυσέλιδες εκθέσεις, που με την πάροδο του χρόνου, συχνά, επαναλαμβάνουν πολλά από αυτά που περιλαμβάνονται σε προηγούμενες εκθέσεις. Είναι συνήθως κείμενα που δεν έχουν αναγνώστες ή χρήστες, μια και δεν προσφέρονται για αξιοποίηση. Είναι περισσότερο κείμενα που νομιμοποιούν τη θεσμική υπόσταση και  ύπαρξη του φορέα ή που προωθούν νεοφιλελεύθερες αντιλήψεις και πρακτικές, παρά «δεξαμενές προτάσεων» για χάραξη εκπαιδευτικής πολιτικής. Δεν αποκλείεται, σε ειδικές περιστάσεις, το Υπουργείο Παιδείας να καταφεύγει στις εκθέσεις αυτού του είδους, προκειμένου  να νομιμοποιεί ειλημμένες αποφάσεις.

Η ΘΡΙΑΜΒΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΑΔΙΠ ΚΑΙ Η ΕΠΙΤΗΡΗΣΗ ΤΟΥ ΝΕΟΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟΥ

Έτσι, κάπως, με τους συμβολισμούς παράδοσης-παραλαβής, η συγκεκριμένη Αρχή, που αποτελεί την επίσημη  θεσμική έκφραση της πιο ακραιφνούς νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας για την εκπαιδευτική αξιολόγηση, κερδίζει έδαφος στην υπόθεση εμπέδωσης  «κουλτούρας αξιολόγησης» στην ελληνική εκπαίδευση, για την οποία κόπτεται, χρόνια τώρα, και υπερθεματίζει το νεοφιλελεύθερο υπερεθνικό μονοπωλιακό δίδυμο ΟΟΣΑ-PISA. Από την πλευρά του Υπουργείου Παιδείας δεν διαβάσαμε κάτι αντίστοιχο. Αυτή η σιωπή κάτι  σημαίνει. Είναι βέβαιο ότι η Έκθεση έχει υποβληθεί. Η πρόεδρος της ΑΔΙΠ, πάντως, δεν ανησυχεί, καθώς δηλώνει ότι «είναι δηλωμένη η πρόθεση της παρούσας ηγεσίας του Υπουργείου για συνεργασία με την ΑΔΙΠ, γεγονός στο οποίο προσβλέπουμε» (esos.gr,3.8.2016).

Είχαμε μακροχρόνιους αγώνες και «επεισόδια» πάλης εκπαιδευτικών, φοιτητών και πανεπιστημιακών που πολιτικοιδεολογικά συντάσσονταν με τις κομματικές θέσεις του ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΎ/ΣΥΡΙΖΑ και άλλων αριστερών δυνάμεων, ενάντια στις διάφορες μορφές «ολοκληρωτικής αξιολόγησης» που επιχειρήθηκε, με την κυρίαρχη ιδεολογική καμπάνια Διακήρυξης της Μπολώνιας (1999 και ύστερα), σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης. Φαίνεται πως όλα αυτά έχουν ξεθωριάσει ή έχουν ξεπλυθεί στο πλυντήριο άσκησης μιας εκπαιδευτικής πολιτικής σε καθεστώς μνημονιακών δεσμεύσεων για την αποπληρωμή ενός «μη βιώσιμου» χρέους. Ο «αριστερός», αυτή τη φορά, πρόεδρος της Βουλής, λόγω αρμοδιότητας, επισφράγισε με τον πιο επίσημο-αν και υποτονικό-τρόπο την πολιτική επιλογή που έχει κάνει η κυβέρνηση ώστε να κλείσει ένα υπερδεκαετή κύκλο αγώνων ενάντια στις πιο ακραιφνείς και άθλιες  νεοφιλελεύθερες πολιτικές επιλογές για την καθιέρωση αγοραίων στρατηγικών, αντιλήψεων, πρακτικών, κριτηρίων και διαδικασιών στην οργάνωση και τη λειτουργία των ελληνικών ΑΕΙ και ΤΕΙ.

Στην επίσημη ιστοσελίδα της ΑΔΙΠ, με όρους αυτάρεσκης και μιας αστόχαστης αυτοαναφοράς, διαβάζουμε ότι «H Αρχή Διασφάλισης και Πιστοποίησης της Ποιότητας στην Ανώτατη Εκπαίδευση (ΑΔΙΠ) άρχισε να λειτουργεί το 2006 ως θεματοφύλακας για θέματα ποιότητας της Ανώτατης Εκπαίδευσης»! Ακριβώς: «Θεματοφύλακας»! Πέρα από την καταχρηστική χρήση του όρου, είναι προφανής η πολιτική βαρύτητα που αποδίδουν οι συντάκτες και συντελεστές στις αρμοδιότητες του φορέα που εκπροσωπούν.  Είναι αλήθεια ότι αναλαμβάνει το βάρος δύσκολων αποστολών, όπως π.χ. ότι «εγγυάται τη διαφάνεια των διαδικασιών αξιολόγησης»! Δε μπορούμε να μη σημειώσουμε, βέβαια, την ανακρίβεια για το χρόνο έναρξης  του έργου της. Δεν ήταν το 2006! Τότε είχε ψηφιστεί ο νόμος (2005). Από την ψήφιση μέχρι την πλήρη εφαρμογή του χρειάστηκαν δέκα ολόκληρα χρόνια. Κι αυτό είναι ένα χρήσιμο και κρίσιμο κρατούμενο και να μη το διαγράφουμε: οι νόμοι δεν εφαρμόζονται όταν η κοινωνική δυναμική δεν το επιτρέπει. Η ΑΔΙΠ δεινοπάθησε, μαζί με τους ευαγγελιστές της, πολιτικούς και πανεπιστημιακούς, για να μπορούν να πανηγυρίζουν το 2016 ότι ολοκληρώθηκαν οι εσωτερικές και εξωτερικές αξιολογήσεις των 397 ακαδημαϊκών μονάδων/τμημάτων (2014), οι εξωτερικές αξιολογήσεις των ιδρυμάτων(2016) και η εσωτερική και εξωτερική αξιολόγηση –πιστοποίηση της ίδιας της ΑΔΙΠ από την European Association for Quality Assurance in Higher Education (ENQA)(2015).

Αν και μας προβλημάτισε η προειδοποίηση της Αρχής ότι «Απαγορεύεται η έντυπη ή ηλεκτρονική αναδημοσίευση του περιεχομένου της Έκθεσης χωρίς την έγγραφη άδεια της ΑΔΙΠ», εμείς θα ακολουθήσουμε την ακαδημαϊκή δεοντολογία, με σχετικές βιβλιογραφικές παραπομπές στις πηγές μας.  Έτσι, στη σχετική Έκθεση εσωτερικής αξιολόγησης που η ίδια η  ΑΔΙΠ (HQA,2014:16) υπέβαλε για τη διεκδίκηση της πιστοποίησής της  σημειώνεται ότι η Αρχή «στην πρώτη της φάση  συνάντησε αρνητικές αντιδράσεις από μέρους μελών της πανεπιστημιακής κοινότητας, με συνέπεια να χρειαστεί να καταβάλει ιδιαίτερη προσπάθεια για την αναστροφή του αρνητικού κλίματος, επιδιώκοντας συνεργασία με ακαδημαϊκά ιδρύματα και δημιουργώντας ένα θετικό κλίμα εμπιστοσύνης». Γίνεται αναφορά στις αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις (2007,2009 και δυο φορές το 2012) για να εξηγηθεί η μεγάλη καθυστέρηση που είχε σημειωθεί και στα ζητήματα δυσλειτουργίας που αντιμετώπιζε η ΑΔΙΠ, ώσπου, να ολοκληρωθούν οι εξωτερικές αξιολογήσεις όλων των ακαδημαϊκών τμημάτων. Σε ένα χρόνο, την περίοδο 2013-2014, ολοκληρώθηκε η εξωτερική αξιολόγηση του 52% του συνόλου των τμημάτων! Πρόκειται για μια θριαμβευτική και κατά κράτος θεσμική επιβολή των αρχών και διαδικασιών της  ΑΔΙΠ που προετοιμάστηκε την περίοδο διακυβέρνησης ΝΔ/ΠΑΣΟΚ/ΔΗΜΑΡ. Να σημειώσουμε ότι το Υπουργείο Παιδείας, τότε, χρειάστηκε να νομοθετήσει την απειλή (!) ότι το πανεπιστήμιο που δε θα συμμορφωνόταν προς τις οδηγίες της ΑΔΙΠ για την αξιολόγησή του, θα είχε ως συνέπεια την περικοπή/αναστολή της χρηματοδότησης! Τελικά, και δραστικές περικοπές χρηματοδότησης είχαμε με τα μνημόνια και οι αξιολογήσεις ολοκληρώθηκαν. Έτσι, συντελέστηκε η μεγάλη υποχώρηση και  ήττα στο πεδίο  αντίστασης στις πολιτικές προώθησης της αγοράς στην εκπαίδευση. Τώρα, μάλιστα! Διαθέτουμε αναγνωρισμένο και πιστοποιημένο «θεματοφύλακα της ποιότητας»!, από ευρωπαϊκό υπερεθνικό «υπερόργανο», την ENQA!

Έτσι εξηγείται η θριαμβολογία της ΑΔΙΠ(2016:119), σύμφωνα με την οποία, «Σημαντικό επίτευγμα, κατά τη διάρκεια του έτους 2015, αποτέλεσε η ανακήρυξη της Αρχής σε πλήρες μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης Διασφάλισης της Ποιότητας στην Ανώτατη Εκπαίδευση (European Association for Quality Assurance in Higher Education- ENQA),  Η επιτυχία αυτή ισχυροποιεί τη θέση της ΑΔΙΠ τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο και προσφέρει πολλαπλά οφέλη τόσο στην Αρχή όσο και στα Ιδρύματα Ανώτατης Εκπαίδευσης της χώρας μας. Η ENQA ως το ευρωπαϊκό συντονιστικό όργανο πιστοποίησης έχει ως βασική αποστολή τον καθορισμό κριτηρίων, οδηγιών και προτύπων για τη Διασφάλιση της Ποιότητας (European Standards and Guidelines - ESG) στον Ευρωπαϊκό Χώρο Ανώτατης Εκπαίδευσης (ΕΧΑΕ)». Δεν κρύβει τα λόγια της η ΑΔΙΠ. Αποδέχεται την ένταξή της σε ένα όργανο που «ορίζει τα κριτήρια, τις οδηγίες και τα πρότυπα ποιότητας», με δεσμεύσεις για  ανταπόκριση και εκπλήρωση των  όρων συμμόρφωσης, ομοιοτροπίας, εναρμόνισης ενιαιοποίησης και τυποποίησης. Κι όλα αυτά με προσυπογραφή των βασικών νεοφιλελεύθερων επιλογών: της πιστοποίησης, της μέτρησης, της αντικειμενικότητας, της ουδετερότητας, της συναίνεσης και της κοινής αποδοχής, της ανταγωνιστικότητας, της αποδοτικότητας, της αποτελεσματικότητας, της εξοικονόμησης και αναζήτησης πόρων, της μείωσης των δαπανών, της προτυποποίησης, στο πλαίσιο μιας διαρκούς και πολυεπίπεδης αξιολόγησης.

Η ΑΔΙΠ, παρά τις δύστροπες συνθήκες, όπως διαβάζουμε στην ιστοσελίδα της, εμμένει στην εξασφάλιση της πιστοποίησης του «ενιαίου»! Οι συντελεστές του έργου της ΑΔΙΠ είναι κατηγορηματικοί: «Στόχος είναι η διαμόρφωση ενιαίου πλαισίου Διασφάλισης Ποιότητας εκπαίδευσης και έρευνας στα ΑΕΙ σε εθνικό αλλά και σε διεθνές επίπεδο, με γνώμονα το εθνικό συμφέρον αλλά και την περαιτέρω ανάπτυξη και συνεχή βελτίωση του Ευρωπαϊκού Χώρου Ανώτατης Εκπαίδευσης (ΕΧΑΕ). Ειδικότερα, στην αρμοδιότητα της ΑΔΙΠ ανατέθηκε η διαμόρφωση, οργάνωση, συμπλήρωση, εξειδίκευση και τυποποίηση τόσο των αρχών, κριτηρίων και δεικτών όσο και της μεθοδολογίας και των διαδικασιών πιστοποίησης στο παραπάνω πλαίσιο…Η ΑΔΙΠ είναι διοικητικά αυτόνομη, εποπτεύεται από τον Υπουργό Παιδείας και είναι υπεύθυνη σε κεντρικό επίπεδο για τη διασφάλιση της ποιότητας στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. με βάση αντικειμενικά κριτήρια και δείκτες κοινής συναίνεσης και γενικής αποδοχής». Κι αλλού: «Με τον όρο Διασφάλιση της Ποιότητας (ΔΠ) νοείται η συστηματική, δομημένη και συνεχής προσήλωση στην ποιότητα. Προϋποθέτει την οργάνωση ενός εσωτερικού συστήματος αρχών, κριτηρίων, και κανονισμών, η άρτια λειτουργία του οποίου πιστοποιείται με περιοδικές διαδικασίες εσωτερικής και εξωτερικής αξιολόγησης».

Για το «μέγα επίτευγμα της  πιστοποίησης» της ΑΔΙΠ εκ μέρους της ENQA έπρεπε,  στην Έκθεση εσωτερικής της αξιολόγησης, Η ΑΔΙΠ να κάνει ολοκληρωμένη, πειστική και «αναλυτική παρουσίαση της υιοθέτησης των αρχών και των κατευθυντήριων οδηγιών των Ευρωπαϊκών Προτύπων και Κατευθύνσεων (ESG)». Αυτά είναι κείμενα της ΑΔΙΠ. Ακριβώς! Όπως μας ενημερώνει η ΑΔΙΠ στην Έκθεση 2015(ΑΔΙΠ,2016: 120), «Η Επιτροπή της ENQA συνέταξε την Έκθεση Εξωτερικής Αξιολόγησης της ΑΔΙΠ…(και) στο μεγαλύτερο μέρος της έκθεσης παρουσιάζεται αναλυτικά ο βαθμός συμμόρφωσης της Αρχής σε καθένα από τα κριτήρια της ENQA (ESG) και επισημαίνονται τόσο οι καλές πρακτικές όσο και τα σημεία που χρήζουν βελτίωσης για την αποτελεσματικότερη λειτουργία της Αρχής».

Με αυτή τη σαφή και κατηγορηματική συμμορφωτική προσήλωση της ΑΔΙΠ στις αρχές και τα κριτήρια ENQA (ESG), τα ΑΕΙ και ΤΕΙ της χώρας έχουν υπαχθεί σε ένα «πανοπτικό» συγκριτικής και κάθετης ευρωπαϊκής επιτήρησης που ξεκινάει από τη ΜΟΔΙΠ και μέσω της ΑΔΙΠ φτάνει στην ENQA. Όπως αντιλαμβάνεστε, τα πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ έχουν εμπλακεί σε ένα δίκτυο σχέσεων, κριτηρίων και διαδικασιών που υπαγορεύονται από πρότυπες, ενιαίες και τυποποιημένες αλληλένδετες αξιολογήσεις-εσωτερικές/εξωτερικές-στις οποίες υπόκεινται όλοι οι εμπλεκόμενοι φορείς. Από αυτή την άποψη, δεν υπάρχει δυνατότητα ουσιαστικής «εσωτερικής αξιολόγησης»(:η περίφημη «αυτοαξιολόγηση¨), καθώς αυτή υποτάσσεται στα κριτήρια και στα πρότυπα της εξωτερικής/ιεραρχικής  αξιολόγησης. Ακόμα και η εξωτερική αξιολόγηση που γίνεται, υποτίθεται, από ομάδα «εμπειρογνωμόνων» συντελείται «σύμφωνα με το πρότυπο σχήμα της έκθεσης εξωτερικής αξιολόγησης Ιδρύματος…σε είκοσι επτά πεδία-τομείς της λειτουργίας του. Κάθε πεδίο περιλάμβανε μια κλίμακα τεσσάρων επιπέδων αξιολόγησης, σύμφωνα με τα πρότυπα αξιολόγησης που ακολουθεί η ENQA, ως εξής: «Αρνητική Αξιολόγηση, Μερικώς Θετική Αξιολόγηση, Θετική Αξιολόγηση, Άξιο θετικής μνείας» (ΑΔΙΠ.2016:90)! Κατά τα άλλα, υπάρχει «ανεξαρτησία του εμπειρογνώμονα» που συμμορφώνεται! Τα ίδια, ως ένα βαθμό, τηρουμένων των αναλογιών, ισχύουν και για άλλες δύο αντίστοιχες Αρχές Διασφάλισης της Ποιότητας στην Εκπαίδευση.

Χάρη στη σθεναρή αντίσταση των εκπαιδευτικών πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, με τη συνδρομή (τότε: μέχρι το 2015) και πολιτικών δυνάμεων που σήμερα ασκούν τη διακυβέρνηση της χώρας, καθυστέρησε η ολοκλήρωση των διαδικασιών για την εμπέδωση της άλλης «δίδυμης αδελφής» (ΑΔΙΠΠΔΕ), για τις δύο άλλες βαθμίδες της εκπαίδευσης. Αυτή καθιερώθηκε, μόλις το 2015,με νόμο και επιχειρήθηκε να συνδεθεί με την παράλληλη και συνδυασμένη επίθεση για την επιβολή της πιο «ολοκληρωτικής», αυταρχικής και κατασταλτικής αξιολόγησης, μετά τη μεταπολίτευση. Η δεύτερη αυτή Αρχή δεν «ακούγεται», τελευταία, εκτός αν δρα αθόρυβα και προετοιμάζει νέο υλικό και νέα «αριστερή» επίθεση. Η μόνη επίσημη σχετική δήλωση που έγινε από την πλευρά της σημερινής ηγεσίας του Υπουργείου Παιδείας είναι ότι στις εργασίες της ΑΔΙΠΠΔΕ «συμμετέχει ex officio o Πρόεδρος του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής». Υπάρχει κάποιος που να γνωρίζει εάν η ΑΔΙΠΠΔΕ, εξακολουθεί να λειτουργεί, και μάλιστα, με πρόεδρο τον πασίγνωστο στους υποψήφιους των διαγωνισμών του ΑΣΕΠ εκπαιδευτικούς, τον Ηλ. Ματσαγγούρα; Τι εξυπηρετεί, άραγε, η συμμετοχή του ΙΕΠ, παρεκτός τη συμβολική νομιμοποίηση ενός φορέα που επέδειξε υπερβάλλοντα ζήλο στην υπόθεση επιβολής μιας «ολοκληρωτικής αξιολόγησης» στην εκπαίδευση; Ό τι και να συμβαίνει, η μεγάλη καθυστέρηση που έχει σημειωθεί με την ΑΔΙΠΠΔΕ πιστώνεται στη μαχητική  άρνηση των εκπαιδευτικών να δεχτούν τη διείσδυση αντιλήψεων πρακτικών της αγοράς στην εκπαίδευση, με όχημα την αξιολόγηση. Διαθέτουμε και μια ανάλογη Αρχή και για την επαγγελματική εκπαίδευση, τον ΕΟΠΠΕΠ, και έτσι έχουμε βραχυκυκλώσει και τα τρία επίπεδα εκπαίδευσης, με τρεις «Ανεξάρτητες» Αρχές Διασφάλισης Ποιότητας  και Πιστοποίησης! Τώρα, μπορούμε να κοιμόμαστε ήσυχοι καθώς τρεις νομοθετημένοι «θεματοφύλακες» εργάζονται πυρετωδώς και κάτω από αντίξοες συνθήκες (συγχωνεύσεις, περικοπές, δραματικές αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις, απολύσεις, έλλειψη προσωπικού και υποδομών,  μνημονιακές δεσμεύσεις) για να διασφαλίζουν την ποιότητα της εκπαίδευσης, μέσα σε καθεστώς πολιτικών διαχείρισης ενός μη βρώσιμου χρέους!

ΕΙΝΑΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ;

Εκείνο που, βέβαια,  θα χρειαστεί να διευκρινίσουμε εδώ  είναι ότι η προβαλλόμενη ανεξαρτησία  των τριών αυτών Αρχών είναι ένας ανέξοδος και άκρως αστείος ευφημισμός.  Την παραπάνω εκδοχή υποστήριξε στη Βουλή και η Αναπληρώτρια υπουργός Παιδείας Σία Αναγνωστοπούλου, απαντώντας σε σχετική ερώτηση του Βουλευτή Γ. Μαυρωτά. Η κ. Αναγνωστοπούλου σημείωσε πως η ΑΔΙΠ απολαμβάνει ανεξαρτησίας στην εκπλήρωση της αποστολής της για τη διασφάλιση υψηλής ποιότητας στην Ανώτατη Εκπαίδευση. Είναι, ωστόσο, σαφές, ότι  η σύλληψη, ο σχεδιασμός και η λειτουργία τους συνδέονται με την προώθηση των θεμελιωδών  αρχών του νεοφιλελευθερισμού στην συγκρότηση και την οικοδόμηση  του λεγόμενου Ευρωπαϊκού Χώρου Ανώτατης Εκπαίδευσης (ΕΧΑΕ). Ένας φορέας που καθορίζεται ασφυκτικά από τις θεμελιακές αρχές του νεοφιλελευθερισμού δεν είναι «θεματοφύλακας» της ποιότητας και της ανεξαρτησίας του ή των ιδρυμάτων που εκπροσωπεί. Αναρωτιέμαι πόσο «ανεξάρτητη» μπορεί να είναι μια  «Αρχή» που στον πυρήνα της σύλληψής της και της αποστολής της εμπεριέχει τα νεοφιλελεύθερα προτάγματα της ποσοτικής μέτρησης και αξιολόγησης, της αποδοτικότητας και της αποτελεσματικότητας, της γραφειοκρατικής λογοδοσίας, της ιεραρχικής κατάταξης και ιεράρχησης, του ανταγωνισμού, της ποιότητας, του τεχνοκρατισμού, του κοινωνικού ελέγχου και της ιδιωτικοποίησης του κόστους της δημόσιας εκπαίδευσης, παρακάμπτοντας τυφλά τον ταξικό χαρακτήρα της εκπαίδευσης και το πρόταγμα για δημόσια και δωρεάν παιδεία.  Στην περίπτωση των Αρχών αυτών, δε θα μπορούσε να υπάρξει πιο ανεκδοτολογικός ευφημισμός από τη θεσμική συμβίωση νεοφιλελευθερισμού και «ανεξαρτησίας»

Πέρα από αυτό, η ΑΔΙΠ  διακηρύσσει αυστηρή και πιστή προσήλωση στις αρχές, τα κριτήρια, τα πρότυπα και τις διαδικασίες που σχεδιάζονται και αποφασίζονται από το υπερόργανο της ENQA. Αυτό την καθιστά βαθύτατα εξαρτημένη από τους κριτές/εμπειρογνώμονες αυτού του οργάνου που ενεργούν  και την πιστοποίησή της. Πέρα, βέβαια, από αυτές τις εξαρτήσεις υπάρχουν και άλλες, όπως η σύνθεση των οργάνων της, η υπαγωγή στο Υπουργείο Παιδείας, η χρηματοδότησή, η στελέχωσή της και η συγκρότησή της. Είναι σαφές ότι η συστηματική αναφορά στις λεγόμενες Ανεξάρτητες Αρχές Διασφάλισης Ποιότητας στην εκπαίδευση(και αλλού) καταντά ένας ανέξοδος και γραφικός ευφημισμός που βοηθάει στην ευκολότερη διείσδυση του νεοφιλελεύθερου αφηγήματος για τις «νέες αγορές» εκπαιδευτικών υπηρεσιών που ετοιμάζονται. Φαίνεται ότι η ΑΔΙΠ έχει δικούς της λειτουργικούς ορισμούς «ανεξαρτησίας», καθώς εγγύηση  ανεξαρτησίας θεωρεί την αξιοποίηση, στην πρώτη φάση εφαρμογής του θεσμού, εμπειρογνωμόνων που προέρχονται αποκλειστικά  από πανεπιστημιακούς καθηγητές ή ερευνητές του εξωτερικού. Η γοητεία που ασκεί το «εξωτερικό»  εγγυάται ανεξαρτησία και για ποιους. Ποια ποιότητα, άραγε, υπαγορεύει τόσο μα τόσο απλοϊκές διακηρύξεις και πρακτικές! Βέβαια, η ΑΔΙΠ αρέσκεται στην προβολή και άλλων ευφημισμών που προσφέρονται για τη συγκάλυψη αυτών που διακυβεύονται με την καθιέρωσής της. Βασικοί ευφημισμοί στο παιγνίδι των εύκολων εντυπωσιασμών είναι η ποιότητα, η αντικειμενικότητα, η διαφάνεια, η εμπειρογνωμοσύνη. Πρόκειται, προφανώς, για εξαιρετικούς ισχυρισμούς που δεν έχουν  πραγματολογική βάση.

Κάτω από αυτές τις εξελίξεις και συνθήκες, προκαλεί ιδιαίτερη κατάπληξη η μεγάλη ευκολία με την οποία οι εκπρόσωποι των ΑΕΙ στις Συνόδους των Πρυτάνεων ή των Προέδρων των ΤΕΙ, οι επιμέρους πρυτανικές αρχές, τα επιμέρους Τμήματα και σχολές έχουν συνεργήσει στην οικοδόμηση αυτού «πανοπτικού» που επιτηρεί τη διείσδυση του νεοφιλελευθερισμού και την εμπέδωση των αντιλήψεων και των πρακτικών της αγοράς στην εκπαίδευση, σε μια περίοδο κρίσης χρέους και μνημονίων, όπου διακυβεύονται ζωτικές λειτουργίες των ακαδημαϊκών ιδρυμάτων. Η ΑΔΙΠ έχει προχωρήσει ακόμη και στη σύνταξη πρότυπων περιγραμμάτων για τα μαθήματα των πανεπιστημιακών και παρακινεί τους πανεπιστημιακούς στην υιοθέτηση των επιμέρους κριτηρίων που θέτει το πρότυπο περίγραμμα! Σύμφωνα με συνέντευξη  στην ιστοσελίδα esog.gr (3.8.2016), η κ. πρόεδρος φέρεται να ισχυρίζεται ότι στην επόμενη φάση «της πιστοποίησης των προγραμμάτων σπουδών, η οποία αναμένεται να αρχίσει άμεσα, η μη συμμόρφωση στα κριτήρια ποιότητας μπορεί να καταλήγει σε πιστοποίηση υπό όρους ή ακόμη και αρνητική απόφαση για πιστοποίηση»! Μετά από όλα αυτά,  αυτή η ενεργός συμμετοχή-απόσυρση ή σιωπή- πανεπιστημιακών που ανταποκρίθηκαν τυπολατρικά σ αυτό το «χαρτομάνι» των διαδοχικών αξιολογήσεων νεοφιλελεύθερης σύλληψης, τι προοιωνίζει, άραγε, για τις εξελίξεις που έρχονται, με το πρόσχημα  «καθιέρωσης και διάδοσης κουλτούρας ποιότητας στην Ανώτατη Εκπαίδευση»;

Σε επόμενη συνέχεια θα ασχοληθούμε με τις ενδείξεις που διαθέτουμε για τα «έργα και τις ημέρες» της ΑΔΙΠ. Με άλλα λόγια, θα ασχοληθούμε με ορισμένα ενδεικτικά από τα «πεπραγμένα» της, που επικυρώνουν τις εκτιμήσεις που έχουμε διατυπώσει σε αυτή την ανάλυση.  Η στρατηγική που διαβλέπουμε, με όλα αυτά που γίνονται, είναι οι «Ανεξάρτητες» αυτές Αρχές, εάν και όταν καθιερωθούν και εμπεδωθούν, με το σύνολο των υποδομών τους και τη σχετική τεχνογνωσία που θα έχουν αναπτύξει, θα αποτελέσουν περιζήτητο πεδίο  για την αγορά και την ιδιωτικοποίηση των αξιολογικών υπηρεσιών, όπως και οι Οίκοι Αξιολόγησης στην χρηματοπιστωτική αγορά. Ήδη η εγγραφή πανεπιστημιακών στα διάφορα «μητρώα αξιολογητών» ασκεί ιδιαίτερη γοητεία.

Πάντως, ο τι έχουμε υποστηρίξει στο κείμενο αυτό έρχονται να επιβεβαιώσουν σχετικά πρόσφατες  αναλύσεις μας  αναφορικά με τους «Οίκους Αξιολόγησης στην Εκπαίδευση και το “Αόρατο Χέρι” της Αοράς»(2015). Το βιβλίο δεν “περπάτησε”. Ας μου επιτραπεί, γι αυτό το λόγο, να παραθέσω ένα αρκετά εκτενές απόσπασμα, σχετικό με το θέμα μας. Δεν πρόκειται για συνήθη προδημοσίευση αλλά για μετα-δημοσίευση. Κάποιος μπορεί να το πει κι «αντιγραφή».

Έγραφα, λοιπόν:

«ΑΝΑΔΥΟΜΕΝΟΙ ΟΙΚΟΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ»

«Καθώς παρακολουθούμε, αμήχανοι πολλές φορές, τις ειδήσεις και τις ανα-λύσεις για την παγκόσμια καπιταλιστική οικονομική κρίση, συχνά ακούμε για διεθνείς οίκους αξιολόγησης και τις παρεμβάσεις τους στις οικονομικές εξελίξεις. Κατατάσσουν –αναβαθμίζουν ή υποβαθμίζουν– τις οικονομίες των χωρών, τις τράπεζες και άλλους οικονομικούς οργανισμούς, ως προς τη χρηματοπιστωτική τους ικανότητα και τη βιωσιμότητα επενδύσεων και χρεών. Χρησιμοποιούν και κλίμακες, με συνδυασμούς γραμμάτων της αλφαβήτου και μαθηματικών συμβόλων (+, –), κάτι σαν τα γράμματα (Α.Β.Γ.Δ.) ή τα αστεράκια που χρησιμοποιούμε συχνά στα σχολεία για να αποτυπώσουμε την πρόοδο των μαθητών!

Παραθέτουμε χαρακτηριστικό δείγμα ρεπορτάζ στον τύπο, για να διαπιστώσουμε τους τρόπους παρέμβασης που κάνουν: «Στο παιγνίδι των πιέσεων και οι οίκοι αξιολόγησης: Σφίγγουν τον κλοιό των διεθνών πιέσεων απέναντι στην Ελλάδα οι οίκοι αξιολόγησης, με τον Standard & Poor’s να υποβαθμίζουν την πιστοληπτική ικανότητα της χώρας μας από το Β σε B–. Ταυτόχρονα, ο οίκος Standard & Poor’s διατήρησε την αρνητική προοπτική (credit watch negative) για την Ελλάδα, υποδηλώνοντας ότι ενδέχεται να προχωρήσει και σε νέα κίνηση. Ο οίκος αιτιολόγησε την απόφασή του, κάνοντας λόγο για «περιορισμούς στη ρευστότητα» και για «το γεγονός πως έχουν στενέψει τα χρονικά περιθώρια», στη διάρκεια των οποίων πρέπει να γίνει συμφωνία με τους πιστωτές για ένα πρόγραμμα χρηματοδότησης. «Τα περιορισμένα ‘μαξιλάρια’ ρευστότητας που έχει η κυβέρνηση, ενώ πλησιάζουν οι ημερομηνίες που πρέπει να εξοφληθούν τα χρέη της χώρας, περιορίζουν την ευελιξία στη διαπραγμάτευση», αναφέρει ο οίκος. Και συμπληρώνει: «Η παρατεταμένη διαπραγμάτευση με τους πιστωτές μπορεί να οδηγήσει σε περαιτέρω πιέσεις της οικονο-μικής σταθερότητας της χώρας, με τη μορφή της απόσυρσης των τραπεζικών καταθέσεων» (Εφημερίδα των Συντακτών, 6.2.2012).

Οι διεθνείς οίκοι αξιολόγησης: οι σύμβουλοι της «κόλασης»

Η ιστορία των οίκων αξιολόγησης συμπληρώνει εκατό περίπου χρόνια και έχει ενδιαφέρον. Ξεκίνησαν ως σύμβουλοι επιχειρήσεων σε θέματα επένδυσης και αγορών. Η εμφάνιση της πρώτης εταιρείας αξιολόγησης «πιστωτικών κινδύνων» (με ιδρυτή τον J. Moody) συνδέεται με την αναζήτηση επενδυτών που θα αναλάμβαναν τη χρηματοδότηση εταιριών για την ανάπτυξη του σιδηροδρομικού δικτύου των ΗΠΑ στις αρχές του 20ου αιώνα. Μέσα σε λίγα χρόνια (από το 1909-1924) εμφανίστηκαν τρεις «διάσημοι», σήμερα, οίκοι αξιολόγη-σης που συγκροτούν μια μορφή ολιγοπωλίου συμβουλευτικών υπηρεσιών α-γοράς. Αναφέρονται ως το «trio inferno» (το τρίο-κόλαση) που, σύμφωνα με υπολογισμούς, ελέγχουν το 95% της αγοράς των σχετικών υπηρεσιών. Πολύ σύντομα από σύμβουλοι εξελίχθηκαν σε οίκους αξιολόγησης με τεράστια επιρροή και οικονομική εξουσία.

Οι «οίκοι αξιολόγησης» έχουν αποκτήσει τεράστια επιρροή σε μια εποχή που κυριαρχούν οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές «κατασκευής χρεών» (ιδιωτικών ή δημόσιων), οι οποίες εγκαθιδρύουν σχέσεις εξουσίας ανάμεσα στου πιστωτές και τους οφειλέτες. Η αξιολόγηση «έχει τις ρίζες της στο χρέος»  και είναι μια νέα «ορθοδοξία» και μεθοδολογία διακυβέρνησης στην οποία υπάγονται όλοι οι οργανισμοί, θεσμοί και επιχειρήσεις. Βέβαια, το χρέος είναι κάτι πολύ περισσότερο από μια μονοσήμαντη σχέση εξουσίας. Όπως υποστηρίζεται, «λειτουργεί ταυτόχρονα σαν μηχανή αρπαγής, ’λεηλασίας’ ή ‘αφαίμαξης’ της κοινωνίας στο σύνολό της, σαν εργαλείο μακροιοικονομικής διαχείρισης και κα-θοδήγησης και σαν μηχανισμός αναδιανομής των εισοδημάτων. Λειτουργεί, επίσης, σαν μηχανισμός παραγωγής και ‘διακυβέρνησης’ συλλογικών και ατομικών υποκειμένων» (Lazzarato, M., 2014: 53-54).

Αυτό το τελευταίο είναι ιδιαίτερα σημαντικό. Αν μιλήσουμε για τη χώρα μας, θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι, μέσα από τις σχέσεις εξουσίας στις οποίες μας έχει  βάλει το χρέος, είμαστε εκτεθειμένοι σε διεργασίες κατασκευής «χρεωμένων συλλογικών και ατομικών υποκειμένων», με προεκτάσεις στον τρόπο που εκφραζόμαστε στις κοινωνικές μας σχέσεις. Το «όλοι μαζί τα φάγαμε»  αποτελεί την εξουσιαστική ετυμηγορία ενοχής και ευθύνης για την κρίση χρέους. Ακόμη και τα μωρά στην Ελλάδα γεννιούνται υπερχρεωμένα. Αυτό έχει σοβαρές επιπτώσεις στην εκπαίδευση: οι κοινωνικές σχέσεις που δημιουργούνται στις αίθουσες διδασκαλίας, αλλά και έξω από αυτές, είναι σχέσεις ανάμεσα σε χρεωμένους δασκάλους, χρεωμένους  μαθητές και χρεωμένους γονείς που βρίσκονται υπό την επιτήρηση των πιστωτών, δεσμευμένοι με την υπόσχεση της αποπληρωμής! Το χρέος μας έχει κάνει χρεωμένους πολίτες. Οι οίκοι αξιολόγησης έχουν ιδιαίτερη σχέση με την έκρηξη του χρέους, την αξιοποίησή του, τη διαχείρισή του, την αποπληρωμή του. Ουσιαστικά, καταρτίζουν σχέδια «διάσωσης» αλλά και «ξεπουλήματος» Στην περίπτωση της Ελλάδας συνδέονται άμεσα με τις πολιτικές των μνημονίων. Παρακολουθούν στενά και τις διαδικασίες υλοποίησης και τους δείκτες ροών αποπληρωμής τους, για να αναβαθμίζουν ή να υποβαθμίζουν την πιστοληπτική κατάσταση της χώρας. Οι οίκοι αξιολόγησης εξειδικεύονται σε αυτό που έχει επικρατήσει να αναφέρεται ως «πιστοποίηση». Βέβαια, αν και πληρώνονται από αυτούς που αξιολογούνται, «δεν είναι ανεξάρτητες δομές αξιολόγησης, αλλά είναι αντίθετα αναπόσπαστο μέρος του μπλοκ της ‘πιστωτικής εξουσίας’» (ό.π.: 160)

Σήμερα, κατά γενική ομολογία, βρισκόμαστε στη δίνη μιας καπιταλιστικής κρίσης που εκδηλώνεται ως παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, στο όνομα της οποίας επιβάλλονται δραματικές αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις των εργαζομένων και δραστικές περικοπές στους μισθούς και τις δαπάνες του κράτους πρόνοιας, για να μη μιλήσουμε για ενδείξεις συρρίκνωσης της εθνικής κυριαρχίας. Οι διεθνείς οίκοι αξιολόγησης παρεμβαίνουν συστηματικά και ανακοινώνουν, κατά περίπτωση, ή την απειλή επερχόμενης υποβάθμισης χωρών και πιστωτικών οργανισμών ή την υποβάθμισή τους, με πολλές συνέπειες στη «ζούγκλα» των αγορών. Καμιά φορά, υποβαθμίζουν και στην κατηγορία «σκουπίδια»! Υπάρχει και τέτοια αξιολογική διαβάθμιση στην αγορά.

Δεν είμαστε ειδικοί για να εμβαθύνουμε στη σχετική ανάλυση. Διαβάζουμε, ωστόσο, ότι τελευταία διατυπώνονται σοβαρές ανησυχίες και οξύτατες «βολές» από πολιτικούς και οικονομικούς παράγοντες, κατά των οίκων αξιολόγησης. Εκτιμάται ότι οι οίκοι αξιολόγησης «απέτυχαν να ειδοποιήσουν έγκαιρα για την επερχομένη κρίση». Δε φτάνει αυτό, αλλά «βάζουν τρικλοποδιές» ή «κάνουν το δικό τους παιγνίδι επιρροής» ή ότι «δημιουργούν νέα δεδομένα οικονομικής εξουσίας» και ισχύος στις προσπάθειες που καταβάλλονται για έξοδο από την κρίση. Τίθενται θέματα υπερβολικής εξάρτησης από τις αξιολογήσεις, ζητήματα διαφάνειας και έλλειψης αστικής ευθύνης. Είναι ενδιαφέρον ότι οι οίκοι αξιολόγησης αποζημιώνονται από αυτούς που έχουν ανάγκη δανεισμού και όχι από τους πιστωτές. Δε λογοδοτούν και ο μοναδικός τους στόχος είναι η αύξηση των κερδών τους.

Ο Μάνφρεντ Γκέρτνερ, καθηγητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο του Σεντ Γκάλεν, είναι ένας από τους δριμύτερους επικριτές του ρόλου των οίκων αξιολόγησης στην ευρωπαϊκή κρίση χρέους. Σύστηνε, μάλιστα, στις κυβερνήσεις των χωρών να κάνουν μηνύσεις εναντίον των οίκων αξιολόγησης. Ο κεντρικός ισχυρισμός της κριτικής του είναι ότι η Ελλάδα και άλλες χώρες της Ευρωζώνης υπέστησαν μεταξύ του 2009-2011 υποβαθμίσεις δυσανάλογης έκτασης σε σχέση με τα οικονομικά δεδομένα, μετατρέποντας τις προβλέψεις των οίκων σε αυτοεκπληρούμενες προφητείες. Ισχυρίζεται, μάλιστα, ότι «Δεν θα μάθουμε ποτέ με ακρίβεια τι θα συνέβαινε στην Ελλάδα αν δεν είχε υπάρξει η παρέμβαση των οίκων αξιολόγησης» (Η Καθημερινή, 24.8.2014). Από τη σχετική συζήτηση προκύπτει ότι, πέραν των άλλων, αμφισβητείται έντονα η επιστημονική εγκυρότητα και αξιοπιστία των οίκων αξιολόγησης.

Είναι σαφές ότι οι οίκοι αξιολόγησης δεν έχουν προκαλέσει την κρίση του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος. Γίνονται, όμως, μέρος του προ-βλήματος, όταν συνεργάζονται, κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες και ό-ρους, με τις δυνάμεις της λεγόμενης «ελεύθερης αγοράς». Οι παραπάνω σκέψεις και εκτιμήσεις, για τον τρόπο με τον οποίο οι διεθνείς οίκοι αξιολόγησης σιγά-σιγά εξελίχτηκαν σε ανεξάρτητους και ανεξέλεγκτους ρυθμιστικούς παράγοντες της «αγοράς», μας έδωσαν την ιδέα να συγκροτήσουμε μια υπόθεση εργασίας για τους αναδυόμενους οίκους αξιολόγησης και στο πεδίο της εκπαίδευσης. Θεωρούμε ότι ενδεχόμενη καθιέρωση και γενίκευση συμβουλευτικών διεθνών και εγχώριων οίκων αξιολόγησης στην εκπαίδευση θα σημάνει την εκχώρηση του ελέγχου της εκπαίδευσης σε εξουσιαστικούς μηχανισμούς που χρησιμοποιούν τους οίκους με ανυπολόγιστες αρνητικές επιπτώσεις στο περιεχόμενο, τις δομές και τους προσανατολισμούς της εκπαίδευσης

Οι διεθνείς οργανισμοί και οι εταιρείες

Είναι γνωστό ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση, με τα διάφορα όργανά της, ασκεί και στην εκπαίδευση πολιτικές εναρμόνισης, ισομορφισμού και ομοιοτροπίας, με αποτέλεσμα να έχουμε υποχώρηση του μονοπωλίου του έθνους-κράτους. Με τα διάφορα κοινοτικά προγράμματα «στήριξης», τις διαβουλεύσεις, τις «οδηγίες», τα ψηφίσματα, τις συνθήκες, «κοινούς δείκτες», κ. α. συγκροτείται η άσκηση ευρωπαϊκής εκπαιδευτικής πολιτικής. Η μη συμμόρφωση επισύρει και πρόστιμο από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Αυτά που δρομολογούνται στην Ευρωπαϊκή Ένωση, βέβαια, αποτελούν την περιφερειακή έκφραση πολιτικών επιλογών που ενορχηστρώνονται από υπερεθνικούς οργανισμούς, σε υψηλότε-ρο επίπεδο. Όπως διαφαίνεται, σε αυτό το επίπεδο έχουμε, από τη μια τον ΟΗΕ και την UNESCO, κι απ την άλλη, τον ΟΟΣΑ, τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου (ΠΟΕ), την Παγκόσμια Τράπεζα, το ΔΝΤ, κ. α. Όπως γίνεται αντιληπτό, κάτω από αυτές τις συνθήκες, ήδη οι χώρες συμμετέχουν σε ένα αρκετά περίπλοκο και σύνθετο δίκτυο σχέσεων επιτήρησης, εξουσίας και συμμόρφωσης. Έχει στηθεί, δηλαδή, ένα γιγαντιαίο πλέγμα πλανητικού «Πανοπτικού». Πολλά από όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα, σήμερα, αποτυπώνουν ανάγλυφα εκδοχές αυτού του «πανοπτισμού» («Τρόικα»).

 

Θα παραθέσουμε κάποιες σαφείς ενδείξεις που προαναγγέλλουν την καθιέρωση οίκων συμβούλων αξιολόγησης και στην εκπαίδευση, η οποία σταδιακά εκχωρείται στις δυνάμεις της αγοράς, εκεί όπου προσφέρεται και η ίδια αξιολόγηση. Έτσι, καθιερώνεται ένα ακτύπητο δίδυμο: αξιολόγηση και αγορά. Η έκρηξη της πιστοποίησης προσόντων, προϊόντων και υπηρεσιών την οποία προσφέρει η αξιολόγηση  είναι ενδεικτική της διείσδυσης της αγοράς και των οίκων αξιολόγησης στην εκπαίδευση.

Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΟΟΣΑ

Ο ΟΟΣΑ είναι ο γνωστός διεθνής οργανισμός με σαφή νεοφιλελεύθερο προσανατολισμό που απαρτίζεται από 34 χώρες-μέλη και μέλη-παρατηρητές. Η Ελλάδα είναι πλήρες μέλος. Με τους εμπειρογνώμονες- «εργολάβους αξιολογητές» που διαθέτει ή «ενοικιάζει», συντάσσει και δίνει στη δημοσιότητα, μετά από αίτηση χωρών, έκθεση αξιολόγησης των εκπαιδευτικών τους συστημάτων. Στο πλαίσιο των πρωτοβουλιών που αναπτύσσει, διεθνώς, ο ΟΟΣΑ προωθεί ένα οικουμενικό αξιολογικό «παράδειγμα», με εξωτερικούς «αντικειμενικούς» εμπειρογνώμονες και ομάδες ειδικών που διεκδικούν να διαμορφώ-νουν το κυρίαρχο «ερευνητικό-αξιολογικό παράδειγμα». Με αίτηση των χωρών-μελών, ο ΟΟΣΑ διενεργεί, με αμοιβή, διάφορες αξιολογήσεις. Κυρίαρχη θέση κατέχει η αξιολόγηση δομών και διάρθρωσης των εκπαιδευτικών συστημάτων που, συνήθως, συνοδεύεται από συνταγολόγιο για αναγκαίες εκπαιδευτικές αλλαγές. Είναι, πλέον, υπόθεση ρουτίνας: Κυβερνήσεις χωρών, κάθε φορά που σχεδιάζουν εκτεταμένες εκπαιδευτικές αλλαγές νεοφιλελεύθερου προσανατολισμού, καταφεύγουν στον ΟΟΣΑ και αναθέτουν την «εργολαβία» αξιολόγησης του εκπαιδευτικού τους συστήματος. Πληρώνουν, δηλαδή, τον ΟΟΣΑ, κυρίως, για να «αγοράζουν» πιο εύκολα την αποδοχή και νομιμοποίηση ειλημμένων, πολλές φορές, αποφάσεων. Οι περισσότερες εκπαιδευτικές αλλαγές που έχουν γίνει τελευταία, σε Ελλάδα και Κύπρο, αναφέρονται στις εκθέσεις του ΟΟΣΑ. Έτσι, εξαγοράζουν τη νομιμοποίησή τους!

Στο θέμα της αξιολόγησης η Έκθεση ΟΟΣΑ (2011:8) έχει προειδοποιήσει πως «Η Ελλάδα είναι μία από τις λίγες ευρωπαϊκές χώρες που δεν έχουν εξωτερική αξιολόγηση της μάθησης ή εξωτερική αξιολόγηση των σχολικών μονάδων και της διδασκαλίας ή οποιοδήποτε άλλο ανάλογο μηχανισμό σύγκρισης για τη διασφάλιση ποιότητας (εκτός από τη συμμετοχή της στο πρόγραμμα PISA και τις εισαγωγικές εξετάσεις του πανεπιστημίου). Δεν υπάρχουν αξιόπιστοι δείκτες που να παρέχουν πληροφορίες σχετικά με την ποιότητα και την αποτελεσματικότητα του συστήματος». Κι αλλού: «Η Ελλάδα αντιμετωπίζει μείζονα πρόκληση στη δημιουργία μιας κουλτούρας αξιολόγησης, καθώς ιστορικά επικρατεί κλίμα δυσπιστίας ως προς τις εξωτερικές αξιολογήσεις, ειδικότερα όσον αφορά το επάγγελμα του εκπαιδευτικού. Το πιλοτικό πρόγραμμα αυτοαξιολόγησης των σχολείων αποτελεί σημαντικό βήμα προς τη δημιουργία ενός πιο ολοκληρωμένου συστήματος αξιολόγησης. Επειδή το αποτελεσματικό σύστημα αξιολόγησης αποτελεί κρίσιμο στοιχείο που λείπει στην Ελλάδα, το πρόγραμμα της αυτοαξιολόγησης του σχολείου πρέπει να συνεχιστεί ως κεντρική προτεραιότητα και το μοντέλο θα πρέπει να επεκταθεί σε όλα τα σχολεία το συντομότερο δυνατόν. Και αυτό δεν αποτελεί παρά μόλις ένα πρώτο βήμα προς ένα πιο ολοκληρωμένο πλαίσιο πολιτικής αξιολόγησης...» (ό.π.: 59).

 

Από τα ρεπορτάζ των εφημερίδων και τις προγραμματικές εξαγγελίες  της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ πληροφορηθήκαμε για ενδεχόμενες αρμοδιότητες του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης στην Ελλάδα. Δόθηκε στη δημοσιότητα η πρόσφατη Έκθεση του ΟΟΣΑ (OECD,2015) που συστήνει στην Ελλάδα να προχωρήσει σε «βαθύτερες μεταρρυθμίσεις» στην αγορά εργασίας με «ενεργητικές πολιτικές» και παράλληλα να ενισχύσει το δίκτυο κοινωνικής ασφάλειας, με στόχο να αντιμετωπιστούν οι συνέπειες της κρίσης και οι κοινωνικές επιπτώσεις. Παράλληλα με άλλα μέτρα, καλεί την κυβέρνηση να αναδιαρθρώσει το εκπαιδευτικό σύστημα. Είναι, πράγματι πολύ ενδιαφέρουσες οι πολιτικές χρήσεις του ΟΟΣΑ, ενός Οργανισμού που διαπνέεται από σαφείς νεοφιλελεύθερες αρχές, σε διάφορες περιστάσεις. Δε λείπουν και τα ευτράπελα, όπως ήταν η «προηγούμενη γνωστή έκθεση του ΟΟΣΑ, που παραδόθηκε στην κυβέρνηση της ΝΔ και είχε κοστίσει 900.000 ευρώ, αποδείχτηκε ότι είχε γραφεί στην πραγματικότητα από το ΙΟΒΕ και την Επιτροπή Ανταγωνισμού, μετουσιώνοντας σε νεοφιλελεύθερα μέτρα πολλές από τις επιδιώξεις συγκεκριμένων επιχειρηματικών συμφερόντων, ενώ σε πολλές περιπτώσεις λειτούργησε σαν ολετήρας για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις (φούρνοι, περίπτερα, γα-λακτοκομικά, μεταφορές κ.ά.)» (Εφημερίδα των Συντακτών, 10.2.2015).

Για να καταδειχτεί η έλλειψη στοιχειώδους εγκυρότητας και αξιοπιστίας του ΟΟΣΑ, πέρα από τις σοβαρές επιφυλάξεις για τη νεοφιλελεύθερη ιδεολογία που διαπνέει τις «συστάσεις» και «συμβουλές» που δίνει, θα μεταφράσουμε από την πρόσφατη Έκθεση για την Ελλάδα, τις πολύ σύντομες αναφορές στην Εκπαίδευση. Αυτές δεν έχουν πραγματολογική βάση! Διαβάζουμε: « Μέτρα: Στη μέση εκπαίδευση, τα αναλυτικά προγράμματα έγιναν πιο ευέλικτα και μια πολιτική αξιολόγησης των σχολείων και των εκπαιδευτικών έχει δρομολογηθεί. Στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, συντελέστηκε ένα πρώτο κύμα συγχωνεύσεων και συνενώσεων ιδρυμάτων για να αποφευχθούν οι επικαλύψεις, και προετοιμάζεται ένα σύστημα εξωτερικής αξιολόγησης. Συστάσεις: Να προχωρήσουν με γρήγορους ρυθμούς με την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών μονάδων και εκπαιδευτικών. Μεγαλύτερη αυτονομία στα σχολεία και μεγαλύτερη ευθύνη. Να εφαρμοστούν πλήρως οι νομοθετικές ρυθμίσεις του 2012 για την τριτοβάθμια εκπαίδευση, εισάγοντας ρυθμίσεις για χρηματοδότηση των πανεπιστημίων με βάση τις επιδόσεις τους. Να ολοκληρωθεί, όπως είχε σχεδιαστεί, η εξωτερική αξιολόγηση των ιδρυμάτων της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης». Είναι προφανές ότι η Έκθεση ΟΟΣΑ, στην περίπτωση της εκπαίδευσης, είναι έξω από τις συντελούμενες διεργασίες και εξελίξεις.

Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΟΥ  PISA

Ο ΟΟΣΑ, με το PISA (Program for International Student Assessment), έχει διεισδύσει και έχει καθιερώσει ένα σύστημα αξιολόγησης των επιδόσεων των μαθητών και με βάση αυτές συντάσσει, κάθε τρία χρόνια, έναν πίνακα κατάταξης. Η Ελλάδα, σε μια εποχή πρωτόγνωρης κρίσης, ετοιμάζεται να συμμετάσχει, για μια ακόμη φορά (η προηγούμενη ήταν το 2012), σε αυτό, το 2015. Η Ελλάδα, δηλαδή, περιμένει το PISA για να κατατάξει το εκπαιδευτικό της σύστημα στην παγκόσμια και ανταγωνιστική αγορά της εκπαίδευσης. Σε εποχή πρωτόγνωρης ανθρωπιστικής κρίσης, όταν η εκπαίδευση αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα στοιχειώδους λειτουργίας, είναι κοινωνική αναλγησία να ασχολείσαι με το «τρόπαιο της Φιλανδίας». Είναι ως εάν καταβάλλουμε τη σχετική δαπάνη για το PISA ώστε να έχουμε ενδείξεις για τις επιπτώσεις των μνημονίων στην εκπαίδευση και την επίσημη κατάταξη της χώρας σε μια από τις τελευταίες θέσεις. Είναι ως εάν να περιμένουμε τα αποτελέσματα για να δούμε, αν πιάνουν τόπο οι περικοπές στις δαπάνες για την εκπαίδευση! Περιμένουμε να δούμε και την αποτελεσματικότητα της λεγόμενης εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης των τελευταίων ετών! Αυτά κάνει η ακαταμάχητη γοητεία της αξιολόγησης, της σύγκρισης, του ανταγωνισμού και της πρωτιάς. Αξιολόγηση και αποπλάνηση «πάνε χέρι-χέρι». Στην Ελλάδα, στο όνομα της «τελευταίας» θέσης που καταλαμβάνει η εκπαίδευση στον πίνακα του PISA και με επίκληση της εκτίμησης ότι βρίσκεται «κάτω από το μέσο όρο», δρομολογήθηκε, με τους ευφημισμούς για «νέο ψηφιακό σχολείο» και το σύγχρονο πανεπιστήμιο, η κατεδάφιση της δημόσιας εκπαίδευσης. Με νόμους της Βουλής, σημαντικοί τομείς της εκπαίδευσης (σχολική στέγη, σχολικά βιβλία, τεχνολογίες, τράπεζα θεμάτων, κ. α.) εκχωρήθηκαν στις δυνάμεις της αγοράς.

Ο ΟΜΙΛΟΣ DANIELSON ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ

Εκτός από τον ΟΟΣΑ, ο οποίος είναι διεθνής οργανισμός, και από το PISA που είναι επινόηση του ΟΟΣΑ για την έρευνα, τη μελέτη των επιδόσεων των μαθητών στις διάφορες χώρες και τη συγκριτική τους κατάταξη, έχουν αναδειχθεί και συναφείς ιδιωτικές συμβουλευτικές εταιρείες, με αντικείμενο την υποστήριξη των χωρών στην ανάπτυξη και την υλοποίηση συστημάτων αξιολόγησης. Ενδεικτική είναι η περίπτωση της αμερικάνικης ιδιωτικής εταιρείας Danielson Group (Danielson, C. (2013). Η συγκεκριμένη εταιρεία έχει ως τομέα εφαρμογών την αξιολόγηση εκπαιδευτικών σε μια σειρά αμερικάνικων πολιτειών. Αναλαμβάνει με χρηματοδότηση την υλοποίηση αξιολογικών διαδικασιών και των αντίστοιχων επιμορφωτικών σεμιναρίων. Από το προφίλ του ομίλου προκύπτει ότι έχει επεκτείνει τις δραστηριότητες και σε άλλες χώρες (Πορτογαλία, Χιλή). Ο ΟΟΣΑ στην έκθεσή του για την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών με τον τίτλο “Οι εκπαιδευτικοί στον 21ο αιώνα, η χρήση της αξιολόγησης για την βελτίωση της διδασκαλίας” (OECD, 2013), προτείνει ως παράδειγμα αξιολόγησης των εκπαιδευτικών το “Πλαίσιο Διδασκαλίας” που είναι πρόταση του Ομίλου Danielson. Σε μια πρόσφατη αποκαλυπτική ανάλυση, για την περίπτωση της αξιολόγησης των εκπαιδευτικών στην Ελλάδα, τεκμηριώθηκε ο ισχυρισμός ότι στο επιμορφωτικό υλικό που έχει παραχθεί, «από εμπιστοσύνη, ενδεχομένως, στην κατοχυρωμένη τεχνογνωσία της Danielson, δεν έχουμε μια απλή μεταφορά του γενικού σχήματος του Πλαισίου Διδασκαλίας για την αξιολόγηση του εκπαιδευτικού, αλλά συχνά μια απλή μετάφραση από τα σχετικά πινακάκια που παρουσιάζονται», χωρίς ρητή και σαφή αναφορά στις πηγές (Καλημερίδης, Γ., 2014) Ανάλογη είναι η περίπτωση του Common Ground, με το γνωστό δίδυμο στην Ελλάδα, William Cope και Mary Kalantzis, λόγω της συμμετοχής στην σχετική καμπάνια για το «Νέο Σχολείο». Πρόκειται για ιδιωτικό φορέα που ενεργοποιείται σε πολλές χώρες, με συνέδρια, εκδόσεις, περιοδικές δημοσιεύσεις, προγράμματα, κ. α. με επίκεντρο τη λεγόμενη «Νέα Μάθηση», την Παιδαγωγική και την Αξιολόγηση. Πολλά πανεπιστημιακά παιδαγωγικά τμήματα (μέλη ΔΕΠ) προσφέρουν διοικητική και ακαδημαϊκή κάλυψη του σχετικού εγχειρήματος. Με λίγα λόγια, το Common Ground έχει εξασφαλισμένη διείσδυση στην ελληνική εκπαίδευση, με συγκεκριμένη συμβολή και στην υπόθεση προπαγάνδισης του λεγόμενου «Νέου Σχολείου». Μια άλλη γνωστή αμερικάνικη εταιρεία που δραστηριοποιείται στην Ελλάδα είναι η McKinsey & Company, Athens Office. Σχετικά πρόσφατα είχε αναλάβει και ολοκλήρωσε τη μελέτη «Greece 10 years ahead» (2012). Με τη συνδρομή οργανισμών, ιδιωτικών εταιρειών και τόσων συμβούλων, δεν είναι να ανησυχεί κανείς. Δεν πειράζει που μας έχει πνίξει η κρίση!(…)

Η ΤΡΙΤΟΒΑΘΜΙΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ

Στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, έχουμε σαφείς ενδείξεις για τους αναδυόμενους οίκους αξιολόγησης, με δύο τουλάχιστον εκδοχές:

(1)          Κάθε χρόνο ανακοινώνονται διάφοροι πίνακες παγκόσμιας κατάταξης των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων (π.χ. η λίστα της Σαγκάης, ο High Impact Universities Research Performance Index). Με το που ανακοινώνονται, αρχίζει ο χορός των υστερικών συζητήσεων, των επινικίων ή της θρηνωδίας, της αμφισβήτησης διαδικασιών και κριτηρίων ή των μεγάλων υποσχέσεων για εντατικοποίηση του παραγόμενου έργου, τον ανταγωνισμό και την «αριστεία». Με τη θετική ή την αρνητική υποδοχή υπογράφεται το πρωτόκολλο του ανταγωνισμού για την πρόοδο της επιστήμης!

(2)          Τα τελευταία είκοσι χρόνια, σε πολλές χώρες, εφαρμόζονται συστήματα «αξιολόγησης» του ερευνητικού και διδακτικού έργου, με συνέπεια να έχουν αλλάξει δραματικά το περιεχόμενο και το είδος έρευνας, διδασκαλίας, σπουδών και σχέσεων στα πανεπιστήμια. Τα έντυπα αξιολόγησης, με τα ιερατεία αξιολόγησης που δημιουργούνται, επιβάλλουν εκπτωτικούς, ανταγωνιστικούς και μετρήσιμους ορισμούς για τη σύνδεση της εκπαίδευσης με την παραγωγή, στο πλαίσιο των κυρίαρχων επιλογών του νεοφιλελευθερισμού. Η αξιολόγηση εξελίσσεται σε μια προσοδοφόρο απασχόληση στην αγορά της εκπαίδευσης.

ΟΙ ΕΓΧΩΡΙΟΙ ΟΙΚΟΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ

Στην Ελλάδα διαθέτουμε, από το 2005, τη λεγόμενη Ανεξάρτητη Διοικητική «Αρχή Διασφάλισης και Πιστοποίησης της Ποιότητας στην Ανώτατη Εκπαί-δευση» (Α.ΔΙ.Π.). Δεν είναι τυχαίο ότι διαθέτει και διεθνή ονομασία: Hellenic Quality Assurance and Accreditation, μια και ρητά προβλέπεται να λειτουργεί στο πλαίσιο των κοινών αρχών του Ευρωπαϊκού χώρου της εκπαίδευσης(…)

Με τον πακτωλό των κοινοτικών κονδυλίων του ΕΣΠΑ και με δεδομένη την ύφεση του φοιτητικού κινήματος, όλα σχεδόν τα Πανεπιστημιακά Τμήματα, κάτω από την απειλή περί διακοπής της χρηματοδότησης, υποδέχτηκαν το «ιερατείο των αξιολογητών» για τη διενέργεια μιας εξωτερικής αξιολόγησης επί χάρτου για να υποδειχθεί συστηματικά- λες και είχαν συνωμοτήσει οι αξιολογητές- η αναζήτηση πόρων από πρόσφορους επιχειρηματικούς ομίλους. Ήδη έχουμε και τις πρώτες χρηματοδοτούμενες έδρες(…)

Ανάλογη εξέλιξη παρουσιάζει η καθιέρωση της δίδυμης «Ανεξάρτητης Αρχής Διασφάλισης Ποιότητας στην Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση» (Α.ΔΙ.Π.Π.Δ.Ε.)(…)Την ίδια στιγμή που καταργούνται ή συγχωνεύονται σχολεία, πανεπιστήμια, οργανισμοί, καθιερώνεται νέος πολυδάπανος μηχανισμός, με πολλές νέες δομές (Παρατηρητήριο Αξιολόγησης, Δίκτυο Πληροφόρησης, Επιτροπές Αξιολόγησης, κ. α.) με αποκλειστική ευθύνη την αξιολόγηση του εκπαιδευτικού και των σχολικών μονάδων. Έχουμε, πλέον, πέρα από τον υπερεθνικό ΟΟΣΑ και το PISA, τα προπλάσματα εγχώριων «οίκων αξιολόγησης» και στην εκπαίδευση.  Οι ίδιοι οι αξιολογητές/επιτηρητές επιτηρούνται μέσα σε ένα πλαίσιο ιεραρχικής πυραμίδας. Ακόμη και η λεγόμενη «Ανεξάρτητη Αρχή Διασφάλισης της Ποιότητας» υπόκειται στον έλεγχο διεθνών οργανισμών και «οίκων αξιολόγησης» (βλ. ΟΟΣΑ). Το κόστος είναι τεράστιο: ανθρώπινο δυναμικό, χρόνος και ενέργεια αφιερώνεται σε μια διαδικασία που καταργεί ή αναστέλλει την εκπαιδευτική διαδικασία.

Έτσι, κάπως, έχει δομηθεί η αρχιτεκτονική ενός παγκόσμιου πανοπτισμού, επιτήρησης, ελέγχου και πιστοποίησης των «εκπαιδευτικών προϊόντων» και των «εκπαιδευτικών υπηρεσιών», με όρους συνεχούς και αδιάλειπτης αξιολόγησης, ανταγωνισμού, ιεραρχικής κατάταξης, κερδοφορίας και κατανάλωσης. Υπάρχει ένα αξιολογικό οικουμενικό μάτι-ιερατείο που τα βλέπει όλα... Το επάγγελμα του εργολάβου-συμβούλου αξιολόγησης φαντάζει προσοδοφόρο και «βγάζει γλώσσα εξουσίας» σε όσους μελετούν, κάνουν έρευνα και διδάσκουν.

ΤΟ ΣΤΟΙΧΗΜΑ;

Σύμφωνα με την Suzan l. Robertson (2008), που αντλεί από έγκυρες βιβλιογραφικές πηγές, τα σχέδια της νεοφιλελεύθερης αναδιάρθρωσης που κυριαρχούν είναι «απορύθμιση, ανταγωνιστικότητα και ιδιωτικοποίηση. ‘Απορύθμιση’ σημαίνει απόσυρση του κράτους από κάθε ουσιαστικό ρόλο στην οικονομία, εκτός από εκείνον του εγγυητή της ελεύθερης κίνησης κεφαλαίου και κερδών. ‘Ανταγωνιστικότητα’ είναι η δικαιολόγηση της αποσυναρμολόγησης των διαδικαστικών κρατικών γραφειοκρατιών, και μιας σειράς λειτουργιών πρόνοιας που οικοδομήθηκαν στη μεταπολεμική περίοδο. Ο όρος ‘ιδιωτικοποίηση’ παραπέμπει στην πώληση κρατικών επιχειρήσεων, ιδρυμάτων ή υπηρεσιών σε ιδιώτες, όπου η λογοδοσία αποδοτικότητας αποδίδεται σε προσανατολισμένους στο κέρδος ενδιαφερομένους. Αυτές οι αρχές, εφαρμοσμένες κάτω από την γενική ιδέα του αναπόφευκτου της νεοφιλελεύθερης διαχείρισης, που εύλογα αποδίδει το σύνθημα ‘Δεν υπάρχει εναλλακτική’, προωθήθηκαν ως βραχυχρόνιες θυσίες έναντι μακροχρόνιων κερδών».

Η κερδοφορία των δυνάμεων της αγοράς και οι περικοπές των δαπανών του κοινωνικού κράτους έχουν αποκτήσει προτεραιότητα έναντι των πολιτικών ισότητας ή αντισταθμιστικής υποστήριξης μαθητών που έχουν ανάγκη. Τα εκ-παιδευτικά συστήματα αναλαμβάνουν την προετοιμασία του ευέλικτου εργαζόμενου και ικανού στην επίλυση προβλημάτων, σε μια άκρως ανταγωνιστική αγορά εργασίας, με τους εκπαιδευτικούς να τρέχουν να δείχνουν τις επιδόσεις τους, μέσα από τις επιδόσεις των μαθητών τους στις εισαγωγικές εξετάσεις τις διεθνείς ολυμπιάδες και διεθνή τεστ, όπως το PISA. Όλα αυτά έχουν ευνοήσει τη διείσδυση των αρχών του ιδιωτικού τομέα στην εκπαίδευση. Μια από τις πρώτες μορφές ιδιωτικοποίησης της εκπαίδευσης, σε άλλες χώρες, είναι η παροχή αξιολογικών υπηρεσιών, συμβουλών και ελέγχου της εκπαίδευσης. Έχουμε την εμφάνιση οίκων αξιολόγησης οι οποίοι συμβουλεύουν επενδυτές που ενδιαφέρονται για «χαρτοφυλάκια εκπαιδευτικών επενδύσεων»!

 

Έχοντας συγκεντρώσει σε σώμα και έχοντας μελετήσει τα κείμενα που έχουν δοθεί στη δημοσιότητα για την αξιολόγηση του εκπαιδευτικού, την αυτό-αξιολόγηση των σχολικών μονάδων, την «Αρχή Διασφάλισης της Ποιότητας στην Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση» και τα κείμενα που έχουν παραχθεί από/για την Α.ΔΙ.Π (Τριτοβάθμια Εκπαίδευση), θα μπορούσαμε να κάνουμε μια υπόθεση εργασίας, με όρους αγοράς: οι μελλοντικοί πανεπιστημιακοί ερευνητές, μετά από λίγα χρόνια, θα διατυπώνουν τις υποθέσεις έρευνας με όρους «στοιχήματος». Βάζουμε, λοιπόν, κι εμείς στοίχημα ότι η εκπαίδευση θα γίνει αγορά εκπαιδευτικών υπηρεσιών και ότι ο εφιάλτης των διεθνών οίκων αξιολόγησης θα καθιερωθεί και στην εκπαίδευση. Το δίδυμο της αξιολόγησης και της αγοράς είναι εφιάλτης της εκπαίδευσης... Η απόδοση του στοιχήματος είναι υψηλή, εκτός και η κοινωνική δυναμική ανατρέψει τους σχεδιασμούς. Το διακύβευμα είναι ιδεολογικό, οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό, οπότε...

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

ΑΔΙΠ (2016), Έκθεση Ποιότητας της Ανώτατης Εκπαίδευσης 2015, Αθήνα, ΑΔΙΠ.

Danielson, C. (2013), The Framework for Teaching: Evaluation Instrument, Princeton: Danielson Group.

ENQA (2015), Report of the Panel appointed to undertake a review of the Hellenic Quality Assurance and Accreditation Agency (HQA) for the purposes of the granting of full membership of the European Association for Quality Assurance in Higher Education (ENQA)

HQA (2014), Self-Evaluation Report HQA, Athens, Greece.

Καλημερίδης, Γ. (2014) «‘Ρουμπρίκες’, copy-paste και πολιτικές λαθροχειρίες», http://www.e-lesxi.gr/#!kalimeridis/c1erm. Πρόσβαση 26.1.2015

Lazzarato, M.,(2014),  Η Κατασκευή του Χρεωμένου Ανθρώπου, Αλεξάνδρεια, Αθήνα.

Μαυρογιώργος, Γ. (2015), Οίκοι Αξιολόγησης στην Εκπαίδευση και το “Αόρατο Χέρι” της Αγοράς, Οσελότος, Γιάννενα.

OECD (2013), Teachers for the 21st century. Using evaluation to improve teaching, OECD publishing.

OECD (2015),  Economic Policy Reforms 2015: Going for Growth: Breaking the Vicious Circle, OECD Publishing.

ΟΟΣΑ (2011), Καλύτερες Επιδόσεις και Επιτυχείς Μεταρρυθμίσεις στην Εκπαίδευση, Συστάσεις για την Εκπαιδευτική Πολιτική στην Ελλάδα, Εκδόσεις ΟΟΣΑ.

ΟΟΣΑ (2013), Η Εκπαίδευση με μια Ματιά 2013. Δείκτες ΟΟΣΑ, Εκδόσεις ΟΟΣΑ

Robertson   Suzan l. (2008),  «O νεοφιλελευθερισμός και ο μετασχηματισμός της εκπαίδευσης και της εργασίας των εκπαιδευτικών». Μτφρ. Πέτρου Μενδώνη. Ανακτήθηκε στις 7.2.2015 από τη διεύθυνση http://tvxs.gr/news/ paideia/ o-neofileleytherismos-kai-o-metasximatismostis-ekpaideysis.

 

ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΣΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ(2):

Εκπαίδευση: Ευτράπελα από το Τσίρκο εμπέδωσης του Νεοφιλελευθερισμού

Δημοσιεύτηκε: Τρίτη, 16 Αύγουστος, 2016 - 15:55

Σε μια πρόσφατη δημοσίευση ( ΕΥΡΩΠΑΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΚΑΙ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ (1990-2015): Ένα Εργαστήριο  Ασκήσεων  Εμπέδωσης  του Νεοφιλελευθερισμού,  στο e-lesxi.gr) είχαμε  προσπαθήσει να τεκμηριώσουμε τον ισχυρισμό ότι, κατά τη συγκεκριμένη περίοδο, οι σημαντικές, ενιαίες και συντονισμένες πολιτικές που ασκήθηκαν στην ελληνική εκπαίδευση, με τη συνδρομή των ευρωπαϊκών πρωτοβουλιών και προγραμμάτων, των επιχειρησιακών προγραμμάτων του Υπουργείου Παιδείας με τον πακτωλό των κοινοτικών κονδυλίων, των μνημονίων και των αλλεπάλληλων διαλόγων που ενεργοποιήθηκαν από τους εκάστοτε υπουργούς παιδείας, συγκροτούσαν ένα «Εργαστήριο Ασκήσεων Εμπέδωσης του Νεοφιλελυθερισμού» στην εκπαίδευση. Η υπόθεση εργασίας που κάναμε είναι ότι  τόσο ο τελευταίος «γύρος διαλόγου», που γίνεται σε καθεστώς μη βιώσιμου χρέους, όσο και το ίδιο το χρέος/ μνημόνιο, αλλά και τα  επιχειρησιακά κοινοτικά προγράμματα, ανήκουν πολιτικά στο ίδιο project: να μας κάνουν πιο ευάλωτους στη βίαιη εμπέδωση της νεοφιλελεύθερης ορθοδοξίας στο εργαστήριο της οποίας συμμετέχουμε για τριάντα πέντε χρόνια(1981-2016), τώρα, με τις διαδοχικές και αλλεπάλληλες δύστροπες διαπραγματεύσεις και «σύμφωνα» πλήρους εναρμόνισης, σύγκλισης και ένταξης στην ΕΕ, με τη συνδρομή κοινοτικών κονδυλίων και αντίστοιχων  διαλόγων που αξιοποιήθηκαν κατά το παρελθόν. Παρά τις αντιστάσεις του εκπαιδευτικού κινήματος, τις αναστολές, τις αναβολές ή και τη ματαίωση  εφαρμογής ορισμένων νεοφιλελεύθερων εκπαιδευτικών μέτρων (όπως, π.χ. η «ολοκληρωτική αξιολόγηση»), η νεοφιλελεύθερη ιδεολογία είναι κυρίαρχη και  παρουσιάζει σημαντικό βαθμό διείσδυσης στην ελληνική εκπαίδευση. Μάλιστα, η εκδοχή νεοφιλελευθερισμού της τελευταίας πενταετίας είναι η πιο αυταρχική και πιο αρπακτική». Σημαντική συμβολή σε αυτό είχαν ευρωπαϊκά προγράμματα όπως τα Erasmus, Comenius,κ.α., στο όνομα της λεγόμενης «ευρωπαϊκής διάστασης», όπως και τα αλλεπάλληλα διαρθρωτικά κοινοτικά προγράμματα, τα ΜΟΠ (1986-1993), και ύστερα, το Α΄ ΚΠΣ (1989-1993), το Β΄ΚΠΣ (1994-1999), το Γ΄ΚΠΣ (2000-2006),  το ΕΣΠΑ (2007-2013) και σήμερα το ΕΣΠΑ (2014-2020).  Αν κρίνουμε εκ του αποτελέσματος, ο «ευρωπαϊκός παράδεισος»  δεν ήταν παρά ένα πολύ επιμελημένο και καλά κρυμμένο και μη βιώσιμο χρέος, φορτωμένο με μνημόνια αποπληρωμής. Όλα αυτά συγκροτούν μια πολιτική εστιασμένη στην εναρμόνιση με τον νεοφιλελευθερισμό. Σήμερα, τα μνημόνια, οι παρεμβάσεις των οίκων αξιολόγησης, οι εκθέσεις της Τρόικας, οι εκθέσεις του Eurogroup και του ΔΝΤ, η Έκθεση ΟΟΣΑ, το PISA, κ.α. αποτελούν ενδείξεις ενός συνασπισμού εξουσίας των δανειστών, των μηχανισμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, των συντηρητικών πολιτικών δυνάμεων και των αγορών, που διαχειρίζονται την κρίση με πολιτικές που απορρέουν από τις επιταγές ενός «αυταρχικού» νεοφιλελευθερισμού.

Όπως υποστηρίξαμε, εξάλλου, σε προηγούμενη ανάλυσή μας (ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΣΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ: Οίκοι Αξιολόγησης - «θεματοφύλακες» εμπέδωσης του νεοφιλελευθερισμού στην εκπαίδευση (I)), η ΑΔΙΠ, με την επιτήρηση του ΟΟΣΑ,  την πιστοποίηση και την πολυπόθητη  υπαγωγή που εξασφάλισε στην European Association for Quality Assurance in Higher Education (ENQA)(2015), μετά από επιτυχή ανταπόκριση και συμμόρφωση σε μια μεγάλη σειρά κριτηρίων «νεοφιλελεύθερης» επινόησης, συμπληρώνει ένα κύκλο  πολύχρονων διεργασιών (2005-2016, με  τη θεσμική εγκαθίδρυση των αρχών του νεοφιλελευθερισμού της αγοράς στην αξιολόγηση, το σχεδιασμό, τη στρατηγική, την ανάπτυξη, την οργάνωση, τη διοίκηση και τη λειτουργία των ακαδημαϊκών  μονάδων ανώτατης εκπαίδευσης. Οι περιπτώσεις των δύο ΑΔΙΠ και ΑΔΙΠΠΔΕ είναι διαφορετικές, γι αυτό θα περιοριστούμε κι εδώ στην πρώτη,

ΚΙΒΔΗΛΕΣ ΔΙΑΚΗΡΥΞΕΙΣ ΚΑΙ  ΤΑ ΕΥΤΡΑΠΕΛΑ

Είναι σημαντικό να τονίσουμε, για άλλη μια φορά, ότι η πιστοποίηση και ένταξη της ΑΔΙΠ στην ENQA πραγματοποιήθηκε, δέκα χρόνια μετά την θεσμική/νομοθετική της καθιέρωση! Όπως ήδη σημειώσαμε, αυτή η καθυστέρηση οφείλεται αποκλειστικά στις πολύμορφες αντιστάσεις και αγωνιστικές παρεμβάσεις του πανεπιστημιακού κινήματος, παρά την εκφρασμένη ισχυρή πολιτική βούληση των κυβερνώντων, ΠΑΣΟΚ ή ΝΔ. Χρειάστηκε να μπούμε στις δοκιμασίες του «σοκ και δέους» των μνημονίων, με τη συνδρομή της διακυβέρνησης ΠΑΣΟΚ/ΝΔ/ΔΗΜΑΡ, για να καμφθούν οι αντιστάσεις και να επιταχυνθούν οι σχετικές διαδικασίες. Πώς, άλλωστε, να εξηγήσουμε το γεγονός ότι το μεγαλύτερο μέρος των εξωτερικών αξιολογήσεων διεκπεραιώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα 2013-14; Η Έκθεση εσωτερικής αξιολόγησης της ΑΔΙΠ (HQA,2014:30) προς την ENQA, παραθέτει ποσοτικά δεδομένα σε σχετικό πίνακα και επισημαίνει ότι  «παρά τις δυσμενείς συνθήκες, στο διάστημα, άνοιξη του 2013 με άνοιξη του 2014, η ΑΔΙΠ κατάφερε να ολοκληρώσει την εξωτερική αξιολόγηση όλων των σχολών και τμημάτων, δηλαδή, ότι σε λιγότερο από ένα χρόνο, είχε ολοκληρώσει το 52% του όλου αριθμού των εξωτερικών αξιολογήσεων» (ό. π.: 16). Αυτό δεν είναι μια άνευ ιδιαίτερης σημασίας θριαμβολογία. Ο θρίαμβος, στη δεδομένη κοινωνική συγκυρία, υπογραμμίζει έναν ιδιότυπο πολιτικό κυνισμό και κοινωνικό κανιβαλισμό: δεν έχει προτεραιότητα η αντιμετώπιση των οξυμένων κοινωνικών προβλημάτων και άλλων ανοιχτών εκπαιδευτικών ζητημάτων (π.χ. οι διορισμοί εκπαιδευτικών σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης) αλλά η προώθηση «κουλτούρας αξιολόγησης», και, μέσω αυτής, η εξασφάλιση «ποιότητας» στην εκπαίδευση. Ήταν, βλέπετε και η αξιοποίηση του μηχανισμού  της αξιολόγησης  με τις μαζικές απολύσεις.  Είναι προφανές ότι έχουμε να κάνουμε με κίβδηλες υποσχέσεις σε χαλεπούς καιρούς. Είναι, πάντως, σαφές ότι η καθιέρωση και η εγκαθίδρυση της ΑΔΙΠ συντελείται παράλληλα με την εκδήλωση της μεγάλης κρίσης και πτώχευσης της χώρας και των δύσκολων μνημονιακών διεργασιών. Η κρίση, όπως αντιλαμβάνεται κανείς, δεν αναχαιτίζει τις πολιτικές αξιολόγησης. Τις επιταχύνει! Η ΑΔΙΠ, με το να παρακάμψει τις αρνητικές αντιδράσεις στα πανεπιστήμια και τις οικονομικές και κοινωνικές αντιξοότητες της κρίσης, με την ολοκλήρωση του κύκλου των εσωτερικών και εξωτερικών αξιολογήσεων, δικαιούται να καυχιέται ότι πέτυχε την πιστοποίησή του από την ENQA. Μια πιστοποίηση στον νεοφιλελευθερισμό που ανοίγει τις διαδικασίες του επόμενου εγχειρήματος που είναι η ακαδημαϊκή πιστοποίηση των προγραμμάτων σπουδών. Οι ετοιμασίες είναι πυρετώδεις.

Έτσι, μπορεί να εξηγηθεί και το αίτημα της ΑΔΙΠ και η «προκαταρκτική συμφωνία με την κυβέρνηση» ώστε ο τακτικός προϋπολογισμός να κινηθεί μελλοντικά στα επίπεδα του 2014(513.000.00 ευρώ ετησίως). Έτσι, γίνεται κατανοητό και το υψηλό συγκριτικά κονδύλιο, της τάξεως των 8 περίπου εκατομμυρίων ευρώ, που η ΑΔΙΠ έχει ζητήσει να εγγραφεί στο νέο Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Εκπαίδευσης και Δια βίου Μάθησης του Εθνικού Στρατηγικού Πλαισίου Αναφοράς (ΕΣΠΑ) 2015-20, προφανώς, με τίτλο έργου "Ανάπτυξη εθνικού συστήματος αξιολόγησης, διασφάλισης ποιότητας της εκπαίδευσης και προώθηση της κοινωνικής ενσωμάτωσης στους Άξονες Προτεραιότητας 1, 2, 3, - Οριζόντια Πράξη" (έτσι, λέγεται, αλλιώς, η καταπολέμηση του κοινωνικού αποκλεισμού ). Αυτό ήταν το Πρόγραμμα της περιόδου 2007-15. Το εάν η ΑΔΙΠ υπαχθεί στο ίδιο πρόγραμμα, δε διευκρινίζεται. Η χρηματοδότηση, όπως γίνεται αντιληπτό, είναι κομβικό σημείο για τη βιωσιμότητα της ΑΔΙΠ και για αυτό είναι ένας αδιάψευστος δείκτης της «εξαρτημένης ανεξαρτησίας» της.  Η διακήρυξη, ωστόσο, ότι «Η ΑΔΙΠ είναι διοικητικά αυτόνομη», αν και «εποπτεύεται από τον Υπουργό Παιδείας» δεν παραλείπεται. Το πρόβλημα δεν είναι, βέβαια, η δεδομένη δομική πολύπλευρη εξάρτηση της ΑΔΙΠ όσο η προβολή του ιδεολογήματος της ανεξαρτησίας της.

Την όλη λογική διατρέχει και μια άλλη σειρά νεοφιλελεύθερων προταγμάτων. Η καταληκτική παράγραφος της Έκθεσης της ΑΔΙΠ είναι επιλογικά αποκαλυπτική: Μιλάει απροκάλυπτα για «συνεχή βελτίωση» (απαρέγκλιτα σύμφωνα με τους ορισμούς της και τις σαφείς οδηγίες της προϊσταμένης  ΕNQA), με «περισσότερη αποτελεσματικότητα» ώστε να έχουμε «επιτυχή ανταγωνισμό» στη «διεθνή ακαδημαϊκή σκηνή». Δεν πειράζει που την ίδια στιγμή «Υπογραμμίζεται ότι η εξωτερική αξιολόγηση δεν στοχεύει στην κατάταξη των Ιδρυμάτων, αλλά, μέσω αυτής επιδιώκεται η ενίσχυση της αυτογνωσίας των Ιδρυμάτων»( HQA, ό.π.:90). Όπως διαβάζουμε στον πρόλογο, «Στην έκθεση αυτή παρουσιάζεται μια συνοπτική εικόνα για την υφιστάμενη κατάσταση στα βασικά μεγέθη της Ανώτατης Εκπαίδευσης στην Ελλάδα, σε σύγκριση με τα αντίστοιχα μεγέθη των χωρών του ΟΟΣΑ και των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης». ή «Με τον τρόπο αυτό, παρέχεται στον αναγνώστη συνολική και συγκριτική εικόνα για τη θέση της Ελλάδας στο ακαδημαϊκό γίγνεσθαι παγκοσμίως». Η αποτελεσματικότητα, η σύγκριση και ο ανταγωνισμός είναι τα ζητούμενα. Γι αυτό η στρατηγική της ΑΔΙΠ προσβλέπει στην ένταξή της σε πιο ευρύτερα δίκτυα από την ENQA, το Διεθνές Δίκτυο Οργανισμών Διασφάλισης Ποιότητας στην Ανώτατη Εκπαίδευση  (INQAAHE). Άλλη μια πιστοποίηση και συμμόρφωση!

Όλα αυτά, σε πείσμα «όλων των αντίξοων συνθηκών». Αυτές, απλώς, αναφέρονται με αυτή τη συνοπτική φράση, χωρίς να αναλύονται διεξοδικά οι δείκτες περικοπών, της περιστολής των εργασιακών δικαιωμάτων, ύφεσης, φτώχειας, ανεργίας, ασιτίας και κοινωνικής εξαθλίωσης που προσδιορίζουν ασφυκτικά τις  ζωτικές ακαδημαϊκές λειτουργίες. Αυτά, επιμελώς, ενσωματώνονται σε μια γενική ανάλυση που καλύπτει το λεγόμενο Ευρωπαϊκό Χώρο Ανώτατης Εκπαίδευσης. Στην  Έκθεση της  ΑΔΙΠ (2016: 132) διαβάζουμε:

«Τα ΑΕΙ της χώρας μας έδωσαν απτές αποδείξεις ότι έχουν παρατάξει τις δυνάμεις τους στη διαδρομή για τη συνεχή τους βελτίωση. Το γεγονός αυτό τροφοδοτεί τις προσδοκίες της ΑΔΙΠ ότι, παρ’ όλες τις αντίξοες συνθήκες, τα ελληνικά ΑΕΙ θα επιτύχουν περισσότερα και καλύτερα αποτελέσματα ώστε να ανταγωνίζονται με επιτυχία στη διεθνή ακαδημαϊκή σκηνή. Στη διαδρομή αυτή, η ΑΔΙΠ θα υποστηρίζει τις προσπάθειές τους για το επόμενο σημαντικό στάδιο στον τομέα της Διασφάλισης της Ποιότητας, που είναι η πιστοποίηση των προγραμμάτων σπουδών και των εσωτερικών τους συστημάτων διασφάλισης ποιότητας».

Οι ανέξοδοι ευφημισμοί δεν τελειώνουν. Την ίδια στιγμή που δηλώνεται ότι «Η ΑΔΙΠ δεν είναι ούτε ελεγκτικός ούτε παρεμβατικός μηχανισμός στη λειτουργία, την αποστολή ή τη φυσιογνωμία της Ανώτατης Εκπαίδευσης» διευκρινίζεται ότι  «για την αποτελεσματικότερη οργάνωση και διεξαγωγή της διαδικασίας εξωτερικής αξιολόγησης, η ΑΔΙΠ, προέβη στις κατάλληλες ενέργειες, όπως: σύνταξη Οδηγού Εξωτερικής Αξιολόγησης, δημιουργία εντύπων και δημιουργία προτύπου προγράμματος», συνέταξε πρότυπα περιγράμματα σπουδών, κ.α. ή συμβουλεύει πως «με δεδομένη την οικονομική συγκυρία, αντιλαμβανόμαστε ότι το αίτημα για αύξηση της χρηματοδότησης δεν είναι, πάντα, απόλυτα ρεαλιστικό, γι’ αυτό πρέπει να δοθούν δυνατότητες στα Ιδρύματα για προσέλκυση πόρων και για αποτελεσματικότερη διαχείριση των οικονομικών τους, μέσω της ενίσχυσης της αυτοδυναμίας τους και παράλληλα, ενίσχυση της κοινωνικής τους λογοδοσίας». Η ΑΔΙΠ είναι άκρως παρεμβατική και εφ όλης της ύλης. Εισβάλλει στις πανεπιστημιουπόλεις με τη φυσική  παρουσία των εντολοδόχων εμπειρογνωμόνων, με τις εκθέσεις και τις συστάσεις, την τυποποίηση ή την προτυποποίηση, τις προθεσμίες, τις αναφορές και τις γνωμοδοτήσεις προς το Υπουργείο Παιδείας. Σύμφωνα με συνέντευξη  στην ιστοσελίδα esos.gr (3.8.2016), η κ. πρόεδρος φέρεται να ισχυρίζεται ότι στην επόμενη φάση «της πιστοποίησης των προγραμμάτων σπουδών, η οποία αναμένεται να αρχίσει άμεσα, η μη συμμόρφωση στα κριτήρια ποιότητας μπορεί να καταλήγει σε πιστοποίηση υπό όρους ή ακόμη και αρνητική απόφαση για πιστοποίηση»! Αυτή δεν είναι παρέμβαση. Είναι θεσμική εκτροπή και κατάλυση της ακαδημαϊκής ελευθερίας των πανεπιστημιακών τμημάτων!

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΧΑΡΙΤΕΣ

Ακόμη και ο κώδικας δεοντολογίας που έχει αναρτήσει στην ιστοσελίδα της είναι μια σειρά από ατυχείς αλλά χαρούμενες επινοήσεις. Όπως εξαγγέλλεται, «Η ΑΔΙΠ, επιθυμώντας να εξασφαλίσει την ακεραιότητα της διαδικασίας της Εξωτερικής Αξιολόγησης των Τμημάτων των ΑΕΙ, έχει θεσπίσει κώδικα δεοντολογίας, ο οποίος αποτελείται από τρεις βασικούς άξονες: την διαφάνεια, την διακριτικότητα και την εχεμύθεια». Μοιάζει λίγο να έχουμε να κάνουμε με  τρεις  νέες χάριτες. Αν θελήσεις να ξεκαθαρίσεις τι εννοούν για κάθε μια από τις τρεις, βγαίνεις μπερδεμένος. Γιατί, άραγε, φορτώνουν στη «διαφάνεια» τον όρο πως  «Οι Επιτροπές Εξωτερικών Εμπειρογνωμόνων θα πρέπει να αποτελούνται από άτομα που προέρχονται από διαφορετικά ΑΕΙ ή επιστημονικούς φορείς του εξωτερικού και κατά το δυνατόν από διαφορετικές χώρες». Πώς συνδέεται αυτό με τη «διαφάνεια»; Δε θα υπηρετούσαν την αρχή της «διαφάνειας», άραγε, εάν αποκωδικοποιούσαν στην ιστοσελίδα της  ΑΔΙΠ τις συνιστώσες  του νεοφιλελεύθερου αφηγήματος της αδιάλειπτης και συνεχούς ιεραρχικής αξιολόγησης;

Ύστερα,  τη «διακριτικότητα» πώς να την τηρήσεις και γιατί αυτή να αφορά αποκλειστικά στη διακριτικότητα των μελών που προετοιμάζουν την εξωτερική αξιολόγηση; Η φράση κλειδί είναι «να διατηρούν κάποια απόσταση». Απόσταση από ποιο και τι; Ποια διακριτικότητα διακηρύσσει η ΑΔΙΠ, όταν προετοιμάζει σε πρότυπη μορφή όλα τα απαραίτητα εργαλεία καταγραφής (ερωτηματολόγια, φύλλα έκθεσης, περιγράμματα,  σύνταξη Οδηγού Εξωτερικής Αξιολόγησης, δημιουργία εντύπων και δημιουργία προτύπου προγράμματος, κ.α.). Διαβάζουμε ότι «Κατά το ακαδημαϊκό έτος 2014-15, τα Ιδρύματα συνέταξαν την Έκθεση Εσωτερικής Αξιολόγησής τους σύμφωνα με το «Πρότυπο Σχήμα Εσωτερικής Αξιολόγησης Ιδρύματος» της ΑΔΙΠ». (ΑΔΙΠ, 2016:57). Διακριτικότητα και έλεγχος πώς συνυπάρχουν ; Διαβάζουμε: «Οι παραπάνω εκθέσεις ελέγχθηκαν από την ΑΔΙΠ για την πληρότητά τους και επανυποβλήθηκαν όσες έχρηζαν συμπληρώσεων ή διορθώσεων» (σελ.58).

Πόσο διακριτική μπορεί να είναι η φυσική πρόσβαση των αλλεπάλληλων επιτροπών εξωτερικής αξιολόγησης των ακαδημαϊκών μονάδων ή των εμπειρογνωμόνων εξωτερικής αξιολόγησης ιδρύματος, με στόχο τη διασφάλιση τήρησης των κριτηρίων ποιότητας που έχουν αποφασιστεί σε υπερκείμενα όργανα; Πόσες φορές; Ένα πανεπιστήμιο με 15 τμήματα πρέπει να οργανώσει 16 επισκέψεις αξιολόγησης. Δεν πρόκειται για μια μορφή περιοδικής και αδιάκριτης εισβολής, που εγγίζει τα όρια περιορισμού των ακαδημαϊκών ελευθεριών των διδασκόντων και των φοιτητών;

Η τριάδα με τις χάριτες συμπληρώνεται με την «εχεμύθεια». Δεν ξέρω το δείκτη ευρηματικότητας των συντακτών του «κώδικα δεοντολογίας». Είναι ως εάν αγνοούσαν το σύνολο των άλλων διακηρύξεων. Η «εχεμύθεια», άραγε, έρχεται να περιορίσει τη «διαφάνεια»; Ποια σχέση έχει με το «απόρρητο»; Διαβάζουμε πώς «Γενικά τα Μέλη τηρούν απόλυτη εχεμύθεια για όσα διαπιστώνουν ή έρχονται στην αντίληψή τους σχετικά με τις διαδικασίες διασφάλισης ποιότητας, ιδίως προκειμένου για στοιχεία που προκύπτουν από προφορικές αναφορές ή σχόλια των αξιολογητών ή από αδημοσίευτα κείμενα (π.χ. Εκθέσεις Εσωτερικής αξιολόγησης, Αδημοσίευτες Εκθέσεις Εξωτερικής Αξιολόγησης). Όταν κρίνουν απαραίτητο να αναφερθούν ενώπιον τρίτων σε συγκεκριμένα στοιχεία, δεν αποκαλύπτουν την προέλευση, δεν κατονομάζουν συγκεκριμένο Τμήμα ή άτομα, ακόμη και αν πρόκειται για αναφορά σε δημοσιευμένες εκθέσεις». Μοιάζει περισσότερο με σύσταση να αποφεύγεται το «κουτσομπολιό» παρά με σύσταση προστασίας των απόρρητων εκθέσεων.

Φαίνεται, μάλλον, πως υπάρχει ένα έλλειμμα ουσιαστικής διαφάνειας στις διαδικασίες μιας Αρχής που δοκιμάστηκε πολύ μέχρι να φτάσει στην πιστοποίησή της για αυτό και επινοεί τόσο αντιφατικές διακηρύξεις και αρχές δεοντολογίας. Το έλλειμμα ουσιαστικής διαφάνειας έγκειται στη δυσκολία της να αποσαφηνίσει πλήρως το νεοφιλελεύθερο αφήγημα της αγοράς που έρχεται να επιβάλει στην ανώτατη εκπαίδευση. Για αυτό και μας μπερδεύει με την ανεξαρτησία, τη διαφάνεια, τη συναίνεση, την κοινή αποδοχή, την αποτελεσματικότητα, την εμπειρογνωμοσύνη, την ποιότητα, την «κουλτούρα αξιολόγησης».

Το όλο εγχείρημα για την καθιέρωση της κουλτούρας αξιολόγησης μου δίνει την εντύπωση ενός «Τσίρκου». ‘Ένα τσίρκο λειτουργεί με πολλούς και πολλά: ακροβάτες, ταχυδακτυλουργούς, παλιάτσους, κλόουν, γελωτοποιούς. Το πεδίο του έχει σχήμα «κύκλου» και το λένε «αρένα». Έχει να επιδείξει ασκήσεις ισορροπίας σε τεντωμένο σκοινί, επιδέξιες τούμπες, στημένους  αγώνες, το «γύρο του θανάτου», αγωνία, γέλια, απρόοπτα, χειροκροτήματα. Το τσίρκο έχει και ζώα. Ζώα που είτε εκγυμνάζονται είτε τα προγραμματίζουν για επίδειξη είτε ταξιδεύουν για να μετακινηθούν. Τον περισσότερο χρόνο είναι κλεισμένα σε κλουβιά. Κάπως, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, έχουμε μπει σε διεργασίες τσίρκου. Στο τσίρκο υπάρχουν και θεατές για το χειροκρότημα.  Όπως λέει και το τραγούδι, το αν θα « αντέξει το σκοινί θα φανεί στο χειροκρότημα»…

ΟΙ ΠΙΟ ΠΡΟΣΦΑΤΕΣ ΑΝΤΙΔΡΑΣΕΙΣ

Παρουσιάζει ειδικό ενδιαφέρον το γεγονός ότι η αξιολόγηση που έχει συντελεστεί προβάλλεται ως υπόθεση συλλογικότητας των τμημάτων ή των ιδρυμάτων, ενώ ως ένα μεγάλο βαθμό ήταν υπόθεση κυρίως των ΟΜ.Ε.Α. (Ομάδα Εσωτερικής Αξιολόγησης) των Τμημάτων, της ΜΟΔΙΠ και της ΑΔΙΠ. Σε αυτό συνηγορούν και οι εκτιμήσεις που γίνονται  για τα αρνητικά σημεία της εφαρμογής των διαδικασιών αξιολόγησης. Σύμφωνα με την Έκθεση ΑΔΙΠ(2016:62), «Στο ένα πέμπτο των περιπτώσεων (21%), αναφέρθηκαν προβλήματα στην επιτόπια επίσκεψη και στο ένα τρίτο των περιπτώσεων αντιδράσεις των φοιτητών, ενώ σε μικρότερο ποσοστό (λίγο άνω του 14%) αναφέρθηκαν αντιδράσεις στη διαδικασία της εξωτερικής αξιολόγησης και από μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας». Ή ότι υπήρξαν και «αρνητικά σημεία για το Εσωτερικό Σύστημα Διασφάλισης Ποιότητας των Ιδρυμάτων», καθώς «Σε ορισμένες περιπτώσεις, επισημαίνεται ότι το εσωτερικό σύστημα διασφάλισης ποιότητας δεν έχει πλήρως αναπτυχθεί και εφαρμοστεί, ενώ παρατηρείται και η ύπαρξη θυλάκων εντός του Ιδρύματος, όπου η κουλτούρα της αξιολόγησης δεν έχει γίνει πλήρως αποδεκτή (30,8%)( ό. π. :88). Πώς θα ήταν δυνατόν να μην υπάρχουν «θύλακες αντίστασης»; Γιατί αξιολογείται αρνητικά η ύπαρξή τους; Σκοπεύει, άραγε η ΑΔΙΠ, να τους εξαλείψει; Και θα έχουν τότε να κάνουν με ένα άλλο πανεπιστήμιο, το πανεπιστήμιο της αγοράς, όπου όλοι οι συντελεστές του θα είναι θιασώτες της αξιολόγησης που ομογενοποιεί με ενιαία κριτήρια, πάνω σε κοινή πρότυπη και τυποποιημένη φόρμα.

Θα θυμίσω ένα από τα πιο πρόσφατα συμβολικά επεισόδια αντίστασης σε αυτό το εγχείρημα καθιέρωσης της αξιολόγησης στα πανεπιστήμια. Προέρχεται από το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Ένα εκτενές ρεπορτάζ της Καθημερινής (15.12.2015), με τίτλο «Φοιτητές καταδίωξαν αξιολογητές», περιγράφει με αρκετά γλαφυρό κι υποτιμητικό τρόπο τις πιο πρόσφατες αντιδράσεις στο εγχείρημα της αξιολόγησης.  Επρόκειτο για την τελευταία, από τις 14, εξωτερική αξιολόγηση ιδρύματος που είχε προγραμματίσει η ΑΔΙΠ για το 2015. Οι υπόλοιπες 12 συνεχίστηκαν το πρώτο εξάμηνο του 2016. Διαβάζουμε: «Καταδίωξη α λα Τζέιμς Μποντ ή μήπως α λα Λούι ντε Φινές; Σίγουρα όχι. Σε κακή φαρσοκωμωδία παραπέμπουν τα όσα εκτυλίχθηκαν χθες το πρωί στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, με τους πέντε διεθνείς αξιολογητές να φυγαδεύονται από τους πανεπιστημιακούς του ΑΕΙ για να αποφύγουν τους 40 «επαναστάτες» φοιτητές της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς, και κάποιοι εκ των φοιτητών να ακολουθούν τα πρυτανικά αυτοκίνητα για να εξακριβώσουν το... καταφύγιο των «κακών» που ως φορείς του νεοφιλελευθερισμού «απειλούν» το δημόσιο πανεπιστήμιο! Οι 40 των Ιωαννίνων μιμήθηκαν τους 40-50 του ΕΚΠΑ που στις αρχές Νοεμβρίου είχαν προβεί σε ανάλογες απρέπειες.

Ειδικότερα, για χθες είχε ορισθεί η έναρξη της διεθνούς αξιολόγησης του Παν. Ιωαννίνων από πενταμελή επιτροπή Ελλήνων πανεπιστημιακών σε ξένα ΑΕΙ. Στην επιτροπή μετέχουν ο Κώστας Ηλιόπουλος (πρόεδρος) του King’s College του Λονδίνου, η Μαίρη Καλατζή από το University of Illinois, ο Διονύσης Κλάδης ομότιμος καθηγητής στο Παν. Πελοποννήσου, η Βαρβάρα Παπαδοπούλου από το Παν. Laval του Κεμπέκ και ο Δημοσθένης Τρίμης από το Τεχνολογικό Ινστιτούτο της Καρλσρούης. Η έναρξη της αξιολόγησης είχε προγραμματισθεί να γίνει στο Διεθνές Κέντρο Ελληνικής Παιδείας-Παράδοσης και Επαγγελματικής Εκπαίδευσης, με συζήτηση στην οποία θα μετείχαν οι αξιολογητές με τις πρυτανικές αρχές, τους κοσμήτορες των σχολών και τους προέδρους των τμημάτων του ΑΕΙ. Ωστόσο, οι αντιδρώντες φοιτητές κατέφθασαν γρήγορα. Δήλωσαν ότι έκαναν κατάληψη του χώρου -«δεν εκλήθη η Αστυνομία» τόνισε στην «Κ» πανεπιστημιακός του ιδρύματος-, φώναξαν συνθήματα κατά της αξιολόγησης και απαίτησαν από τους αξιολογητές να αποχωρήσουν. Τελικά, η ηγεσία του ΑΕΙ αποφάσισε να σταματήσει τη διαδικασία και η συζήτηση να συνεχισθεί σε άλλο χώρο. Όμως, οι αντιδρώντες φοιτητές, θέλοντας συμβολικά να εμποδίσουν τους αξιολογητές να χρησιμοποιούν χώρους και περιουσία του ιδρύματος, τους εμπόδισαν να επιβιβαστούν στα βαν του ΑΕΙ για να αποχωρήσουν. Τελικά, οι αξιολογητές με Ι.Χ. πανεπιστημιακών, αποχώρησαν προς ξενοδοχείο των Ιωαννίνων όπου και συνεχίστηκε η συζήτηση, ενώ ομάδα φοιτητών ακολούθησε με δικό της Ι.Χ. τα αυτοκίνητα των καθηγητών για να δει πού τελικά θα καταλήξουν!»

Πώς και οι κονδυλοφόροι των Αθηνών ανεβάζουν ένα αναμενόμενο και σύνηθες επεισόδιο  με τόσο απαξιωτικό τρόπο! Χάρηκα ιδιαίτερα, που στο Πανεπιστήμιό μου η Ιστοσελίδα της ΜΟΔΙΠ απαξιώνει την όλη υπόθεση, καθώς είναι αφιλόξενη στο όλο εγχείρημα και δεν ενημερώνει.  Δε βρίσκεις αναρτημένη ούτε μια από τις Εκθέσεις αξιολόγησης. Είναι μια μορφή αντίστασης που αποκαλύπτει  τη μεγάλη ζημιά που μπορεί να κάνει αν την πάρεις στα σοβαρά. Δεν καρφώνω το Πανεπιστήμιο. Το καρφί αφορά στο Συμβούλιο Ιδρύματος που θεωρεί  την αξιολόγηση ακαδημαϊκή δραστηριότητα τόσο σημαντική για τη λειτουργία και την ανάπτυξη του Πανεπιστημίου». Το καρφί αφορά και στην ΑΔΙΠ. Είναι κάτω απ τη μύτη τους…

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΟΥ ΙΔΡΥΜΑΤΟΣ: Ο ΑΛΛΟΣ ΘΕΜΑΤΟΦΥΛΑΚΑΣ

Ο Πρόεδρος & Τα Μέλη του Συμβουλίου του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων δημοσίευσαν σχετική ανακοίνωση καταγγελίας αυτού του επεισοδίου. Ένα ολιγομελές Συμβούλιο με μεγάλη βαρύτητα εναντίον μιας «ανυπόληπτης» και «μικρής» ομάδας της «εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς»;

 

Διαβάζουμε: «Με έκπληξη αλλά και με αισθήματα θλίψης και βαθιάς απογοήτευσης, γίναμε μάρτυρες, όπως και όλη η πανεπιστημιακή κοινότητα, της βίαιης παρεμπόδισης της θεσμοθετημένης Εξωτερικής Αξιολόγησης του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων από μια μικρή ομάδα φοιτητών. Έτσι, η ομάδα των αξιολογητών, αποτελούμενη από διακεκριμένους καθηγητές μεγάλων Πανεπιστημίων του εξωτερικού, αναγκάστηκε να συνεδριάσει εκτός των πανεπιστημιακών χώρων.

Για ακόμα μια φορά, μια μικρή μειοψηφία φοιτητών παρακώλυσε μια ακαδημαϊκή δραστηριότητα και, μάλιστα, τόσο σημαντική για τη λειτουργία και την ανάπτυξη του Πανεπιστημίου.

Η αξιολόγηση του Πανεπιστήμιου μας, όπως και όλων των Πανεπιστημίων, συνιστά εξαιρετικά σημαντική διαδικασία που μόνο θετικά έχει να προσφέρει. Αναδεικνύει τα ισχυρά σημεία του Ιδρύματος, αλλά και καταδεικνύει τομείς βελτίωσης σε ακαδημαϊκοί και διοικητικό επίπεδο. Αποτελεί τον οδικό χάρτη για τα διοικητικά όργανα και την πολιτεία για την στρατηγική ανάπτυξης του Ιδρύματος. Ενθαρρύνει όλα τα μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας να εντείνουν την προσπάθειά τους ώστε να επιτύχουν την επιδιωκόμενη αριστεία.

Όμως για μια ακόμη φορά η τυπική και η ουσιαστική διαδικασία αξιολόγησης δεν πραγματοποιήθηκε στους χώρους του Πανεπιστημίου, ως όφειλε, αλλά κατέληξε να συνεδριάζει στο υπόγειο ξενοδοχείου της πόλης.

Το Συμβούλιο του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων συναντήθηκε με την ομάδα των αξιολογητών και αφού τους ενεχείρισε τον τόμο πεπραγμένων του, αποχώρησε από τη διαδικασία αξιολόγησης, διατυπώνοντας ταυτόχρονα τις ακόλουθες ενστάσεις:

Το ακαδημαϊκό ήθος και η αξιοπρέπεια δεν συνάδουν με διαδικασίες αξιολόγησης που διεξάγονται κάτω από συνθήκες απειλών και προπηλακισμών.

Η αξιολόγηση αφορά το Πανεπιστήμιο και τις δομές του και, επομένως, δεν πρέπει να πραγματοποιείται έκτος των χώρων του, στους οποίους δραστηριοποιείται το σύνολο του επιστημονικού και διοικητικού προσωπικού.

Το Συμβούλιο λειτουργεί ως συλλογικό Όργανο. Οι συνθήκες στο υπόγειο του ξενοδοχείου δεν παρέχουν τη δυνατότητα συμμετοχής των εξωτερικών μελών του.

Αισθανόμαστε την ανάγκη να ζητήσουμε συγγνώμη από τους διαπρεπείς επιστήμονες που μετέχουν στην επιτροπή αξιολόγησης, γιατί για μια ακόμα φορά, μια μικρή μειοψηφία φοιτητών παρακώλυσε και προξένησε δυσλειτουργίες στη ομαλή διεκπεραίωση του αξιολογικού έργου της».

Τόσο το ρεπορτάζ της εφημερίδας όσο και η ανακοίνωση του Συμβουλίου  είναι συντονισμένα με την κυρίαρχη ιδεολογία και τις αντιλήψεις που εκφράζονται από την ΑΔΙΠ. Ωστόσο, αν η ομάδα των «επαναστατών» φοιτητών που εμπόδισε τους αξιολογητές ήταν «μικρή» και «μειοψηφία» ή της «εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς», γιατί ήταν μικρή, γενικά, η συμμετοχή των φοιτητών στις διαδικασίες εσωτερικής αξιολόγησης των τμημάτων; Το αίτημα για την κατάργηση του θεσμού της αξιολόγησης, έτσι όπως προωθείται θεσμικά, με την ΑΔΙΠ, είναι μικρής σημασίας;  Είναι η κυρίαρχη νεοφιλελεύθερη ιδεολογία που αναβαθμίζει την αξιολόγηση σε κορυφαία ακαδημαϊκή διαδικασία και που εκφράζεται στους ιδρυτικούς νόμους της ΑΔΙΠ, στα έργα και στις ημέρες της, στο ρεπορτάζ και στην ανακοίνωση του Συμβουλίου. Είναι αυτή που κάνει εύκολη τη διεργασία να παρουσιάζεται η  ομάδα των φοιτητών «εξωκοινοβουλευτική», «αριστερή» και «μικρή». Είναι αυτή που κάνει δύσκολο να πειστούν οι συντάκτες ότι «η ομάδα των αξιολογητών», αν και αποτελείται από «διακεκριμένους καθηγητές μεγάλων Πανεπιστημίων του εξωτερικού», δεν είναι «εμπειρογνώμονες» στο αντικείμενο του στρατηγικού σχεδιασμού, προγραμματισμού, οργάνωσης της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, την εκπαιδευτική πολιτική, την εκπαιδευτική αξιολόγηση, τα προγράμματα σπουδών, τη διδακτική και μαθησιακή διαδικασία, κ. α.  Η  διδασκαλία και η έρευνα στη μικροβιολογία, τη μηχανολογία, την  τεχνολογία δε σε καταξιώνει ως «εμπειρογνώμονα αξιολογητή» στην ανώτατη εκπαίδευση.

Ακόμα και  ο τίτλος καθηγητή με αντικείμενο την εκπαιδευτική πολιτική τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, δε σε κάνει ειδικό στην αξιολόγηση, χωρίς να συντρέχουν και άλλες προϋποθέσεις.  Το θέμα δεν είναι υπόθεση βιογραφικού αλλά αποκωδικοποίησης του βιογραφικού. Όντας στη βαθμίδα του επίκουρου καθηγητή Φυσικής (με διδακτορικό στη Φυσική), με έργο στη Φυσική,  το να αλλάζεις ερευνητικό προσανατολισμό, πανεπιστήμιο και αντικείμενο και να στρέφεσαι στην «εκπαιδευτική πολιτική»,  με την προίκα της θέσης και της εμπειρίας του μέλους της «ομάδας  επιτελικού σχεδιασμού, η οποία συνέταξε τον Νόμο Πλαίσιο για την ελληνική ανώτατη εκπαίδευση το 1982 και η οποία συντόνισε και επέβλεψε την αρχική φάση υλοποίησής του» παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον. Η εμπειρία ως «Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Παιδείας(1986-88) κι αυτή μετράει. Η εμπειρία ως  «Ειδικός Γραμματέας Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης, Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων (με Υπουργούς τον Γεράσιμο Αρσένη και τον Πέτρο Ευθυμίου 1998-2004) μετράει.  Η εμπειρία ως Γραμματέας του Πανεπιστημίου Αθηνών κι αυτή μετράει. Ως Εθνικός εκπρόσωπος της Ελλάδας στη Διευθυντική Ομάδα (Directing Group) του Προγράμματος του ΟΟΣΑ “Institutional Management in Higher Education, αυτό κι αν μετράει. Ως Υπεύθυνος της Διαδικασίας της Μπολόνιας από ελληνικής πλευράς, δεν το συζητάω.  Αυτά «μετράνε». Το θέμα είναι τι, πώς και γιατί!

 

ΜΙΑ ΜΙΚΡΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΕΜΠΕΙΡΟΓΝΏΜΟΝΕΣ Της ΑΞΙΟΛΟΗΣΗΣ

Έχω ένα μοναδικό αυτοβιογραφικό επεισόδιο να διηγηθώ που έχει να κάνει  με τη γοητεία που ασκεί η επίκληση των ανεξάρτητων διακεκριμένων εμπειρογνωμόνων του εξωτερικού. Ήταν καλοκαίρι του 1996,όταν για δύο μόλις «φεγγάρια» μου είχε ανατεθεί η ευθύνη της Επιμόρφωσης των Εκπαιδευτικών που ήταν, και τότε, σε εκκρεμότητα. Ιούλιο-Αύγουστο  είχα συντάξει « το επιχειρησιακό σχέδιο ανασυγκρότησης της επιμορφωτικής πολιτικής». Η Ευρωπαϊκή Κοινότητα για να προχωρήσει στη διαδικασία έγκρισης είχε βάλει ως προϋπόθεση να ανατεθεί σε ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες η «ex ante” αξιολόγηση της πρότασης. Το ζήτημα ήταν επείγον λόγω των καθυστερήσεων που είχαν σημειωθεί στην προώθηση των κοινοτικών προγραμμάτων. Από το γραφείο του Υπουργού προτάθηκαν δύο ονόματα «εμπειρογνωμόνων», ο ένας στη Σουηδία και η άλλη στην Αμερική. Έγιναν δεκτοί από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα και τους ανατέθηκε το έργο της αξιολόγησης αντί συνολικής αμοιβής 5 εκατ, δρχ, με προθεσμία ενός μήνα για την παράδοση. Οι «εμπειρογνώμονες» κατέφθασαν στην Ελλάδα. Καλοκαίρι! Πολύ γρήγορα ενημερώθηκα από τον ένα εκ των δύο ότι δεν είναι σε θέση να φέρουν σε πέρας την αξιολόγηση και ζήτησαν να βρεθεί ένας ή δύο έλληνες εμπειρογνώμονες προκειμένου να συντάξουν την έκθεση αξιολόγησης , αντί του ποσού των 2 εκατ. δρχ. που θα αφαιρούνταν από το τη δική τους αμοιβή. Είχα έντονο το ενδιαφέρον να ολοκληρωθεί η όλη διαδικασία της έγκρισης. Βρέθηκε συνάδελφος πανεπιστημιακός, γνώστης του αντικειμένου για να ολοκληρώσει, με τη δική μου συνδρομή, έγκαιρα την έκθεση. Όταν ετοιμάστηκε η έκθεση, αναζητήθηκαν οι «εμπειρογνώμονες του εξωτερικού» στον τόπο των θερινών τους διακοπών για να υπογράψουν την Έκθεση της “ex ante” αξιολόγησης προκειμένου να υποβληθεί. Η πρόταση υποβλήθηκε με την Έκθεση Αξιολόγησης μαζί. Για να υποβληθεί χρειάστηκε να μετακινηθώ επειγόντως στο αεροδρόμιο του Ελληνικού. Είχε αρχίσει η επιβίβαση των επιβατών για την πτήση των Βρυξελών.  Έκανα έκκληση από τα μεγάφωνα του αεροδρομίου. Πρόλαβα τον κοινοτικό εκπρόσωπο. Του παρέδωσα τα σχετικά κείμενα κι αυτό ήταν. Σε μία εβδομάδα, η πρόταση είχε εγκριθεί  από τις αρμόδιες κοινοτικές αρχές, με προϋπολογισμό  24 δις, για την τριετία 1996-99.Οι «εμπειρογνώμονες του εξωτερικού» ήρθαν για διακοπές στην Ελλάδα. Άσχετοι με το αντικείμενο, αναζήτησαν ατύπως υπεργολάβους οι οποίοι συνέταξαν την έκθεση. Αποζημιώθηκαν όλοι. Οι μεν εμπειρογνώμονες για την υπογραφή τους και οι υπεργολάβοι για την εργασία. Μάλλον υψηλή ήταν η αρχική αμοιβή που όρισαν οι κοινοτικοί για την αξιολόγηση, για αυτό προσφερόταν για υπεργολαβία. Ο ίδιος για τη σύνταξη της πρότασης του προγράμματος είχα αποζημιωθεί με το ποσό των 500 χιλ. δρχ. Η αξιολόγηση είχε κοστολογηθεί με δεκαπλάσια δαπάνη, σε σχέση με τη σύνταξή της,  από τους κοινοτικούς Καλά να πάθουν οι κοινοτικοί που χρόνια είναι κολλημένοι με τη γοητεία της  αξιολόγησης και τους «εμπειρογνώμονες» εξωτερικού. Τελικά, το πρόγραμμα εγκρίθηκε αλλά δεν υλοποιήθηκε ποτέ. Η επιμόρφωση είναι σε εκκρεμότητα διαρκείας. Μετά τις εκλογές του Σεπτέμβρη του 1996, είχε αλλάξει ο Υπουργός Παιδείας…

Για να επανέλθουμε στο θέμα μας, δεν υπαινίσσομαι πως αν οι αξιολογητές ήταν «ειδικοί» στο αντικείμενο, δε θα υπήρχε πρόβλημα. Ακόμα και οι εξειδικευμένοι αξιολογητές, όταν λειτουργούν στο υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας της ΑΔΙΠ, γίνονται τοποτηρητές του νεοφιλελεύθερου προτάγματος της αξιολόγησης. Τείνω να καταλήξω στην εκτίμηση ότι η ΑΔΙΠ με το «μητρώο αξιολογητών» δεν ενδιαφέρεται για εξειδικευμένη και επιστημονικά θεμελιωμένη διαδικασία αξιολόγησης της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, στο πλαίσιο σχετικής αυτονομίας των ακαδημαϊκών Ιδρυμάτων, όσο ενδιαφέρεται για επιλεκτική επιστράτευση πανεπιστημιακών που είναι ταγμένοι  στην υπεράσπιση κυρίαρχων νεοφιλελεύθερων προτεραιοτήτων, όπως είναι η σύνδεση της χρηματοδότησης με την απόδοση, το παρατηρητήριο χρηματοδότησης, η χρηματοδότηση της αριστείας, οι συγχωνεύσεις, οι βέλτιστες πρακτικές που έχουν αναδειχθεί στον Ευρωπαϊκό Χώρο Ανώτατης Εκπαίδευσης (ΕΧΑΕ), η πλήρης εναρμόνιση με τα κριτήρια της ΕNQA,  η αναζήτηση νέων πηγών χρηματοδότησης. Είναι η δημιουργία επώνυμων εδρών  στα πανεπιστήμια και η εισβολή ισχυρών επιχειρηματικών κύκλων που να έχουν λόγο στον καθορισμό του περιεχομένου  της διδασκαλίας, σύμφωνα με τα δικά τους επιχειρηματικά συμφέροντα.

Είναι προφανές ότι πρόκειται για τη θεοποίηση μιας διαδικασίας που δεν αντέχει στα κριτήρια εγκυρότητας και αξιοπιστίας, πολύ περισσότερο, όταν αυτή δεν έχει προτεραιότητα σε μια εποχή που το πανεπιστήμιο έχει υποστεί τις δραματικές επιπτώσεις των μνημονιακών πολιτικών (συγχωνεύσεις, περικοπές προϋπολογισμών, διαθεσιμότητες, κ. α.). Η όλη υπόθεση έχει και την κωμική της διάσταση. Από το τριήμερο της επίσκεψης του «ιερατείου των αξιολογητών» στο Τμήμα μου(Φ.Π.Ψ.) κρατώ  ως μαρτυρίες τις φωτογραφίες της εισόδου στο Τμήμα, πριν και μετά την επίσκεψη. Έγινα κι εγώ φωτογράφος αυτού του τσίρκου. Θα αναρτήσω και τις σχετικές φωτογραφίες. Τα ευρηματικά γκράφιτι των φοιτητών με τα συνθήματα στους τοίχους της εισόδου τα είχαν εξαφανίσει την παραμονή ελαιοχρωματιστές κομάντος, για να μη μειωθεί  το κύρος της ακαδημαϊκής μονάδας. Για να επανέλθουν, βέβαια, οι φοιτητές με νεότερες εκδόσεις γκράφιτι, μετά την αναχώρηση των αξιολογητών! Μου θύμισε τις προγραμματισμένες επιθεωρήσεις επιτελών στις στρατιωτικές μονάδες, από την εποχή που υπηρετούσα τη θητεία μου, ως απλός οπλίτης… Θα συνεχίσουμε σε επόμενη ανάλυση, ενδεικτικά, με ορισμένες πτυχές από τα πεπραγμένα της ΑΔΙΠ. Το υλικό που έχει παραχθεί είναι τεράστιο. Κοντεύουν περίπου χίλιοι πολυσέλιδοι τόμοι! Τα ράφια της ΑΔΙΠ δε μπορεί παρά να  έχουν το υλικό και σε έντυπη μορφή. Αν δεν απατώμαι, η Έκθεση αξιολόγησης 2015 που παρέλαβε ο πρόεδρος της Βουλής ήταν έντυπη.

 

Η ΑΡΧΗ ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΗΣ  ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗΝ ΑΝΩΤΑΤΗ ΕΚΠΑΔΕΥΣΗ(3):

Εκπαιδευτική Πολιτική, «Δρώντες /Ειδικοί-Κλειδιά» και «Δίκτυα Πολιτικής» !

Δημοσιεύτηκε: Σάββατο, 10 Σεπτέμβριος, 2016.

Γιώργος Μαυρογιώργος

Η Αρχή Διασφάλισης και Πιστοποίησης της Ποιότητας» στην ανώτατη εκπαίδευση συμπληρώνει δεκαετία από τη θεσμοθέτησή της (2005). Επιτέλους, έχει δημοσιευθεί η πιο ολοκληρωμένη και θριαμβολογούσα Έκθεση «Ποιότητας»(ΑΔΙΠ,2016)!  Κεντρική θέση στην έκθεση κατέχει το επίτευγμα της «ολοκλήρωσης» του πρώτου κύκλου αξιολογήσεων (εσωτερικών και εξωτερικών) των τμημάτων και των ιδρυμάτων. Πρόκειται για ένα θρίαμβο  που έχει συντελεστεί στα χαρτιά και αφορά, κυρίως, στην τυπική απόληξη που είχαν οι  πολύχρονες και συντονισμένες προσπάθειες του ΟΟΣΑ(1994-μέχρι σήμερα), της ΕΕ(1994-μέχρι σήμερα) και της Bologna Process (1999-μέχρι σήμερα)  για τη διείσδυση των συναφών πολιτικών διασφάλισης και πιστοποίησης της ποιότητας στην ανώτατη εκπαίδευση. Η δημιουργία και παράδοση  νεοφιλελεύθερης «κουλτούρας αξιολόγησης» έχει πολύ δρόμο να διανύσει  ακόμη για να φτάσει απ τα χαρτιά στην καθημερινή εκπαιδευτική διαδικασία. Αυτό καλά είναι να το ξέρουν αυτοί που θριαμβολογούν δημόσια ή σιωπηρά.

Τα άστοχα ερωτήματα και οι εύκολες απαντήσεις παράγουν εύλογα σχόλια

Είναι αλήθεια ότι το συγκεκριμένο ζήτημα περιφερόταν για πολλά χρόνια στην ατζέντα των ευρωπαϊκών πρωτοβουλιών (πολύ συχνές συναντήσεις Υπουργών, διακηρύξεις, προγράμματα, κ.α.) για την εκπαίδευση. Αυτό από μόνο του  υπογραμμίζει τη σημασία του θέματος  για τις πολιτικές της ΕΕ.  Όσο για την Ελλάδα, κρίνεται υπερβολική η εκτίμηση ότι «Η πρώτη ατελέσφορη προσπάθεια προς την κατεύθυνση της δημιουργίας ενός μηχανισμού διασφάλισης ποιότητας της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης μέσω της θέσπισης αντικειμενικών διαδικασιών αξιολόγησης ξεκίνησε το 1988, με Υπουργό Παιδείας τον Αντώνη Τρίτση» ( Καβασακάλης, Άγγ, 2015:228). Αυτό που, στην πραγματικότητα, είχε συμβεί ήταν μια απλή υπουργική ανεπεξέργαστη, ανώριμη και αιφνιδιαστική εξαγγελία που δεν είχε προϋποθέσεις εφαρμογής εντός του ίδιου έτους, όπως είχε εξαγγελθεί. Ήταν καταδικασμένη να ξεχαστεί ως ανύπαρκτη. Ο λόγος δεν ήταν ότι ο «Αντώνης Τρίτσης το Μάιο του ίδιου έτους απομακρύνθηκε από το ΥΠ.Ε.Π.Θ. και την κυβέρνηση και ο επόμενος Υπουργός Παιδείας δεν προχώρησε στην υλοποίηση των παραπάνω προτάσεων, ίσως εξαιτίας και της πολυτάραχης πολιτικής περιόδου τη διετία 1988-89»(ό.π.). Αυτές είναι  εκτιμήσεις που δίνουν βάθος παρελθόντος χρόνου  σε μια υπόθεση που έτσι μπορεί να προβάλλεται ως  «παράδοξη  και μεγάλη καθυστέρηση». Ούτε παράδοξη ούτε μεγάλη είναι η καθυστέρηση. Το ΠΑΣΟΚ δεν έφερε το θέμα στη Βουλή ούτε το 2003(πέντε χρόνια μετά), όταν είχε και έτοιμο νομοσχέδιο. Αλλά και πάλι, είναι κοινότυπη η εξήγηση για την αναδίπλωση που έγινε:  «Το πιθανό πολιτικό κόστος από τις αντιδράσεις που δημιούργησε η δημόσια παρουσίαση του νομοσχεδίου σε συνδυασμό με τις επικείμενες εθνικές εκλογές της άνοιξης του 2004 ανέβαλαν την ψήφιση του νομοσχεδίου»( ό. π.: 20). Αντικειμενικά,  είχε  αποφασιστεί να κληρονομηθεί η «νάρκη» και να ανατεθεί το πεδίο στην επόμενη κυβέρνηση. Γνωρίζουμε ότι επί Υπουργίας Γιαννάκου ψηφίστηκε ο σχετικός νόμος (3374/2005). Αυτά είναι τα μικρά μυστικά  της διαδοχής  κομμάτων στην εξουσία. Καθώς τα προγράμματά τους δε διαφέρουν ουσιαστικά στους στόχους, με σιωπηρές κι αδήλωτες συμφωνίες εξασφαλίζουν, με αγαστή συνεργασία, τη συνέχεια στην άσκηση πολιτικής. Διαδοχή και συνέχεια, λοιπόν, που είχε και τη συνέχειά της, με την πολιτική Διαμαντοπούλου.

Αν αναλογιστούμε τα όσα  έχουν συμβεί, μετά, πάντως το 2000, αναφορικά με το συγκεκριμένο ζήτημα μέχρι να θεσμοθετηθεί η ΑΔΙΠ(2005) και μέχρι να ολοκληρωθούν οι πρώτες «δειλές» εφαρμογές(2015), θα κατανοήσουμε την απλή αλήθεια ότι το συγκεκριμένο θέμα  είναι στρατηγικής σημασίας για το μέλλον της ανώτατης εκπαίδευσης στην Ελλάδα, και από αυτή την άποψη είναι κοινωνικά και πολιτικά «άκρως συγκρουσιακό».  Δεν πρόκειται για  σύνθημα: Πρόκειται για το τέλος του πανεπιστημίου. Αν δεχτούμε αυτή τη διευκρίνιση, δεν έχει προτεραιότητα ένα ερευνητικό ερώτημα  με σκοπό να κατανοήσουμε την «ελληνική ιδιαιτερότητα της καθυστέρησης» όσο να κατανοήσουμε  και να «νομιμοποιήσουμε» τις ισχυρές και δυναμικές κοινωνικές αντιστάσεις  που σημειώθηκαν στα ακαδημαϊκά ιδρύματα, με τις  κινητοποιήσεις  φοιτητών και πανεπιστημιακών, αλλά και τους δείκτες «πολιτικής ετοιμότητας και αποφασιστικότητας» των κυβερνώντων ή της ενεργού εμπλοκής των κομμάτων της αντιπολίτευσης. Αυτό το ερώτημα μπορεί να αναδείξει  τις διαστάσεις που εμπεριέχει το  σχετικό διακύβευμα.  Πανεπιστημιακοί και φοιτητές έκαναν μεγάλους αγώνες για το άρθρο 16 του Συντάγματος, για δημόσια και δωρεάν εκπαίδευση και για την κατοχύρωση της ακαδημαϊκής ελευθερίας στην έρευνα και στη διδασκαλία (άσυλο). Ποιος το φανταζόταν ότι  με τις διαδοχικές (2005,2007,2008.2011) νομοθετικές ρυθμίσεις οι κυβερνήσεις ΝΔ και ΠΑΣΟΚ, στα θερινά τμήματα της Βουλής, και εν μέσω πολιτικών «σοκ και δέους» των μνημονίων, θα άνοιγαν, με κυνικά νεοφιλελεύθερα μανιφέστα, το πεδίο της ανώτατης εκπαίδευσης στην ασυδοσία των δυνάμεων της αγοράς!  Το παράδοξο δεν είναι, όπως υποστηρίζεται,  η μεγάλη δυσκολία  και καθυστέρηση στη νομοθέτηση και στην  εφαρμογή νόμων και πολιτικών  για τη διασφάλιση της ποιότητας στην ανώτατη εκπαίδευση, μια και «το  εκπαιδευτικό σύστημα  θεωρείται εξαιρετικά συγκεντρωτικό και πλήρως ελεγχόμενο από το ΥΠΕΠΘ» (Σταμέλος,Γ, 2009: 2017 και Καβασακάλης, Αγγ,2015:224). Το σημαντικό ερώτημα είναι πώς, με τη συνδρομή, εν τέλει, των πανεπιστημίων έχουμε μια εξέλιξη που προοπτικά ετοιμάζει το τέλος τους; Ένα ερώτημα που δεν μπορεί να απαντηθεί με ένα κείμενο σαν αυτό. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε, με τη σειρά κειμένων που αναρτάμε εδώ, είναι να ανοίγουμε τη βεντάλια των πτυχών του ζητήματος.

Εδώ κάτι συμβαίνει:  Υπάρχει «Δίκτυο  Πολιτικής»  και «δρώντες-κλειδιά»

Στην προσπάθεια που κάναμε προκειμένου να ενημερωθούμε και  να εξηγήσουμε τους λόγους αυτής της εξέλιξης, εντοπίσαμε μια αρκετά σημαντική και οργανωμένη  σειρά κειμένων και αναλύσεων: τα ψηφιακά κείμενα που φιλοξενεί η ΑΔΙΠ στην ιστοσελίδα της  και τα ψηφιακά κείμενα (πρακτικά, άρθρα, βιβλία, διδακτορικές διατριβές ) που είναι αναρτημένα  στην ιστοσελίδα (http://hepnet.upatras.gr/) του Δικτύου Πολιτικών Ανώτατης Εκπαίδευσης, στο οποίο  συμμετέχουν τα Πανεπιστήμια Πατρών, Πελοποννήσου (με υπεύθυνο τον Καθηγητής Κλάδη Διονύση) και Αιγαίου. Το Τμήμα Κοινωνικής και Εκπαιδευτικής Πολιτικής της Κορίνθου ιδρύθηκε το 2003( επί ΠΑΣΟΚ) και είναι γνωστή η πολλαπλή συμβολή μελών του στις ασκούμενες πολιτικές, μετά το 2003. Το συγκεκριμένο δίκτυο, που ήταν αρχικά ενδοπανεπιστημιακό(2009), συγκροτήθηκε  σε Διαπανεπιστημιακό το 2011. Διαθέτει και ψηφιακό περιοδικό, το «Academia». Εκτός από αυτά τα κείμενα, έχουμε στη διάθεσή μας και τα βασικά κείμενα ευρωπαϊκής εκπαιδευτικής πολιτικής. Το υλικό είναι τεράστιο και δυσπρόσιτο στην παρουσίασή και στην ανάλυσή του. Ήδη, πιο πάνω κάναμε μια πρώτη αναφορά σε κείμενο που φιλοξενείται στο HepNet (Καβασακάλης, Άγγ, 2015).

Η πρώτη μας  σημαντική διαπίστωση  είναι ότι στο συγκεκριμένο Δίκτυο δραστηριοποιούνται ως  μέλη της  τρεις τουλάχιστον  «δρώντες-κλειδιά» που έχουν έντονη δημοσιοποιημένη συμμετοχή  στις διαδικασίες της  Ανεξάρτητης ΑΔΙΠ:

(1) Ο  Γ. Σταμέλος. Είναι μέλος της ΑΔΙΠ (από τον Απρίλιο του 2013), γνωστός πανεπιστημιακός του ΠΤΔΕ του Πανεπιστημίου Πατρών, με πολύ μεγάλο σε όγκο και αξιόλογο συγγραφικό έργο σε θέματα εκπαιδευτικής πολιτικής (ευρωπαϊκής και ελληνικής). Εργασίες του έχουν δημοσιευτεί στα ελληνικά, αγγλικά, γαλλικά και ισπανικά. Όπως πληροφορούμαστε από διάφορες εκδοχές βιογραφικών που εντοπίσαμε, «Από το 2009 συντονίζει το Διαπανεπιστημιακό Δίκτυο «Πολιτικές Ανώτατης Εκπαίδευσης» στο οποίο συμμετέχουν τα πανεπιστήμια Πατρών, Αιγαίου και Πελοποννήσου (http://hepnet.upatras.gr). Στο πλαίσιο του Δικτύου είναι επιστημονικός υπεύθυνος του ηλεκτρονικού περιοδικού ACADEMIA (http:// academia.lis.upatras.gr/) και διαχειριστής του blog (http://teamthesis.blogspot.com). Είχε συμμετάσχει σε «Αξιολόγηση της Ανώτατης Εκπαίδευσης (2003/04),με υπεύθυνο τον Κλάδη  Δ., μέλος  τότε ΔΣ του Κέντρου Εκπαιδευτικής Έρευνας» (βλ. πιο κάτω). Αξιοσημείωτη η συνεργασία του με ελληνικά πανεπιστήμια: «Εκπαίδευση Μουσουλμανοπαίδων (ΕΠΕΑΕΚ ΙΙ), υπεύθυνο Παν/μιο Αθηνών, ΤΕΑΠΗ (2002-2004),  Πρόγραμμα Τσιγγανοπαίδων (ΕΠΕΑΕΚ), υπεύθυνο Παν/μιο Ιωαννίνων, ΦΠΨ (2003-2004), Πρόγραμμα Τσιγγανοπαίδων (ΕΠΕΑΕΚ), υπεύθυνο Παν/μιο Θεσσαλίας, ΠΤΔΕ (2006-2008). Το γεγονός αυτό υποδηλώνει τις καλές σχέσεις συνεργασίας που έχει με άλλα πανεπιστήμια (Πελοποννήσου, Αιγαίου, Ιωαννίνων, Θεσσαλίας).  Έχει στο ενεργητικό του πολλές εποπτείες  διδακτορικών και δημοσιεύσεις με τους υποψήφιους διδάκτορες. Από το 2000 έως το 2008 συμμετείχε στο πρόγραμμα Tuning της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην ομάδα Education. Το πρόγραμμα «TUNING Educational Structures in Europe» άρχισε το 2000 ως ένα project που να συνδέει τους πολιτικούς στόχους της «Bologna Process» και στη συνέχεια της «Στρατηγικής της Λισσαβόνας» με τον τομέα της ανώτατης εκπαίδευσης. Έτσι, κατανοούμε τη στενή του συνεργασία με το άλλο μέλος που παρουσιάζουμε στη συνέχεια.

(2)Ο Διονύσης Κλάδης. Από τις απαρχές (1998)του εγχειρήματος μέχρι σήμερα, το  Bologna  Process  είναι το «προσωπικό του στοίχημα» γι αυτό και προβάλλεται και ως Bologna /International Expert.  Έχει πολυετή θητεία σε πολιτικές θέσεις του Υπουργείου Παιδείας, Ως πρώην επίκ. Καθηγητής Φυσικής του Τμήματος Φυσικής του ΕΚΠΑ, μάλλον, «έμαθε» την εκπαιδευτική πολιτική στην πράξη, για να μπορεί να  θεωρείται σήμερα καθηγητής εκπαιδευτικής πολιτικής. Αυτό αποτελεί, όπως θα δούμε παρακάτω, και μια βασική υπόθεση εργασίας του  προγράμματος Advocacy Coalition Framework(ACF), με βάση το οποίο έχει γίνει και σχετική διατριβή, στην οποία ήταν μέλος της συμβουλευτικής Επιτροπής. Να το πούμε πιο απλά: Όποιος ασκεί πολιτικές  μαθαίνει, κιόλας, ο ίδιος! Σύμφωνα με το βιογραφικό του, υπήρξε «Μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Κέντρου Εκπαιδευτικής Έρευνας (1995-2004). Εθνικός εκπρόσωπος της Ελλάδας στη Διευθυντική Ομάδα (Directing Group) του Προγράμματος του ΟΟΣΑ "Institutional Management in Higher Education (IMHE)"(1989-2004). Υπεύθυνος της Διαδικασίας της Μπολόνιας από ελληνικής πλευράς. Με την ιδιότητα αυτή, συμμετείχε στις τρεις πρώτες Υπουργικές Συνόδους (Μπολώνια 1999), Πράγα (2001), Βερολίνο (2003) και ήταν εκπρόσωπος της Ελλάδας στην Ομάδα Προώθησης και Παρακολούθησης της Διαδικασίας της Μπολόνιας (Bologna Fol-low-Up Group)(1999-2004). Είχε την προεδρία της Ομάδας Προώθησης και Παρακολούθησης της Διαδικασίας της Μπολώνιας (Bologna Follow-Up Group) στη διάρκεια της Ελληνικής Προεδρίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (2003). Γενικός Γραμματέας, Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων (1986-88,με Υπουργό τον Αντώνη Τρίτση!) (Τώρα καταλαβαίνουμε γιατί ο Καβασακάλης στη διατριβή του πιστώνει στον Τρίτση την πρώτη προσπάθεια για καθιέρωση αξιολόγησης της ποιότητας στα πανεπιστήμια…Βλ.Παραπάνω).

Στη συνέχεια, διαβάζουμε ότι υπήρξε «Ειδικός Γραμματέας Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης, Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων (1998-2004, με Υπουργούς τον Γεράσιμο Αρσένη και τον Πέτρο Ευθυμίου). Με την ιδιότητα αυτή, είχα καθοριστική ευθύνη και συμμετοχή στη διαμόρφωση της κυβερνητικής πολιτικής στον τομέα της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης (και γενικότερα στον τομέα της ανώτατης εκπαίδευσης), τα κύρια σημεία της οποίας συνοψίζονται ως εξής: Διεύρυνση και επέκταση του ελληνικού συστήματος ανώτατης εκπαίδευσης, με τη δημιουργία νέων Τμημάτων αλλά και νέων Ιδρυμάτων Ανώτατης Εκπαίδευσης και κατά κύριο ρόλο σε περιφερειακή βάση-Ραγδαία αύξηση του αριθμού των Προγραμμάτων Μεταπτυχιακών Σπουδών και κατάρτιση νομοσχεδίου για τον εκσυγχρονισμό και τον εξορθολογισμό του συστήματος των μεταπτυχιακών σπουδών στην Ελλάδα (το οποίο δεν κατατέθηκε τελικώς για ψήφιση στη Βουλή)- Διαμόρφωση για πρώτη φορά στην Ελλάδα ενός Εθνικού Στρατηγικού και Χωροταξικού Σχεδίου Ανάπτυξης της ανώτατης εκπαίδευσης, και μάλιστα παράλληλα με την κατάρτιση στρατηγικών και επιχειρησιακών σχεδίων ανάπτυξης από μέρους όλων των ελληνικών Ιδρυμάτων Ανώτατης Εκπαίδευσης. Προώθηση των διαδικασιών διασφάλισης και αξιολόγησης ποιότητας στην ελληνική ανώτατη εκπαίδευση και κατάρτιση σχετικού νομοσχεδίου (το οποίο προωθήθηκε προς ψήφιση στη Βουλή μετά τον Μάρτιο του 2004), Διαμόρφωση και εφαρμογή ενός ορθολογικού, αποτελεσματικού και διαφανούς συστήματος κατανομής της κρατικής χρηματοδότησης στα ελληνικά Πανεπιστήμια-Εφαρμογή για πρώτη φορά στην Ελλάδα συστήματος τετραετούς αναπτυξιακού προγραμματισμού για τις κτιριακές υποδομές των ελληνικών Πανεπιστημίων (2000-2004)-Προώθηση της Ευρωπαϊκής Διάστασης της ελληνικής ανώτατης εκπαίδευσης», κ.α. Παραθέσαμε  όλα τα παραπάνω για να μπορούμε να θεμελιώσουμε την υπόθεση εργασίας ότι, αν αυτά είναι έγκυρα, ο καθηγητής Διονύσης Κλάδης ήταν μόνος του  και λειτούργησε ως πρόπλασμα μιας μη θεσμοθετημένης ΑΔΙΠ! Είναι ο πρωτοπόρος δηλαδή στην όλη υπόθεση. Μόνο που έπρεπε και πρέπει να περιμένει πολύ για να διαπιστώσει το αποτέλεσμα που είχαν οι διαρκείς προσπάθειες που έκανε όλα αυτά τα χρόνια για να πείσει αυτούς που δεν καταλάβαιναν το νόημα της Bologna Process.

 

Το βιογραφικό του είναι, πέρα από κάθε αμφισβήτηση  πλούσιο σε δραστηριότητες προώθησης πολιτικών διασφάλισης ποιότητας. Δεν έχει πάψει να είναι παρών και σήμερα. Σύμφωνα με το αναρτημένο/επικαιροποιημένο(2016) βιογραφικό του στο HepNet, είναι «μέλος της ομάδας εξωτερικών αξιολογητών της Ελληνικής Αρχής Διασφάλισης και Πιστοποίησης Ποιότητας (ΑΔΙΠ), με την ιδιότητα του διεθνούς εμπειρογνώμονα, ύστερα από υπόδειξη της European University Association (EUA). Με την ιδιότητα αυτή, συμμετείχε «στις αξιολογήσεις των παρακάτω ελληνικών Πανεπιστημίων και ΤΕΙ: ΤΕΙ Κεντρικής Μακεδονίας, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, ΤΕΙ Ιονίων Νήσων, ΤΕΙ Ηπείρου, ΤΕΙ Πελοποννήσου, Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο και ΤΕΙ Στερεάς Ελλάδας». Δε μπορούμε να κατανοήσουμε, είναι αλήθεια, την αναφορά που γίνεται στην «Έκθεση Εξωτερικής αξιολόγησης» του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων (2015), όπου συμμετέχει με την ένδειξη «Prof. Dionyssis Kladis Ιnternational Expert, Qatar»! Κατά το τρέχον έτος (2016), το 1ο τεύχος του περιοδικού ACADEMIA  του HepNet είναι αφιερωμένο στον ίδιο: «Dedication to Dionysis Kladis contribution to the development of Greek higher education system». Σκέφτομαι τη μεγάλη του ακαδημαϊκή διαδρομή: Αθήνα- Κομοτηνή-Κόρινθος- Qatar. Το βιογραφικό του είναι, όντως, πολύ πλούσιο. Θα επανέλθουμε κάποια άλλη φορά στην περίπτωση, όταν θα παρουσιάσουμε μια ενδεικτική έκθεση εξωτερικής αξιολόγησης, ενός πανεπιστημίου που το ξέρουμε από την ίδρυσή του μέχρι πρόσφατα: το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων.

 Κατά τη γνώμη μας, υπάρχει σοβαρό γενικό πρόβλημα με τους  ιπτάμενους άσχετους στο αντικείμενο της εκπαιδευτικής πολιτικής και της αξιολόγησης «εμπειρογνώμονες» του «μητρώου της ΑΔΙΠ. Όπως έχουμε ισχυριστεί κι άλλοτε, «οι εμπειρογνώμονες δεν είναι ανεξάρτητοι, μέσα στο δίκτυο των πολλαπλών ετεροπροσδιορισμών. Αυτό επιτείνεται από το γεγονός ότι, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, είναι παντελώς άσχετοι με τα αντικείμενα της εκπαιδευτικής πολιτικής, της συγκριτικής εκπαίδευσης, του στρατηγικού σχεδιασμού και ανάπτυξης, της αξιολόγησης, της διδασκαλίας, των προγραμμάτων σπουδών, κ.α., γιατί απλούστατα δεν τα έχουν σπουδάσει ούτε τα έχουν μελετήσει. Όλα τα παραπάνω  συγκροτούν αυτοτελές αντικείμενο έρευνας, σπουδής και διδασκαλίας στην τριτοβάθμια εκπαίδευση για την τριτοβάθμια εκπαίδευση.  Είναι φανερό ότι έχουμε να κάνουμε με «χρήσιμους» ερασιτέχνες αξιολογητές, που μετά από ερασιτεχνική «πιστοποίηση» εκ μέρους  της ΑΔΙΠ, εντάσσονται σε «μητρώο χρήσιμων εμπειρογνωμόνων». Όπως γίνεται αντιληπτό, στην περίπτωση αυτή, δεν έχει τηρηθεί στοιχειώδης ακαδημαϊκή δεοντολογία. Η  έρευνα και η διδασκαλία στη μικροβιολογία, τη μηχανολογία, την  τεχνολογία δε σε καταξιώνει ως «εμπειρογνώμονα αξιολογητή» στην ανώτατη εκπαίδευση. Ούτε η άσκηση διδακτικού έργου στο πλαίσιο προγράμματος σπουδών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης σε κάνουν ειδικό εμπειρογνώμονα για την πιστοποίησή τους. Είναι προφανές ότι οι σχεδιαστές και συντελεστές του εγχειρήματος ΑΔΙΠ(2016) δεν ενδιαφέρονται για το “the state of the art”(το αντλώ από την τελευταία Έκθεση)».

 Υπάρχει πρόβλημα  και με τους «ειδικούς». Ακόμα και οι εξειδικευμένοι αξιολογητές, όταν λειτουργούν στο υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας της ΑΔΙΠ, γίνονται τοποτηρητές του νεοφιλελεύθερου προτάγματος της αξιολόγησης. Πέρα από αυτό, μπορούμε να εκφράσουμε τη δυσπιστία μας στις επιλογές της ΑΔΙΠ: «ειδικοί» που συνδέονται με  πολιτικές του παρελθόντος για μια άναρχη και ανορθολογική επέκταση του δικτύου ανώτατης εκπαίδευσης στην Ελλάδα καλούνται σήμερα και επανέρχονται  ως «αξιολογητές-θεραπευτές» αυτής  της παθογένειας. Από πολλές πλευρές τονίζεται ότι τα δύο κόμματα, ΝΔ και ΠΑΣΟΚ, έχουν την ευθύνη για τον ανταγωνισμό που επέδειξαν στη διασπορά πανεπιστημίων και πανεπιστημιακών τμημάτων και ΤΕΙ στην επικράτεια, για να έρθει η «Αθηνά» από τις ίδιες πολιτικές δυνάμεις, για να «εξορθολογήσει δήθεν» το «χάρτη»! Αναφέρονται  πανεπιστημιακά Τμήματα που ιδρύθηκαν για να ικανοποιήσουν προσωπικές στρατηγικές  ορισμένων μελών ΔΕΠ!

(3) Άγγελος Καβασακάλης. Είναι διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Πατρών, με επιβλέποντα τον Γ. Σταμέλο και μέλος της τριμελούς επιτροπής (και της 7μελούς) τον Διονύση Κλάδη. Η διατριβή υποστηρίχτηκε το 2011. Θέμα της  είναι «Η θεσμοθέτηση ενός Συστήματος Διασφάλισης Ποιότητας στο Ελληνικό Πανεπιστήμιο: Συγκρότηση δικτύων υπεράσπισης αντιλήψεων και αξιών στο υποσύστημα πολιτικής του Πανεπιστημίου». Από τη διατριβή του έχουμε δανειστεί τους όρους «δρώντες-κλειδιά» και «δίκτυα πολιτικής». Στη διατριβή (έκδοση 2015) αναφέρεται ότι « Ο Άγγελος Καβασακάλης είναι Διδάκτορας του Πανεπιστημίου Πατρών και εργάζεται ως καθηγητής στα Εκπαιδευτήρια Γείτονα. Είναι μέλος και ερευνητής του διαπανεπιστημιακού δικτύου «Πολιτικές Ανώτατης Εκπαίδευσης» (http://hepnet.upatras.gr/). Εξωτερικός Συνεργάτης της Αρχής Διασφάλισης και Πιστοποίησης της Ποιότητας στην Ανώτατη Εκπαίδευση (Α.ΔΙ.Π.)… Το πεδίο ερευνητικών του ενδιαφερόντων είναι η εκπαιδευτική πολιτική, οι ευρωπαϊκές πολιτικές εκπαίδευσης και διά βίου μάθησης με έμφαση στις πολιτικές για την ανώτατη εκπαίδευση και οι διαδικασίες διασφάλισης της ποιότητας στην ανώτατη εκπαίδευση». Έχει αναρτήσει και «Βιογραφικό σημείωμα Europass», από το οποίο πληροφορούμαστε ότι υπήρξε Εξωτερικός Επιστημονικός Συνεργάτης της ΑΔΙΠ, κατά το διάστημα 2013-2015, σε πλήθος δραστηριοτήτων και αρμοδιοτήτων της ΑΔΙΠ. Επίσης, ενδιαφέρον παρουσιάζει η άμεση ένταξή του (από το 2015) ως Συνεργάτη «στο Διαπανεπιστημιακό Διατμηματικό Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών (ΔΔΠΜΣ): «Πολιτική Ανώτατης Εκπαίδευσης: Θεωρία και Πράξη», (http://mahep.upatras.gr/) στο ΠΤΔΕ του Πανεπιστημίου Πατρών. Δηλώνει και «Ερευνητής στο Διεπιστημονικό διαπανεπιστημιακό Δίκτυο «Πολιτικές Ανώτατης Εκπαίδευσης (ΠΑΕ)» του Πανεπιστημίου Πατρών». Μια, όντως, πολυσχιδής και πολυμερής δραστηριοποίηση ενός νέου διδάκτορα, παρά το σημαντικό έργο που έχει να προσφέρει και ως καθηγητής Φυσικής σε ένα αρκετά γνωστό για τις  εκπαιδευτικές πρωτοβουλίες εκπαιδευτήριο ιδιωτικής εκπαίδευσης. Το Δίκτυο έχει και άλλα μέλη, αλλά δε μπορούμε να ασχοληθούμε με το προφίλ των άλλων, γιατί δε φαίνεται να υπάρχει άμεση σύνδεσή τους με το θέμα που μας απασχολεί.

 Έχουμε μια όντως ενδιαφέρουσα συνεργασία  τριών μελών ενός Διαπανεπιστημιακού Ελληνικού Επιστημονικού Δικτύου (HepNet), με αντικείμενο, προφανώς, την υποστήριξη και προώθηση των πολιτικών της Bologna Process και της ΕΕ στην ελληνική εκπαίδευση. Έτσι, τα μέλη της ΑΔΙΠ και οι άλλοι συνεργάτες της έχουν μια εμφανή ομάδα υπεράσπισης απέναντι στις κριτικές επιθέσεις που δέχονται ή τους «θύλακες αντίστασης» που συναντούν, όταν επισκέπτονται τα ακαδημαϊκά ιδρύματα. Η υπόθεση που κάνουμε δεν είναι αυθαίρετη.

To HepNet και η διατριβή

Σε επόμενη ανάλυση, ίσως, ασχοληθούμε διεξοδικότερα με θεωρητικά και μεθοδολογικά εργαλεία ή άλλα ζητήματα της διατριβής. Στο σημείο αυτό θα διατυπώσουμε τις σοβαρές επιφυλάξεις μα που στη διατριβή υιοθετείται ένα αρκετά παλαιό θεωρητικό πλαίσιο που είχε διαμορφωθεί για την παραγωγή και την εφαρμογή πολιτικών σε δημόσιους τομείς, όπως τις πολιτικές δασών, νερού, γης, απορριμμάτων, ναρκωτικών, κ. τ. ο. Η θεωρητική κατασκευή είναι γνωστή ως Advocacy Coalition Framework (ACF).  Ο ίδιος ο Sabatier (2005), ο εμπνευστής της,  είχε κάνει μια καταγραφή εφαρμογών του θεωρητικού τους πλαισίου και εντόπισε 34, από τις οποίες καμιά δεν είχε ως πεδίο αναφοράς την εκπαίδευση, εκτός από μια περίπτωση στη Μοζαμβίκη, κάτι που τον έκανε να ελπίζει για πιθανή επέκταση στις χώρες του ΟΟΣΑ. Και σε μεταγενέστερη  σχετική επισκόπηση(2009) η εκτίμηση είναι ότι το ACF παρουσιάζει πάρα πολύ περιορισμένη χρήση στην εκπαίδευση. Πρόκειται, όντως, για πλαίσιο παραγωγής και εφαρμογής πολιτικών και απευθύνεται, κυρίως, σε συμβούλους εφαρμογών(practitioners). Ο βασικός εμπνευστής του ACF, ο Paul Sabatier, είναι περιβαλλοντολόγος.   Έτσι, μπορούμε να καταλάβουμε γιατί ο ίδιος αλλά και ο συντάκτης της διατριβής χρησιμοποιούν τον όρο «πόροι», όταν αναφέρονται στα δίκτυα από την πλευρά συμμετοχής μελών! Μια από τις υποθέσεις που έκανε ο Sabatier για τη μη χρήση του ACF  στην ανώτατη εκπαίδευση είναι ότι το συγκεκριμένο πρόγραμμα «υποθέτει ότι οι ερευνητές και οι εμπλεκόμενοι στο υποσύστημα πολιτικής δεν είναι ουδέτεροι αλλά, αντίθετα, είναι μέλη συνασπισμών προώθησης» συγκεκριμένων πολιτικών κι αυτό «αντιβαίνει στη βεμπεριανή αντίληψη περί δημόσιου λειτουργού» και ακαδημαϊκού ερευνητή και δασκάλου. Το ACF «επιβάλλει» τα «αξιώματά» του, τις ερευνητικές υποθέσεις και τα μεθοδολογικά εργαλεία.

Βασικές συνιστώσες του προγράμματος  ανάλυσης ACF είναι τα «Δίκτυα και Συνασπισμοί Δικτύων υπεράσπισης πολιτικής», οι δρώντες-κλειδιά και η «παραγωγή γνώσης μέσω πολιτικής εμπειρίας». Έχουμε τη γνώμη πως η τελευταία πτυχή της «μάθησης μέσω πολιτικής εμπειρίας» μας βοηθάει να κατανοήσουμε την ακαδημαϊκή καριέρα  συγκεκριμένων «δρώντων-κλειδιών» στην  προώθηση των πολιτικών ΑΔΙΠ. Το Δίκτυο HepNet είναι μάλλον τυπική περίπτωση Δικτύου παραγωγής και προώθησης-υπεράσπισης πολιτικής στα πανεπιστήμια. Λες και στη διατριβή υιοθετήθηκε  το ACF  γιατί προσφερόταν και ως έρευνα «αυτοαναφοράς» των βασικών συντελεστών της. Η μεγάλη μας δυσκολία είναι να κατανοήσουμε και να αποδεχτούμε τη θεωρητική και μεθοδολογική  ακροβασία να θεωρηθούν «Δίκτυα πολιτικής» τα πολιτικά κόμματα ( Παρουσιάζονται ως «Δίκτυο ΝΔ», «Δίκτυο ΠΑΣΟΚ» «Δίκτυο ΚΚΕ», «Δίκτυο ΣΥΡΙΖΑ»). Πρόκειται για μια  ατυχή επιλογή η αντιμετώπιση των κομμάτων ως «δικτύων». Μαζί με τα «Δίκτυα ΙΝΕ-ΓΣΕΕ», «ΙΟΒΕ-ΣΕΒ»! Μαζί και το Δίκτυο «ΠΟΣΔΕΠ»! Έχουν διαγραφεί οι ιδιαιτερότητες που προκύπτουν από τη συμμετοχή διαφορετικών συνδικαλιστικών παρατάξεων σε αυτά τα όργανα. Και «νέα Δίκτυα» (που εμφανίστηκαν συγκυριακά): «Πρωτοβουλία», «ΚΙΠΑΝ». Το «GURF» (Για όσους δεν το ξέρετε: Greek University Reform Forum. Γιατί λογίζεται ως δίκτυο;) .Το «Δίκτυο Σύνοδος Πρυτάνεων»(: ένα συγκυριακό  μωσαϊκό 24 εξατομικευμένων προσωπικών ανταγωνιστικών στρατηγικών συνιστά δίκτυο!). Το «Δίκτυο ΑΡ.ΣΗ». Δίπλα σε όλα αυτά και οι «δρώντες-κλειδιά»! Οι φοιτητές απουσιάζουν από το προσκήνιο! Φοιτητικές παρατάξεις και  Φοιτητική Σύλλογοι  Τμημάτων/Πανεπιστημίων που σήκωσαν όλο το φορτίο της αντίστασης στα σχετικά μέτρα (μέχρι και το 2016) μένουν εκτός πεδίου. Μήπως βρίσκονταν στις καταλήψεις; Η μη συγκρότηση της ΕΦΕΕ τους τιμώρησε με αποβολή από την έρευνα! Μετά από όλα αυτά, γιατί η ΑΔΙΠ δεν αντιμετωπίστηκε ως «Δίκτυο», με τους όρους των συντελεστών της διατριβής; Όσοι συγκροτούν το Συμβούλιο έχουν πολλούς λόγους να ταυτίζονται, άνευ όρων,  με το πλαίσιο αρχών, πολιτικών  και πρακτικών της. Άλλωστε, η ΑΔΙΠ έχει στήσει «δίκτυο», τουλάχιστον, 36 ΜΟ.ΔΙ.Π στα ακαδημαϊκά ιδρύματα της χώρας, με σχέσεις ιεραρχικής δικτύωσης. Οι ΜΟ.ΔΙ.Π είναι θεσμοθετημένες ιδρυματικές δικτυώσεις  των επιμέρους ακαδημαϊκών μονάδων!

Είναι απίστευτη θεωρητική ακροβασία  να απορρίψουν με «συνοπτικές διαδικασίες», αν και αφιέρωσαν 100 περίπου σελίδες(26-113),  κλασσικές δοκιμασμένες θεωρητικές και μεθοδολογικές προσεγγίσεις στην ανάλυση της εκπαιδευτικής πολιτικής για να διατυπώσουν πολλές αναπάντητες ερευνητικές ερωτήσεις του τύπου: «Ποιες είναι οι αντιλήψεις της ακαδημαϊκής κοινότητας και των κοινωνικών εταίρων για το ρόλο και τη λειτουργία του Πανεπιστημίου; Ποιες είναι οι αντιλήψεις της ακαδημαϊκής κοινότητας και των κοινωνικών εταίρων για το ρόλο και τη λειτουργία του Πανεπιστημίου που θεωρούν ότι προωθούνται από τις ευρωπαϊκές εκπαιδευτικές πολιτικές»; Τέτοιες ερωτήσεις υπάρχουν πολλές. Μόνο που η «ακαδημαϊκή κοινότητα» είναι αυθαίρετη κατασκευή του ερευνητή και ως τέτοια δεν «έχει αντιλήψεις». Δεν υπάρχει «κοινότητα». Υπάρχουν πολλές και αντιτιθέμενες απόψεις και πρακτικές, σε καθεστώς διαρκούς σύγκρουσης των αντιθέσεων, που  σημειώνονται σε όλα τα ακαδημαϊκά ιδρύματα και τις ακαδημαϊκές μονάδες , κι αυτά δε μπορούν να καταγραφούν ούτε να ανιχνευτούν με  τα  συγκεκριμένα θεωρητικά και μεθοδολογικά εργαλεία.

 Αν  και στην έρευνα εκπαιδευτικής πολιτικής  έχουν εμπεδωθεί ως πεδίο αναφοράς  το τρίπτυχο Κράτος- Κοινωνία- Οικονομία, με  επίκεντρο το ζεύγος  κοινωνία και άτομο, ή, δομή και δράση, προκρίνουν  ερμηνευτικές προσεγγίσεις οι οποίες εγγράφονται στο βεμπεριανό παράδειγμα,  την ίδια στιγμή που περνούν-υποτίθεται- από το ερευνητικό μικροσκόπιο  μια μεγάλη σειρά κειμένων εκπαιδευτικής πολιτικής, για να τα μελετήσουν. Χρησιμοποιώ «πληθυντικό ρήμα», γιατί οι πολύ σοβαρές αυτές θεωρητικές και μεθοδολογικές επιλογές δε μπορεί να είναι προσωπική υπόθεση του υποψήφιου διδάκτορα. Οι επόπτες του και ο υποψήφιος διδάκτωρ παρέκαμψαν κλασσικές δόκιμες  και ευρέως διαδεδομένες θεωρητικές προσεγγίσεις πολιτικής κοινωνιολογίας στη μελέτη της Εκπαιδευτικής Πολιτικής, με θεωρητικές αναφορές στον Μαρξ, τον Γκράμσι, τον Αλτουσέρ, τον Πουλαντζά, κ.α. Αυτές διαμορφώθηκαν από τους Γάλλους θεσμικούς λειτουργιστές( Bourdieu /Passeron) ή με το έργο των μαρξιστών Baudelot και Establet για τη Γαλλική εκπαίδευση ή άλλων όπως του  R. Miliband, Cl.Offe. Ή των Αμερικανών μαρξιστών Bowles και Gintis για την Αμερικάνικη εκπαίδευση ή άλλων γνωστών Αμερικανών με σημαντικό έργο στο συγκεκριμένο πεδίο, όπως των Martin Carnoy, Henry Levin, Michael Apple, Roger Dale, Thomas Popkevitz και πολλών άλλων. Περιορίζομαι σε αυτούς, κυρίως Αμερικανούς, που είναι σύγχρονοι των ελάχιστα γνωστών στο χώρο της Εκπαίδευσης, Αμερικανών, του Paul Sabatier, καθηγητή «περιβαλλοντολογικών σπουδών» στο πανεπιστήμιο της California, που σε συνεργασία, αρχικά, με τον καθηγητή Δημόσιας Πολιτικής, τον Daniel  A. Mazmanian  και στη συνέχεια με τον καθηγητή  Πολιτικών Επιστημών, τον Hank  Jenkins-Smith, έχουν διαμορφώσει την Advocacy  Coalition Approach.

Παρουσιάζει ενδιαφέρον  και κάτι άλλο. Εντοπίσαμε ένα κριτικό κείμενο για την «αξιολόγηση- διασφάλιση της ποιότητας στην ανώτατη εκπαίδευση», από την Ε. Πρόκου (2008), που δημοσιεύθηκε την περίοδο εκπόνησης της διατριβής, Ο τίτλος της διατριβής της συμπεριλαμβάνεται στις αναρτήσεις του HepNet. Είχε γραφεί κι ένα άκρως ενδιαφέρον και  πολύ επίκαιρο τότε, λόγω του νόμου 3374/2005, βιβλίο του Χρ. Κάτσικα (2005), με εκτενή(9-22) πρόλογο του Ν. Θεοτοκά, για το σχετικό θέμα. Υπάρχει και μια διατριβή (Μπαρτζάκλη Μαριάννα2010) που ως ένα βαθμό  καταπιάνεται με την «Εκπαιδευτική Πολιτική για τη Διασφάλιση της Ποιότητας στην Εκπαίδευση», στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, με επόπτη τον Σταμέλο, στο ίδιο Τμήμα.  Αναφέρεται στο βιογραφικό του Σταμέλου, αλλά δεν αναφέρεται στο HepNet. Στο θέμα αυτής  της διατριβής  διακρίνουμε μια «ακαδημαϊκή βιασύνη», αν λάβουμε υπόψη ότι η αντίστοιχη ΑΔΙΠΠΔΕ θεσμοθετήθηκε πολύ αργότερα (ν.4142/2013)  και «παροπλίστηκε», προς το παρόν. Πάντως, απουσιάζουν, παντελώς, αυτές οι εργασίες από το ακαδημαϊκό περισκόπιο του ερευνητή, εκτός και πρόκειται για ιδιότυπο «ακαδημαϊκό αποκλεισμό». Αν αυτό συμβαίνει, ο ερευνητής μας παραπλανά όταν γράφει(ό.π.:273): «…φαίνεται να απουσιάζει από το θεσμικό διάλογο αυτή η απαραίτητη, κατά τη γνώμη μας, συζήτηση και ανάλυση ενώ σε αντίθεση πραγματοποιούνται επιφανειακές συζητήσεις με εστίαση σε επιμέρους θέματα είτε για το συγκεκριμένο πρόγραμμα αξιολόγησης είτε γενικότερα για το ρόλο, τις αξίες και τη λειτουργία του ελληνικού πανεπιστημίου, οι οποίες είναι συνήθως «συνθηματικού» και «δημοσιογραφικού» χαρακτήρα». Αυτή η «ακαδημαϊκή αυτάρεσκη» εκτίμηση αδικεί και τους άλλους ερευνητές και τον ίδιο.

Κάτι μας λέει ότι οι συντελεστές της διατριβής είναι  τυπικοί στην πιστή εφαρμογή του ACF που τελικά αλλοιώνει και το εργαλείο αλλά και τα δεδομένα. Έτσι κι αλλιώς, τα «δεδομένα» καθώς προκύπτουν από μια μη δομημένη και συγκροτημένη ανάλυση των «επίσημων κειμένων» πολιτικής και των 36 συνεντεύξεων  χάνονται  για να  ξαναβρεθούν άτεχνα στο δρόμο για μια ατελέσφορη  υπεράσπιση των αρχών πιστοποίησης και διασφάλισης της ποιότητας, μέσω αξιολόγησης, υπό την αιγίδα μιας «ανεξάρτητης αρχής», όπως είναι η ΑΔΙΠ. Μια άλλη φορά, θα συνεχίσουμε τη σχετική συζήτηση επί των γενικών αυτών ζητημάτων.

 Η ΑΔΙΠ έχει την τιμητική της, παρόλα αυτά

Το πεδίο των αναλύσεων και των σχετικών διερευνήσεων δεν είναι παρθένο, κι ας έχει διαφορετική άποψη ο Καβασακάλης στη διατριβή του. Διαθέτουμε μια σειρά από πανεπιστημιακούς που έχουν να επιδείξουν σημαντικό έργο με αντικείμενο την εκπαιδευτική πολιτική στην Ελλάδα, στο πλαίσιο ευρύτερων αναζητήσεων αναφορικά με την ευρωπαϊκή πολιτική της ΕΕ για την εκπαίδευση. Για το θέμα που μας απασχολεί εδώ είναι ενδιαφέρον που διαθέτουμε κιόλας και διδακτορική διατριβή. Αν και το επίμαχο ζήτημα δεν ήταν «ώριμο», την εποχή που έγινε η σχετική έρευνα (πριν από το 2011), μια και δεν είχε συντελεστεί  ούτε η θεσμική ενίσχυση της ΑΔΙΠ(ν.4009/2011 επί Α. Διαμαντοπούλου) ούτε η ολοκλήρωση του πρώτου κύκλου των αξιολογήσεων στα ακαδημαϊκά ιδρύματα. Παρ όλους τους περιορισμούς της, πρόκειται για μια ένδειξη «ακαδημαϊκής» αγωνίας για το πώς να προωθηθεί, χωρίς, άλλες καθυστερήσεις, «Η θεσμοθέτηση ενός Συστήματος Διασφάλισης Ποιότητας στο Ελληνικό Πανεπιστήμιο: Συγκρότηση Δικτύων Υπεράσπισης Αντιλήψεων και Αξιών στο Υποσύστημα Πολιτικής του Πανεπιστημίου» (Καβασακάλης, Άγγελος,2015). Ο τίτλος της διατριβής  είναι ενδεικτικός για το θεωρητικό του προσανατολισμό, με την αναφορά του στη «συγκρότηση «δικτύων» και στο «υπο-σύστημα», όπως ήδη αναφέραμε. Η παραπάνω εκτίμηση που κάναμε στηρίζεται σε ενδείξεις, που ξεφυτρώνουν αδιάκοπα στις γραμμές ή ανάμεσα από τις γραμμές του σχετικού κειμένου της διατριβής. Ας σημειώσουμε ορισμένες.

Είναι κραυγαλέα για το ιδεολογικό και θεωρητικό στίγμα που δίνει  η πρώτη εισαγωγική παράγραφος. Θα χρειαστεί να προσέξουμε τις σχετικές διατυπώσεις, μια και θα τις σχολιάσουμε. Διαβάζουμε: «Κατά τη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας η εύρυθμη λειτουργία των ελληνικών πανεπιστημίων έχει διαταραχθεί αρκετές φορές με αφορμή τις μεταρρυθμιστικές προσπάθειες των διαφόρων κυβερνήσεων. Παράλληλα, αρκετοί δρώντες στο υποσύστημα πολιτικής του ελληνικού πανεπιστημίου φαίνεται να αντιστέκονται στην εφαρμογή πτυχών της ευρωπαϊκής εκπαιδευτικής πολιτικής που αποτελούν εθνικές δεσμεύσεις. Σημείο της διαμάχης και πηγή έντονου δημόσιου διαλόγου φαίνεται να αποτελούν οι προσπάθειες δημιουργίας ενός θεσμοποιημένου μηχανισμού διασφάλισης της ποιότητας στην ανώτατη εκπαίδευση» (ό. π.19).

 Θα προσπαθήσουμε, στη συνέχεια, να κάνουμε δημόσιο τον προσωπικό μας διάλογο ανάγνωσης ( δεδομένη η σχετική αυτολογοκρισία), με το απόσπασμα κειμένου που μόλις διαβάσαμε: Είναι οφθαλμοφανής η αφετηριακή παραδοχή του ερευνητή και των «μεντόρων»  του για τη δεδομένη «εύρυθμη λειτουργία» των ελληνικών πανεπιστημίων»  την οποία διαταράσσουν κάποιοι. Θεωρείται αδιαμφισβήτητος ο  «μεταρρυθμιστικός» χαρακτήρας  που είχαν  «οι προσπάθειες των διάφορων κυβερνήσεων»! Καμία αντίρρηση περί αυτού: οι εκπαιδευτικές πρωτοβουλίες των διάφορων κυβερνήσεων είναι «μεταρυθμιστικές». Οι διαδοχικές κυβερνήσεις είναι «διάφορες», αν  και προέρχονταν από δύο συγκεκριμένα κόμματα. «Παράλληλα», μάλλον,  με « τις μεταρρυθμιστικές προσπάθειες των διαφόρων κυβερνήσεων», εκδηλώνονται «αρκετοί δρώντες» οι οποίοι «φαίνεται να αντιστέκονται». Όχι γενικά και αορίστως, αλλά  πολύ συγκεκριμένα « αντιστέκονται στην εφαρμογή πτυχών της ευρωπαϊκής εκπαιδευτικής πολιτικής που αποτελούν εθνικές δεσμεύσεις». Μόνο, σε ορισμένες πτυχές αντιστέκονται. Οι «εθνικές δεσμεύσεις», ούτε καν κυβερνητικές,   είναι , κατά πώς φαίνεται, ένα ερμηνευτικό κλειδί-«φετίχ» και προάγγελος πολλών δεινών που ακολούθησαν με τα «δεσμά» των μνημονίων. Εθιστήκαμε στις «δεσμεύσεις» και  αυτό ήρθε γάντι για τα «πολιτικά άλλοθι» των  κυβερνώντων. Αυτοί οι δρώντες είναι, απλώς αρκετοί, αλλά δεν αναφέρονται ως φοιτητές , πανεπιστημιακοί και εργαζόμενοι. Πάντως, δρουν «στο υποσύστημα πολιτικής του ελληνικού πανεπιστημίου». Εκεί, ακριβώς, στο υπο-σύστημα. 

Συνεχίζουμε παρατηρώντας ότι η  διαμάχη αφορά σε «σημείο» κι αυτό  «φαίνεται» να είναι (δεν το γνωρίζουμε)- γι αυτό ψάχνουμε να δούμε αν τελικά είναι- «οι προσπάθειες δημιουργίας ενός θεσμοποιημένου μηχανισμού διασφάλισης της ποιότητας στην ανώτατη εκπαίδευση». Έχουμε ξεκαθαρίσει σιωπηρά, ήδη, ότι η ποιότητα και η διασφάλισή της είναι οι  αναμφισβήτητες  μεταρρυθμιστικές προτεραιότητες για το ελληνικό πανεπιστήμιο. Η επίσημη κυβερνητική ρητορική πιστοποίησης και διασφάλισης της ποιότητας γίνεται  αφετηριακή παραδοχή στη διατριβή. Τα ερευνητικά ερωτήματα ξεκινούν με δεδομένη την παραδοχή ότι έχουμε να κάνουμε με μια «σοβαρή» και «σημαντική» μεταρρυθμιστική τομή, και επομένως η έγνοια μας είναι, πώς να ξεμπερδεύουμε με τα εμπόδια που εντοπίζει η έρευνα που θα κάνουμε. Αυτός είναι  ο σιωπηρός διάλογος που κάναμε με το συγκεκριμένο απόσπασμα της διατριβής.  Και, βέβαια, αυτό είναι το μοτίβο.

Στην αμέσως επόμενη σελίδα του προλόγου, διαβάζουμε: «Παράλληλα, πραγματοποιούνται εξελίξεις και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Το 1998 αποτελεί μια χρονιά-σταθμό για τις πολιτικές διασφάλισης της ποιότητας στην ευρωπαϊκή ανώτατη εκπαίδευση, καθώς εκδίδεται η πρώτη Σύσταση για τη διασφάλιση της ποιότητας στην ευρωπαϊκή ανώτατη εκπαίδευση και ξεκινά η διαδικασία που ένα χρόνο αργότερα ονομάστηκε «Διαδικασία της Μπολόνια». Αυτές οι δύο εξελίξεις υποδηλώνουν την έναρξη της διαδικασίας συγκρότησης ενός ευρωπαϊκού χώρου ανώτατης εκπαίδευσης, με τη διασφάλιση της ποιότητας να αποτελεί έναν από τους κεντρικούς άξονες δράσης για τη δόμηση και λειτουργία του» (ό. π.: 20).

Πρόκειται για μια πανηγυρική αποδοχή του συγκεκριμένου αφηγήματος που, ως ένα μεγάλο βαθμό, προσδιόρισε  τις θεωρητικές και μεθοδολογικές επιλογές της έρευνας, με σχεδόν ρητό στόχο την «ερευνητική υπεράσπιση» της «κουλτούρας αξιολόγησης και ποιότητας» στα πανεπιστήμια. Άλλωστε, ο ίδιος ο μέντορας είναι χρόνια τώρα θιασώτης της συγκεκριμένης πολιτικής: «Η συνολική στροφή της μετα-υποχρεωτικής εκπαίδευσης προς την αγορά εργασίας, σε συνδυασμό με την πολιτική αμοιβαίας αναγνώρισης των τίτλων σπουδών, θέτει επιτακτικά το ζητούμενο της διασφάλισης της ποιότητας της παρεχόμενης εκπαίδευσης. Δίχως αμφιβολία η διασφάλιση της ποιότητας προϋποθέτει διαδικασίες αξιολόγησης… (με) μετρήσιμα κριτήρια» (Σταμέλος, Γ. κ.α. 2004:163-164). Μόνο που δε συμπληρώνεται ότι, ως συνέπεια της αξιολόγησης που συγκρίνει και κατατάσσει με αγοραία κριτήρια, ο άκρατος ανταγωνισμός μεταξύ χωρών-μελών, με πολύ διαφορετικό επίπεδο ανάπτυξης, και μεταξύ ακαδημαϊκών ιδρυμάτων διαφορετικής ιστορίας και παράδοσης, στην «ελεύθερη αγορά» των εκπαιδευτικών υπηρεσιών, θα είναι άνισος, υπέρ των ισχυρών, όπως ήδη προδιαγράφεται και στα άλλα πεδία πολιτικής της ΕΕ: ο πλούσιος κι εργατικός βορράς κι ο τεμπέλης φτωχός  νότος.

Ελληνική ιδιαιτερότητα;

Από τις απαρχές ένταξης της χώρας στις διεργασίες της ΕΕ, έχουμε την τάση να αναγορεύουμε τον όποιο ευρωπαϊκό εκσυγχρονισμό σε αυταξία, αίτημα και ανάγκη, χωρίς να μας απασχολεί το ιδιαίτερο περιεχόμενο του και οι επιπτώσεις του στη χώρα. Αυτό παρατηρείται ιδιαίτερα στην περίπτωση της Ελλάδας με το επιχείρημα της «καθυστέρησης» και της «απόστασης» που μας χωρίζει από το επίπεδο ανάπτυξης και εκσυγχρονιασμού  των άλλων μελών-εταίρων της ΕΕ. Ένδειξη αυτού είναι τα κοινοτικά κονδύλια που διατέθηκαν με τα προγράμματα ΕΠΕΑΕΚ και ΕΣΠΑ, στο πλαίσιο των πολιτικών επικουρικότητας για την εναρμόνιση, τη σύγκλιση και την ομοιοτροπία.  Το διακύβευμα συμπυκνώθηκε στην επινόηση της λεγόμενης «ευρωπαϊκής διάστασης» στην εκπαίδευση. Σύμφωνα με μια κυρίαρχη άποψη, η Ελλάδα έπρεπε να  «προσαρμόζει το βηματισμό" της για "ιδιαίτερα υψηλούς ρυθμούς που απαιτούνται ώστε να καλύψουμε σε λογικό χρόνο την απόσταση" που μας χωρίζει από τις άλλες χώρες. H ανάπτυξη του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος δεν κρινόταν σε σχέση με το προηγούμενο επίπεδο ανάπτυξης όσο από τη μείωση της απόστασης που "χώριζε την ελληνική εκπαιδευτική πραγματικότητα από αυτή των άλλων ευρωπαϊκών χωρών". Αυτό είχε τις επιπτώσεις του στις διαδικασίες  υποδοχής και πρόσληψης της ευρωπαϊκής πολιτικής. Οι διάφοροι γύροι «Εθνικού Διαλόγου» για την παιδεία, μετά το 1986, πρόβαλλαν συστηματικά την πρόκληση της λεγόμενης «Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης» και την κάλυψη της απόστασης που χωρίζει τη χώρα μας από το επίπεδο ανάπτυξης των άλλων χωρών.

 Με δεδομένες τις διοικητικές και διαχειριστικές ανεπάρκειες στην αξιοποίηση των κοινοτικών κονδυλίων, ο κίνδυνος της χαμηλής απορροφητικότητας ήταν ένας  βραχνάς επιτάχυνσης των εφαρμογών. Έτσι, το «σύνδρομο της απόστασης» σε συνδυασμό με τις αργόσυρτες διαδικασίες εφαρμογών δημιουργούσαν ένα περιβάλλον  «επείγουσας επίσπευσης» που δεν επέτρεπε την ανάπτυξη προϋποθέσεων κριτικής πρόσληψης των ευρωπαϊκών πρωτοβουλιών. Καταφέραμε να παγιδευτούμε, στην άκριτη εκδοχή του «ανήκουμε στη Δύση (άνευ όρων)». Κι αυτό ήταν και είναι τροχοπέδη στην αναζήτηση εναλλακτικών «εξειδικευμένων λύσεων» στην ελληνική εκπαίδευση. Η υπόθεση εκτυλίσσεται σε μια διαδικασία εισαγωγής «καινοτομιών». Ο μιμητικός, μεταπρατικός χαρακτήρας των εκπαιδευτικών πολιτικών που ασκούνται είναι εμφανής. Η ανασυγκρότηση της ελληνικής εκπαίδευσης νομιμοποιείται με αναφορά σε δεσμεύσεις και δείκτες των ευρωπαϊκών πολιτικών. Προσλαμβάνουμε άκριτα ό, τι ευρωπαϊκό  ως καινοτόμο, σύγχρονο και προοδευτικό και δεν έχουμε χρόνο και ετοιμότητα να «διαβάσουμε» το νεοφιλελεύθερο αφήγημα που υποβαστάζει τις ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες στην εκπαίδευση και την πρόσληψή τους από τους εγχώριους κυβερνώντες. Η εκτίμηση που κάνουμε είναι ότι η επιλογή της εναρμόνισης  εξαντλούνταν σε δείκτες μηχανιστικής και τεχνοκρατικής προσκόλλησης, χωρίς να  αποκτάει τα χαρακτηριστικά ενός ουσιαστικού μετασχηματισμού δομών και περιεχομένου της εκπαίδευσης για τον ουσιαστικό εκδημοκρατισμό της.  Η ελληνική, δηλαδή, εκπαίδευση, με τους διδάσκοντες και διδασκόμενους, ήταν  διαρκώς εκτεθειμένη στα κηρύγματα της  κυρίαρχης  νεοφιλελεύθερης  ιδεολογίας, χωρίς να υπάρχουν οι πολιτικές εκείνες δυνάμεις στη διακυβέρνηση της χώρας που να επιχειρήσουν σοβαρές τομές  ουσιαστικού δημοκρατικού μετασχηματισμού στην πράξη.

Όλη αυτή η υπόθεση της υποδοχής και της πρόσληψης  των ευρωπαϊκών πολιτικών στην Ελλάδα έχει απασχολήσει πολλούς. Για μας, όλα αυτά εκπορεύονται από το «ευρωπαϊκό εργαστήριο» που προωθεί το νεοφιλελευθερισμό και στην εκπαίδευση.  Άρα, η όποια καθυστέρηση έχει να κάνει, κυρίως, με την υποδοχή των νεοφιλελεύθερων αρχών εκπαιδευτικής πολιτικής. Ο Σταμέλος  σημειώνει ότι η ευρωπαϊκή εκπαιδευτική πολιτική, «δεδομένης της μεσογειακής μας υπερβολής, αντιμετωπίζεται, όχι σπάνια, εντελώς εξωπραγματικά, με απίστευτη μερικές φορές επιπολαιότητα, γεγονός που δε διευκολύνει τη σωστή αξιολόγηση της κατάστασης και των δυνατοτήτων της» (Σταμέλος, Γ. κ .α.,2004: 151). Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και ο διδάκτωρ του οποίου επόπτευε τη διατριβή στο Πανεπιστήμιο Πατρών, ο Αγγ. Καβασακάλης(2015:224): «Η αξιολόγηση, και η βελτίωση μέσω αυτής, της ποιότητας οποιασδήποτε διαδικασίας αποτελεί ένα σύνθετο προς ανάλυση θέμα συνολικά για την ελληνική κοινωνία καθώς φαίνεται να υπάρχει μια ελληνική ιδιαιτερότητα σε σχέση με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές κοινωνίες. Και αυτό καθώς στην ελληνική κοινωνία φαίνεται να δημιουργούνται μεγάλες εντάσεις όποτε γίνονται προσπάθειες να προωθηθεί κάποιο πολιτικό πρόγραμμα, σε οποιοδήποτε υποσύστημα πολιτικής, το οποίο να θεσμοποιεί ένα σύστημα ελέγχου και αξιολόγησης στις δραστηριότητες του συγκεκριμένου υποσυστήματος. Αυτή η ιδιαιτερότητα οφείλεται πιθανότατα στον τρόπο που γίνονται αντιληπτές από την ελληνική κοινωνία οι έννοιες της ισχύος και του ελέγχου (Σταμέλος, 2009: 217) και έχει ως αποτέλεσμα, τις περισσότερες φορές, μια δυσκολία στη θεσμοθέτηση και εφαρμογή συστημάτων αξιολόγησης. Για αυτό το λόγο, ενώ το ελληνικό σύστημα διακυβέρνησης σε όλους τους τομείς πολιτικής φαίνεται, τουλάχιστον μακροσκοπικά, συγκεντρωτικό παρατηρείται παράλληλα το φαινόμενο οι ελληνικές κυβερνήσεις να δυσκολεύονται να ψηφίσουν ή, ορθότερα, να εφαρμόσουν διαδικασίες ελέγχου και αξιολόγησης σε διάφορα πεδία πολιτικής.

Με αυτό ως δεδομένο της ελληνικής πραγματικότητας, είναι εξηγήσιμη η δυσκολία που διαπιστώνει ο εκάστοτε ερευνητής όταν προσπαθεί να αναλύσει τις προσπάθειες θεσμοθέτησης διαδικασιών ελέγχου και αξιολόγησης, ιδιαίτερα δε σε έναν ευαίσθητο τομέα πολιτικής όπως είναι αυτός της εκπαίδευσης. Το πρόβλημα φαίνεται να μεγιστοποιείται και να εκφράζεται συχνά με διαμάχες και εντάσεις όταν οι προσπάθειες αφορούν σε ένα θεσμοποιημένο σύστημα αξιολόγησης που θα βελτιώνει και θα διασφαλίζει την ποιότητα στο πανεπιστήμιο. Ιδιαιτέρως γιατί πρόκειται για έναν αρκετά πολύπλοκο, θεσμοποιημένο οργανισμό ο οποίος θέτει την έννοια της αυτονομίας σε σημαντική θέση στις κεντρικές του αξίες και πολιτικές πεποιθήσεις».

Αποφεύγουμε τον αδόκιμο όρο «φιλοσοφία» που χρησιμοποιούν, κατά κόρον, σε ανάλογες περιπτώσεις  ορισμένοι ερευνητές ( ο Καβασακάλης τον χρησιμοποιεί κατά κόρον) εκπαιδευτικής πολιτικής (που δηλώνουν ότι δε δημοσιογραφούν) γιατί κρίνουμε πως διατυπώσεις, όπως «η φιλοσοφία του προγράμματος», « η φιλοσοφία του εγγράφου»,  «η φιλοσοφία  του νόμου», «η φιλοσοφία της αξιολόγησης», κ. τ. ο. αδικούν τη φιλοσοφία (όταν τη χρησιμοποιούν ως έννοια «πασπαρτού») αλλά και υποβιβάζουν το υπό μελέτη αντικείμενο σε νεφέλωμα ασάφειας ή σύγχυσης. Πολύ περισσότερο όταν αντικείμενο συζήτησης είναι η πιστοποίηση και η διασφάλιση ποιότητας στο πεδίο της εκπαίδευσης, ένα πεδίο που, έτσι κι αλλιώς, είναι ανοιχτό σε ταξικές αντιθέσεις, κοινωνικές συγκρούσεις και πολιτικοιδεολογικές αντιπαραθέσεις διαρκείας. Είναι αυτή η τελευταία παραδοχή που θεμελιώνει τον ισχυρισμό μας ότι η  αντιπαράθεση που σημειώθηκε στην υπόθεση καθιέρωσης  και προώθησης της ΑΔΙΠ ήταν αναμενόμενη και ότι δεν είναι «ελληνική ιδιαιτερότητα», όπως θέλουν να την παρουσιάζουν ορισμένοι. Ούτε ευσταθεί ο ισχυρισμός περί  «μεγάλης καθυστέρησης» στην καθιέρωσή της. Ο ισχυρισμός περί «καθυστέρησης» είναι ένδειξη σοβαρής ακαδημαϊκής μυωπίας ή στρατευμένης μεροληψίας,  σε περιπτώσεις που διακυβεύονται σημαντικές ακαδημαϊκές αρχές και κοινωνικά αιτήματα για «δημόσια και δωρεάν παιδεία». Είναι αυταπόδεικτα άκρως μεροληπτικός και αυθαίρετος ο ισχυρισμός ότι η πρώτη συμμετοχή δύο ελληνικών ιδρυμάτων σε διεθνή προγράμματα αξιολόγησης, το 1994-95, ήταν «ένα σημείο-σταθμός «γιατί εντάσσονταν στη γενικότερη προσπάθεια ανάπτυξης μιας κουλτούρας αξιολόγησης και ποιότητας» (ό.π :235). Μπορούμε να μιλάμε για ταύτιση με τις πολιτικές του ΟΟΣΑ, της Bologna Process και της ΕΕ. Από τότε (1994-95) μέχρι το 2016, είχαμε απίστευτης επιμονής απόπειρες, διαβουλεύσεις, διακηρύξεις, αποφάσεις, κανονισμούς, ευρωπαϊκά προγράμματα, κοινοτικά προγράμματα (1998-2016: ΕΠΕΑΕΚ I KAI II, ΕΣΠΑ), νομοθετήματα. Δε μπορεί, παρά η περίπτωση της Ελλάδας να αποτελεί αγκάθι αντίστασης στην επιτυχή ολοκλήρωση του εγχειρήματος. Πάντως, χωρίς χρηματοδότηση δε θα σημειώνονταν ούτε η παραμικρή εξέλιξη. Ένδειξη αποτελεί και η απόπειρα καθιέρωσης και εφαρμογής των αντίστοιχων πολιτικών της ΑΔΙΠΠΔΕ στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση.  Χωρίς τα κοινοτικά κονδύλια ΕΣΠΑ δε θα μπορούσε να γίνει απόπειρα επιβολής μιας «ολοκληρωτικής» και αυταρχικής αξιολόγησης. Η υπόθεση τελεί υπό αναστολή, προς το παρόν. Ο εκμαυλισμός και η εξαγορά φαίνεται ότι εμπίπτει στη φαρέτρα προπαγάνδισης των πολιτικών και πρακτικών προώθησης της ΑΔΙΠ. Θεωρούμε, παρόλα αυτά, ότι  για τους πληγωμένους υπερασπιστές αυτών των πολιτικών ο απολογισμός είναι πενιχρός.

Πολύ έργο επί χάρτου: Η κουλτούρα αξιολόγησης μπορεί να περιμένει

Η ΑΔΙΠ μπορεί να επαίρεται ότι «πνίγεται» από τον παραγωγικό οργασμό -δε γνωρίζουμε αν είναι ηδονικός- μιας μεγάλης σειράς  ντοκουμέντων: 397 εκθέσεις εσωτερικής αξιολόγησης ακαδημαϊκών τμημάτων, 397 εκθέσεις εξωτερικής αξιολόγησης ακαδημαϊκών τμημάτων, 36 εκθέσεις εσωτερικής αξιολόγησης ιδρυμάτων και 36 εκθέσεις εξωτερικής αξιολόγησης ιδρυμάτων. Έχουμε και την πολύ «κολακευτική» εσωτερική και εξωτερική αξιολόγηση –πιστοποίηση της ίδιας της ΑΔΙΠ από την European Association for Quality Assurance in Higher Education (ENQA)(2015). Πρόκειται για μια περίπτωση άκριτης θριαμβολογίας  συμμόρφωσης προς τα κριτήρια της υπερκείμενης νεοφιλελεύθερης ευρωπαϊκής ENQA. Να μη ξεχάσουμε και τις 8 ετήσιες εκθέσεις της ΑΔΙΠ (2007-2015). Περίπου σε εννιακόσια τα υπολογίζουμε τα παραχθέντα ντοκουμέντα. Άντε, τώρα, να τα κωδικοποιήσεις όλα αυτά. Κάτι ήξεραν που είχαν καθιερώσει πανομοιότυπους και ενιαίους οδηγούς, κριτήρια και έντυπα εκθέσεων. Η τυποποίηση δεν είναι μόνο συμμόρφωση και έλεγχος. Είναι και διευκόλυνση του ελέγχοντος. Από χαρτί, άλλο καλό. Μετά από τις αναλύσεις και τις μελέτες, οι εκθέσεις «επί χάρτου» προσφέρονται για συνειδητή ανακύκλωση. Τα μέλη της ΑΔΙΠ, πάντως, είναι αδιάβροχα στην κρίση και πανηγυρίζουν τις δικές τους προτεραιότητες.

Πέρα από αυτά, η ΑΔΙΠ κατόρθωσε και πιστοποίησε 6000 περίπου αξιολογητές και συγκρότησε «μητρώ»! Έχει δημιουργήσει νέα προσοδοφόρα απασχόληση. Αν και οι περισσότεροι είναι παντελώς άσχετοι με το αντικείμενο είναι πολλαπλώς χρήσιμοι για το σύστημα που ενδιαφέρεται για την αγορά των ανταγωνιστικών πιστοποιήσεων. Ίσως, μάθουν τη δουλειά που θα τους ζητήσουν να κάνουν «πάνω στη δουλειά». Δε μπορεί, τόσα ταξίδια «ακαδημαϊκού τουρισμού» όλο και κάτι αφήνουν. Οι ευρωπαϊκές πολιτικές για την εκπαίδευση κάνουν τζίρο «ακαδημαϊκού και πολιτικού τουρισμού» πανεπιστημιακών, ειδικών, συμβούλων, Υπουργών, κ.α., όπως οι ευρωπαϊκές  αθλητικές οργανώσεις: γραφεία ταξιδιών, ξενοδοχεία, εστιατόρια  κάνουν τη δουλειά τους, με τους  ιπτάμενους αξιολογητές, γιατί και οι χώρες είναι πολλές και τα ιδρύματα πολλά.  Από την ιστοσελίδα του ENQAR (Ευρωπαϊκό Μητρώο Οργανισμών Διασφάλισης  Ποιότητας Ανώτατης Εκπαίδευσης) πληροφορούμαστε ότι έχει δημιουργηθεί και σχετικό «μητρώο φορέων-οργανισμών διασφάλισης ποιότητας»  στο οποίο συμμετέχουν ήδη πάνω από 40 πιστοποιημένοι φορείς, σε 15 χώρες (8 απ αυτούς στη Γερμανία και 7 στην Ισπανία). Μετά το 2009 μπορούν τα ακαδημαϊκά ιδρύματα  να επιλέγουν από το μητρώο όποιον φορέα κρίνουν έγκυρο για την διαπίστευσή τους, ακόμα και συμπληρωματική, με στόχο  την «ενίσχυση της διεθνούς φήμης τους»! Οπότε, αντιλαμβανόμαστε το σκληρό ανταγωνισμό που θα προκύψει ανάμεσα και στους «οίκους αξιολόγησης». Η αγορά γέμισε από «οίκους αξιολόγησης» κι εμπειρογνώμονες που βάζουν τα πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ στο κυνήγι ενός άκρατου και άνισου ανταγωνισμού. Όσοι είναι Bologna experts έτσι κάπως αναδείχτηκαν και ξεπετάχτηκαν στη διεθνή αγορά αξιολογικών υπηρεσιών. Όλες οι ετήσιες εκθέσεις της ΑΔΙΠ παραθέτουν με αναλυτικά στοιχεία τα «ταξίδια σεμιναριακού τουρισμού» μελών και επίλεκτων συνεργατών σε περιζήτητους ευρωπαϊκούς προορισμούς για ενημέρωση και ευαισθητοποίηση. Τώρα, πλέον, η ΑΔΙΠ ετοιμάζεται πυρετωδώς «να βάλει χέρι» στην  ακαδημαϊκή πιστοποίηση προπτυχιακών και μεταπτυχιακών προγραμμάτων σπουδών. Καλά κάνετε που μου κλείνετε το μάτι! Το έπιασα: η επερχόμενη πιστοποίηση είναι κόλαφος στην ακαδημαϊκή ελευθερία της διδασκαλίας στα ΑΕΙ και στα ΤΕΙ. Τυποποίηση για πιστοποίηση κι εδώ. Κάπου εδώ κρύβεται ο άνθρακας-θησαυρός της περιβόητης ποιότητας.

 Όσα ντοκουμέντα κι αν παραχθούν, κάτω από απίθανους εκβιασμούς θεσμικών ή ευρωπαϊκών δεσμεύσεων, η κουλτούρα αξιολόγησης μπορεί να περιμένει. Κάποιοι, βέβαια, έχουν διαφορετικές εκτιμήσεις. Αυτό δε σημαίνει ότι είναι βάσιμες. Διαβάζουμε, π.χ. ότι «εξαιτίας τόσο της Σύστασης του 1998 όσο και της κεντρικής θέσης που έλαβε η διασφάλιση της ποιότητας στην ανώτατη εκπαίδευση στη διαδικασία της Μπολόνια, όλες σχεδόν οι ευρωπαϊκές χώρες διαθέτουν σήμερα εθνικό σύστημα διασφάλισης και αξιολόγησης της ποιότητας της ανώτατης εκπαίδευσης. Κάποιες χώρες έχοντας παράδοση στην έννοια της λογοδοσίας και της βελτίωσης της ποιότητας των συστημάτων ανώτατης εκπαίδευσης αναπτύσσουν διαρκώς τέτοιες πολιτικές και δράσεις και άλλες, μεταξύ αυτών και η Ελλάδα, συναντούν δυσκολίες στην ανάπτυξή τους» (Καβασακάλης, Αγγ, ό.π.: 237).

Η νεοφιλελεύθερη πολιτική επινόηση της αξιολόγησης ως διαδικασίας, που τάχα διασφαλίζει και πιστοποιεί την «ποιότητα» του συντελούμενου ερευνητικού, διδακτικού και εκπαιδευτικού έργου στα ακαδημαϊκά ιδρύματα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, πέρασε, δεκαπέντε χρόνια τώρα, από πολλές δοκιμασίες προκειμένου  να θεσμοθετηθεί και να μπει σε τροχιά εφαρμογής η συγκεκριμένη εκπαιδευτική πολιτική με όσα προβλέπονται από τους νόμους 3374/2005 και 3549/2007 (επί Μ. Γιαννάκου),  3685/2008 (επί Ε. Στυλιανίδη) και  4009/2011 (επί Α. Διαμαντοπούλου). Είναι οι νόμοι που ανάμεσα στα άλλα θεσμοθετούν «απειλές περικοπών και αναστολών» εναντίον ακαδημαϊκών ιδρυμάτων που δε συμμορφώνονται με τις διαδικασίες και τα αποτελέσματα της αξιολόγησης! Πρόκειται για σαφέστατη περιστολή της ακαδημαϊκής αυτοτέλειας των ιδρυμάτων. Έτσι, κάπως, εξηγούνται οι μεγάλης διάρκειας αντιστάσεις σε αυτά τα μέτρα.

Η προβολή της ανεξαρτησίας της  ΑΔΙΠ είναι σαν το ακριβό «φυλαχτό» που της χαρίζουν οι προπαγανδιστές της-πολιτικοί και ακαδημαϊκοί- για να της προσδίδουν κύρος και υπόληψη «αντικειμενικότητας» και «ουδετερότητας», στη δύσκολη φάση της καθιέρωσής της. Μια ανεξαρτησία βαθύτατα εξαρτημένη από τις νεοφιλελεύθερες αρχές, αντιλήψεις και πρακτικές  που αποτυπώνονται στη σύλληψή της, το σχεδιασμό της και την εφαρμογής της. Πρόκειται για μια φάρσα ανεξαρτησίας, αντικειμενικότητας, εμπειρογνωμοσύνης και επιστημονικής ουδετερότητας. Το πρόβλημα  είναι ότι  τα μέλη της ΑΔΙΠ, οι 6000 περίπου άσχετοι-χρήσιμοι αξιολογητές του «μητρώου» και πολλοί «δικτυωμένοι» διδάσκοντες/ερευνητές (:από τότε που ΑΕΙ και ΤΕΙ συγκροτούν την «ανώτατη εκπαίδευση» δε  μιλάμε πια για «πανεπιστημιακούς») δείχνουν να πιστεύουν ακράδαντα ότι όλοι τους  δρουν ανεξάρτητα.

Όπως αντιλαμβανόμαστε, δεν είναι εύκολη υπόθεση η μετατροπή των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης σε μια ανταγωνιστική αγορά εκπαιδευτικών «προϊόντων και  υπηρεσιών» έρευνας και διδασκαλίας. Οι αρχές της ακαδημαϊκής    ελευθερίας και της αυτοτέλειας,   στην υπόθεση της προσφοράς δημόσιας και δωρεάν παιδείας, δεν είναι εύκολα ανταλλάξιμες στο χρηματιστήριο  ενός ιδιότυπου  αρπακτικού «ακαδημαϊκού καπιταλισμού», όπου κυρίαρχες αξίες είναι ο ανταγωνισμός, το κέρδος, η εξατομίκευση της αγοράς σπουδών, η αποδοτικότητα, η υποβάθμιση  της εκπαίδευσης σε κατάρτιση δεξιοτήτων, στο όνομα μιας κίβδηλης  «κοινωνικής λογοδοσίας», της διαφάνειας, της αντικειμενικότητας. Θα το πούμε ακόμη μια φορά: το χαρτί είναι πολύ. Kαι το μελάνι. Η «κουλτούρα αξιολόγησης»  της αγοράς στην εκπαίδευση, όμως,  θα αργήσει πολύ, αν ποτέ… Όπως αντιλαμβανόμαστε, είμαστε πολύ μακριά από το πεδίο παραγωγής ελληνικής εκπαιδευτικής πολιτικής, παρόλο που στο χώρο δραστηριοποιούνται πολλοί. Ή είμαστε ένθερμοι θιασώτες, «εισαγωγείς» και μεταπράτες έτοιμων νεοφιλελεύθερων αφηγημάτων ή ασχολούμαστε με την αντίσταση στην εισαγωγής τους. Ποιος μας είπε ότι «Ανήκουμε στη Δύση, άνευ όρων». Τις ώρες που γράφονται αυτές οι γραμμές είναι σε εξέλιξη η συνάντηση των «ΕΦΤΑ του ΝΟΤΟΥ», στο Ζάππειο. Τι, άραγε, να σημαίνει η κραυγαλέα απουσία του λαού της Αθήνας απ το προσκήνιο. Είναι απόσυρση, αμηχανία ή ανάθεση και εξουσιοδότηση ή κάτι άλλο;

*Links  για τα  δύο προηγούμενα κείμενα(αν και είχαν αποσυρθεί ατη συνέχεια):

1.https://www.alfavita.gr/apopsin/oikoi-axiologisis-thematofylakes-empedos...

2. https://www.alfavita.gr/apopsin/eytrapela-apo-tsirko-empedosis-toy-neofi...

Βιβλιογραφία

ΑΔΙΠ (2016), Έκθεση Ποιότητας της Ανώτατης Εκπαίδευσης 2015, Αθήνα, ΑΔΙΠ.

Καβασακάλης  Αγγ. (2015) Η θεσμοθέτηση ενός Συστήματος Διασφάλισης Ποιότητας στο Ελληνικό Πανεπιστήμιο: Συγκρότηση δικτύων υπεράσπισης αντιλήψεων και αξιών στο υποσύστημα πολιτικής του Πανεπιστημίου, Διδακτορική Διατριβή, στη σειρά «Ανώτατη Εκπαίδευση: Θεωρίες, Μεθοδολογίες, Αναλύσεις, Ερμηνείες» του Δικτύου «Πολιτική Ανώτατης Εκπαίδευσης»(HepNet), του Πανεπιστημίου Πατρών, Αιγαίου και Πελοποννήσου, Εκδόσεις Σαΐτα, Καβάλα.

Κάτσικας,Χρ.(2005), Ευρωπαϊκός Χώρος Ανώτατης Εκπαίδευσης και Καπιταλιστική Αναδιάρθωση: Η μετάλλαξη του Πανεπιστημίου, Πρόλογος: Νίκος Θεοτοκάς, Gutenberg, Αθήνα.

Μπαρτζάκλη Μαριάννα (2010) Εκπαιδευτική Πολιτική για τη Διασφάλιση της Ποιότητας στην Εκπαίδευση: Οι Σχολικοί Σύμβουλοι της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης, Πανεπιστήμιο Πατρών.

Πρόκου  Ελ.,  (2008), «Πολιτικές  αξιολόγησης  /  διασφάλισης  της  ποιότητας  στην ανώτατη  εκπαίδευση  στην  Ευρώπη  και  την  Ελλάδα», Συγκριτική  και  Διεθνής Εκπαιδευτική Επιθεώρηση, 11-12, σσ. 76-106.

Σταμέλος, Γ. και Βασιλόπουλος, Α.(2004), Ευρωπαϊκή Εκπαιδευτική Πολιτική, Μεταίχμιο, Αθήνα.

Σταμέλος, Γ. (2009) Εκπαιδευτική Πολιτική, Εκδόσεις Διόνικος, Αθήνα.

 

ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΣΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ(4):

Διασφάλιση (Assurance) και Πιστοποίηση (Accreditation) Ποιότητας (Quality) στα ΑΕΙ: Πρωταγωνιστές και Στρατηγικές στην υπηρεσία ενός «ακαδημαϊκού καπιταλισμού»

Δημοσιεύτηκε: Κυριακή, 25 Σεπτέμβριος, 2016

Γιώργος Μαυρογιώργος*

Στην τελευταία Έκθεσή της για το 2015  η ΑΔΙΠ (2016) θριαμβολογεί που ολοκλήρωσε  την εγκατάσταση των 396 ΟΜ.Ε.Α (Ομάδων Εσωτερικής Αξιολόγησης ) και των 36 ΜΟ.ΔΙ.Π (Μονάδων  Διασφάλισης Ποιότητας) στα 36 ΑΕΙ (24 πανεπιστήμια και 12 ΤΕΙ) της χώρας. Σε συνδυασμό με αυτά, συνέχισε και ολοκλήρωσε και τον πρώτο κύκλο των εσωτερικών(396) και εξωτερικών(396) αξιολογήσεων, σε επίπεδο τμημάτων,  και  των αντίστοιχων εσωτερικών (36) και εξωτερικών(36) αξιολογήσεων,  σε επίπεδο  ιδρυμάτων. Φαίνεται ότι ο φάκελος των επιτυχιών που είχε να παρουσιάσει η ΑΔΙΠ,  το 2013-14 (συντελέστηκε το μεγαλύτερο μέρος των αξιολογήσεων), είχε ως αποτέλεσμα να επιτύχει στην πιστοποίηση συμμόρφωσης στα καθορισμένα κριτήρια και να γίνει πλήρες μέλος υπερκείμενης Ευρωπαϊκής Αρχής, της «Ευρωπαϊκής Ένωσης Αρχών για τη Διασφάλιση της Ποιότητας στην Ανώτατη Εκπαίδευση» (European Association for Quality Assurance in Higher Education- ENQA, 2015). Είναι προφανές ότι το όλο εγχείρημα έχει κινητοποιήσει πολλούς συλλογικούς αλλά και μεμονωμένους  ενεργούς ή παθητικούς συντελεστές. Κι αυτό, με δεδομένους τους μακροχρόνιους αγώνες στα πανεπιστήμια ενάντια στις σχετικές πολιτικές, είναι ένα σοβαρό ερώτημα για διερεύνηση.

Η ΑΔΙΠ είναι μέλος και στο «Ευρωπαϊκό Μητρώο των Αρχών Διασφάλισης της Ποιότητας» (EQAR). Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και το Δίκτυο που συστήνεται ως  Global Network of Quality Assurance Agencies in Higher Education, με την επωνυμία International Network for Quality  Assurance Agencies in Higher Education (INQAAHE). Στρατηγικός του στόχος,  για το 2013-17,  είναι να διατηρήσει και να διευρύνει τον παγκόσμιο ηγετικό του ρόλο στη «Διασφάλιση της ποιότητας».  Το INQAAHE, όταν ιδρύθηκε το 1991, είχε μόλις 8 μέλη. Δεκαπέντε χρόνια μετά, τα μέλη του είναι πάνω από 250, μεταξύ των οποίων και η ΑΔΙΠ. Σύμφωνα με διακήρυξή τους, «Η επιστημονική/εξειδικευμένη πιστοποίηση γίνεται όλο και πιο σημαντική, καθώς τα ακαδημαϊκά ιδρύματα ανώτατης εκπαίδευσης μπαίνουν στην αγορά και προσφέρουν διάφορα προγράμματα» ποικίλου περιεχομένου, δομής, οργάνωσης κι επιπέδου. Γι αυτό   αναλαμβάνουν και «οργανώνουν, μετά από αίτημα, αξιολόγηση της λειτουργίας των μελών». Όλοι αυτοί οι διεθνείς φορείς είναι ιεραρχικά  υπερκείμενοι  της ΑΔΙΠ και έχουν επιδείξει μια ασυνήθιστη παραγωγή οδηγιών, κανονισμών, κριτηρίων, πολιτικών και  πρακτικών της αγοράς. Είμαστε, αντικειμενικά, εκτεθειμένοι σε κουλτούρα αξιολόγησης, καθώς μας  περιστοιχίζουν τόσο ανταγωνιστικοί οίκοι αξιολόγησης. Υπόσχονται ποιότητα στην ανώτατη εκπαίδευση που έχει εκπέσει στην κατηγορία «υπηρεσίας» και «καταναλωτικού προϊόντος».

 

Ο θρίαμβος της ΑΔΙΠ, σε τελευταία ανάλυση, έχει το ιδιαίτερο νόημά του, καθώς παρακάμφθηκαν και αντιμετωπίστηκαν οι πολύχρονες (μέχρι και το 2016) ισχυρές αντιστάσεις και αντιδράσεις που είχαν εκδηλώσει σε πολλά ιδρύματα της χώρας φοιτητικές παρατάξεις και κινήσεις πανεπιστημιακών ενάντια στη διείσδυση των πολιτικών της Bologna Process   και στο project καθιέρωσης και εμπέδωσης νεοφιλελεύθερων πολιτικών της αγοράς στην ανώτατη εκπαίδευση. Είναι και θρίαμβος των πολιτικών της Bologna Process, με την καθιέρωση της ΑΔΙΠ,  καθώς έχει βάλει τα ακαδημαϊκά ιδρύματα της ανώτατης εκπαίδευσης σε μια τροχιά: (α)αγοραίου εκφυλισμού του ακαδημαϊκού τους χαρακτήρα, (β) ραγδαίας συρρίκνωσης των αρχών ακαδημαϊκής ελευθερίας, (γ)έκπτωσης του δημόσιου μορφωτικού αγαθού της παιδείας σε καταναλωτικό εμπόρευμα, και (δ) υποβάθμισης των ίδιων των ακαδημαϊκών ιδρυμάτων σε εμπορικές επιχειρήσεις. Κι όλα αυτά,  σε μια άκρως ανταγωνιστική αγορά εκπαιδευτικών υπηρεσιών, όπου τα ΑΕΙ θα υποστούν απροσδόκητες διεργασίες υποβάθμισης σε ινστιτούτα, ιεραρχικής διαβάθμισης και κατηγοριοποίησης  ή κατάργησής τους, με αποτέλεσμα την έξαρση των ταξικών  διακρίσεων μπροστά στη μόρφωση.

Η θριαμβολογία της ΑΔΙΠ  έχει και «πρωταγωνιστές»;

Ο θρίαμβος που αποτυπώνεται στην τελευταία Έκθεση της ΑΔΙΠ, όπως τον κωδικοποιήσαμε πιο πάνω, έχει πολλούς (συλλογικούς και ατομικούς) πρωταγωνιστές και «δρώντες-κλειδιά», για να δανειστούμε ένα όρο από σχετική διδακτορική διατριβή (βλ. πιο κάτω). Χωρίς την ενεργοποίησή τους, δε θα ήταν εύκολη η δραματική αλλαγή που σημειώθηκε στην υποδοχή των σχετικών πολιτικών στα ελληνικά ΑΕΙ. Οι πρωταγωνιστές είναι πολλοί. Τους εντοπίζουμε  ανάμεσα στα μέλη των  396 ΟΜ.Ε.Α των Τμημάτων, στα μέλη των 36 ΜΟ.ΔΙ.Π των ΑΕΙ, στα μέλη των Συλλογικών οργάνων (Γ.Σ. Τμημάτων, Σχολών, Κοσμητειών, Συγκλήτων. Συμβουλίων Ιδρύματος, Πρυτανείας), στα μέλη των συνδικαλιστικών οργανώσεων των πανεπιστημιακών και των φοιτητών, της ΠΟΣΔΕΠ, στα μέλη που συγκροτούν τον οργανισμό της ΑΔΙΠ και στους πολυάριθμους δήθεν «ανεξάρτητους» εμπειρογνώμονες- συνεργάτες/συνεργούς από το  «εξωτερικό». Είναι, κατά προτίμηση, από το «εξωτερικό» όχι για λόγους  μιας ανυπόστατης «αντικειμενικότητας», αλλά διότι θεωρούνται τουλάχιστον εξοικειωμένοι με την ιδεολογία της «κουλτούρας αξιολόγησης». Η Διαδικασία Μπολόνια γέμισε την αγορά με ανταγωνιστικούς οίκους αξιολόγησης και ιπτάμενους θιάσους-ομάδες επαγγελματιών πανεπιστημιακών  αξιολογητών που επιδίδονται σε «ακαδημαϊκό τουρισμό». Είναι η ανάγκη της αγοράς για κινητικότητα. Πόσο, άραγε, συμβάλλει η λειτουργία των ευρωπαϊκών οργάνων και η κινητικότητα των ευρωπαίων αξιωματούχων προς τις  Βρυξέλλες, στην οικονομία της αγοράς της πόλης ή αυτής της χώρας; Και πώς αξιοποιείται η υφαρπαγή της υπεραξίας της εργασίας των εργαζομένων;

Για να επανέλθουμε, δεν είναι να υποτιμούμε το ρόλο ενός  «εξωτερικού αξιολογητή», όπως του Δ. Κλάδη, όταν συμβαίνει να συμμετέχει στην εξωτερική αξιολόγηση εφτά (7) ΑΕΙ της χώρας, μόνο το 2015-16 ( ΤΕΙ Κεντρικής Μακεδονίας, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, ΤΕΙ Ιονίων Νήσων, ΤΕΙ Ηπείρου, ΤΕΙ Πελοποννήσου, Χαροκόπειο και ΤΕΙ Στερεάς Ελλάδας), ως «Μέλος της ομάδας εξωτερικών αξιολογητών της Ελληνικής Αρχής Διασφάλισης και Πιστοποίησης Ποιότητας (ΑΔΙΠ) με την ιδιότητα του διεθνούς εμπειρογνώμονα ύστερα από υπόδειξη της European University Association (EUA)» (Από το αναρτημένο στο HepNet βιογραφικό του Δ. Κλάδη). Η αυτάρεσκη αναφορά στην «υπόδειξη» της EUA επιβεβαιώνει την κίβδηλη  ανεξαρτησία Αρχών, διαδικασιών και εμπειρογνωμόνων! Είναι σαφές ότι οι προσωπικές ιστορίες δε συγκροτούν εκπαιδευτική πολιτική όσο είναι εκφάνσεις των τρόπων με τους οποίους τα μεμονωμένα υποκείμενα προσλαμβάνουν την κοινωνική πραγματικότητα  και δρουν στο  υφιστάμενο και ετεροπροσδιορισμένο πλαίσιο δομικών  όρων και άνισων κοινωνικών σχέσεων κατανομής πλούτου,  προνομίων και εξουσίας.

Δε γνωρίζουμε τον  προσωπικό απολογισμό που κάνουν οι  δύο διατελέσαντες πρόεδροι της ΑΔΙΠ (Αμούργης, Κουφουδάκης) και τα άλλα μέλη της Αρχής για τα «έργα και τις ημέρες» τους, στη συγκρουσιακή διαδικασία εφαρμογής των σχετικών νόμων που αναφέρονται στην οργάνωση και τη λειτουργία της Αρχής (3374/2005 και 4009/2011). Έχουμε τη γνώμη ότι όλοι τους διορίστηκαν  και απολάμβαναν τα όποια προνόμια της θέσης, χωρίς προηγουμένως να έχουν συμμετάσχει στο όλο εγχείρημα των ατέλειωτων διαβουλεύσεων και πρωτοβουλιών που είχαν δρομολογηθεί σε ευρωπαϊκή και εθνική κλίμακα  για την καθιέρωση πολιτικών «διασφάλισης ποιότητας», μετά τη Μπολόνια (1999). Ούτε είχαν ιδέα για το αντικείμενο! Βρήκαν έτοιμο θεσμικό πλαίσιο για την άσκηση πολιτικών που είχαν διαμορφωθεί πριν από την καθιέρωση της ΑΔΙΠ. Είναι βέβαιο πως η ολοκλήρωση του πρώτου κύκλου αξιολόγησης  των ΑΕΙ, χωρίς τις μακροχρόνιες διεργασίες που είχαν προηγηθεί, θα ήταν δύσκολη έως και αδύνατη. Από αυτή την άποψη, ο όποιος θρίαμβος ανήκει και στις κυβερνητικές ή προσωπικές πρωτοβουλίες που είχαν εκδηλωθεί,  για πολλά χρόνια(1999-2006), με ιδιαίτερη  επιμονή και σχέδιο, με στόχο την «άλωση» των ΑΕΙ.

Σχετικά πρόσφατη έρευνα (διδ. διατριβή) είχε ως στόχο την ανίχνευση των συνθηκών και των όρων κάτω από τους οποίους σημειώθηκε η μεγάλη καθυστέρηση στην καθιέρωση των σχετικών πολιτικών αλλά και  στην ανίχνευση των όρων που ευνόησαν, τελικά, την υπέρβασή τους. Στην έρευνα έχει υιοθετηθεί μια απροσδόκητη θεωρητική και μεθοδολογική  επιλογή, με την οποία ασχοληθήκαμε σε προηγούμενη ανάλυσή μας (1). Συγκεκριμένα. έχει υιοθετηθεί ως πλαίσιο ανάλυσης η αναζήτηση «δικτύων» και «δρώντων-κλειδιών» στην υπεράσπιση ή την αντίσταση προς τις πολιτικές «διασφάλισης ποιότητας» στην ανώτατη εκπαίδευση (Καβασακάλης, Άγγ.,2015). Δεν υιοθετούμε το θεωρητικό πλαίσιο της συγκεκριμένης έρευνας, για πολλούς λόγους που έχουμε εξηγήσει ήδη. Μας προβλημάτισε η μεθοδολογική επιλογή να γίνουν  συνεντεύξεις που συχνά αναφέρονται ως «συνομιλίες»  με 35 υποκείμενα, που διακρίνονται σε τρεις κατηγορίες: Είκοσι έξη(26) είχαν επιλεγεί ως «εκπρόσωποι» των ετερόκλητων «δικτύων» και εννέα (9) ως «μεμονωμένοι δρώντες», οι οποίοι διακρίνονται  σε μια αμφίβολης εγκυρότητας διαφοροποίηση σε πέντε «δρώντες- κλειδιά» και τέσσερις «ειδικούς». Μας είναι δύσκολο να κατανοήσουμε πώς είναι δυνατό να αποκλείσουμε έναν «ειδικό» από  το να  ανήκει και στους «δρώντες- κλειδιά». Δε γνωρίζουμε εάν και κατά πόσο ο επόπτης της διατριβής και τα άλλα μέλη της συμβουλευτικής επιτροπής έλαβαν μέρος στις συνεντεύξεις ως «ειδικοί» ή και «δρώντες- κλειδιά». Στη διατριβή  διευκρινίζεται ότι «ο ερευνητής επέλεξε να ακολουθήσει τη δεοντολογική τακτική της μη αποκάλυψης με οποιονδήποτε τρόπο της ταυτότητας των συνομιλητών»(ό.π.:294). Βέβαια, η συνεργασία  με τα τρία μέλη μιας συμβουλευτικής επιτροπής είναι μια μορφή «διαρκούς άτυπης  συνέντευξης» από τον υποψήφιο. Το ζήτημα που θίγουμε αποκτάει ιδιαίτερη σημασία για περιπτώσεις εκπόνησης διατριβών στις οποίες οι επιβλέποντες εκφράζουν πολύ ισχυρές, αθεμελίωτες και αδιαπραγμάτευτες απόψεις  για το θέμα.

Από τη μελέτη της διδακτορικής διατριβής, από άλλες βιβλιογραφικές πηγές και τον ιστότοπο του «Δικτύου HepNet” (Πανεπιστημίου Πατρών)  διαπιστώσαμε, ότι  στην όλη υπόθεση εξοικείωσης των ΑΕΙ με τις πολιτικές διασφάλισης της ποιότητας, της θεσμοθέτησης της ΑΔΙΠ(1999-2005/2011) και στην υπόθεση εφαρμογής των πολιτικών «διασφάλισης ποιότητας» (2005-2015) είχε πολύ ενεργό συμμετοχή ο Διονύσης Κλάδης, ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου και Bologna Expert. Ήταν και μέλος της τριμελούς συμβουλευτικής επιτροπής για την εκπόνηση της  παραπάνω διατριβής. Έχει, δηλαδή, όλα τα χαρακτηριστικά του «δρώντος-κλειδιού», σύμφωνα με τους λειτουργικούς ορισμούς της έρευνας.

Στο σημείο αυτό κρίνουμε σημαντικό να υπογραμμίσουμε την ενεργό συμμετοχή κι ενός «συλλογικού πρωταγωνιστή», του «Δικτύου» HepNet, στην υπεράσπιση των πολιτικών της Bologna Process και  της ΑΔΙΠ, με σημαντικό έργο, δραστηριότητες και δημοσιεύσεις. Μέλη  αυτού του «Δικτύου» είναι ο εμπνευστής του, καθηγητής Γιώργος Σταμέλος, που συμβαίνει να είναι και διορισμένο μέλος του Συμβουλίου της ΑΔΙΠ. Ήταν και επιβλέπων καθηγητής στη διατριβή του Αγγ. Καβασακάλη (ο. π.), με θέμα την  προώθηση των πολιτικών της ΑΔΙΠ. Μετά την ολοκλήρωση της διατριβής και τις σχετικές δημοσιεύσεις με τον επόπτη του, βρίσκουμε τον Καβασακάλη (που είναι και μέλος του «Δικτύου») «εξωτερικό συνεργάτη» της ΑΔΙΠ. Στην ΑΔΙΠ βρίσκουμε, επίσης,  ως «διεθνή εμπειρογνώμονα» εξωτερικής αξιολόγησης εφτά (7) ιδρυμάτων, τον ομότιμο καθηγητή Διονύση Κλάδη που συμβαίνει να είναι μέλος της τριμελούς συμβουλευτικής επιτροπής του Καβασακάλη και μέλος του «Δικτύου» HepNet! Γίνεται φανερό ότι έχουμε μια εξαιρετικά σπάνια περίπτωση διδακτορικής διατριβής:  η διατριβή ανιχνεύει και καταγράφει «Δίκτυα», μεμονωμένους «δρώντες –κλειδιά» και «ειδικούς» υπέρ/κατά των πολιτικών «διασφάλισης ποιότητας» και «φωτογραφίζει» και τους συντελεστές της διατριβής, χωρίς να συμπεριλαμβάνονται τυπικά ως υποκείμενα-«συνομιλητές» των συνεντεύξεων . Ούτε, βέβαια, αναλύεται  το θέμα του «Δικτύου ΤΟΥΣ » ως «μελέτη περίπτωσης». Πώς θα μπορούσε, άλλωστε; Είναι αυτό που επιχειρούμε να κάνουμε εμείς, κατά κάποιον τρόπο, στο κείμενο αυτό. Στην περίπτωση αυτή, βέβαια, που έχουμε τρεις, με αυτές τις θεσμικές και προσωπικές σχέσεις, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι έχουμε τρεις «μεμονωμένους δρώντες-κλειδιά» με χαρακτηριστικά ομάδας ή ιδιότυπης «παρέας», σε επίπεδο  σημαντικών δραστηριοτήτων και ειδικών αρμοδιοτήτων της ΑΔΙΠ, έξω από το στενό πλαίσιο του HepNet.  Είναι κι αυτή μια ένδειξη των πρακτικών διείσδυσης των πολιτικών ΑΔΙΠ στα ΑΕΙ. Δε γνωρίζουμε εάν και κατά πόσο οι συντελεστές της διατριβής που είναι και μέλη του HepNet και στενοί συνεργάτες της ΑΔΙΠ έχουν συνειδητοποιήσει το συγκεκριμένο πλέγμα σχέσεων.

Όπως ήδη σχολιάσαμε, υποθέτουμε ότι για λόγους ερευνητικής δεοντολογίας δεν έπρεπε μέλος της  τριμελούς συμβουλευτικής επιτροπής  να  πάρει μέρος στις συνεντεύξεις. Πολύ περισσότερο που αυτό το μέλος θεωρείται φανατικός θιασώτης και ευαγγελιστής της Bologna Process και των πολιτικών της ΑΔΙΠ. Είναι δύσκολο για υποψήφιο διδάκτορα «εκπαιδευτικής πολιτικής» να εξασφαλίζει υψηλούς βαθμούς ακαδημαϊκής ελευθερίας, όταν μέλος της συμβουλευτικής επιτροπής είναι « δεδηλωμένος άσπονδος υπερασπιστής» συγκεκριμένης πολιτικής. Από τη σχετική ανάλυση που γίνεται στη διατριβή προκύπτει ότι ο ερευνητής έχει κάνει εκτεταμένη χρήση υλικού  από το «προσωπικό αρχείο» του Διονύση Κλάδη και από τις άλλες ενημερωτικές/εισηγητικές δημοσιεύσεις  του τρέχουσας  επικαιρότητας για την εποχή εκείνη. Πάντα, βέβαια, χωρίς κάποια κριτική αποστασιοποίηση από τις «σκέψεις», τις «απόψεις» ή τις «εισηγήσεις» του «συμβουλεύοντος». Αυτό σημαίνει ότι στη διατριβή ο Κλάδης αναφέρεται ως «ειδικός» στο θέμα. Από αυτήν άποψη, συνεκτιμώντας τα δεδομένα, μπορούμε να θεωρήσουμε ότι έχει, αναπόφευκτα, δώσει το στίγμα  του ως «δρων-κλειδί» στην προώθηση της Bologna Process, στην προώθηση των πολιτικών της ΑΔΙΠ, και ως «ειδικός»  και «δρων-κλειδί» στην εκπόνηση της  διατριβής. Βέβαια, η εμβέλειά του εκτείνεται πέραν των εθνικών συνόρων, καθώς τον βρίσκουμε αξιολογητή/σύμβουλο σε χώρες των Βαλκανίων και άλλων χωρών της Ευρώπης. Τελευταία, και στο Qatar.

 Στη συγκεκριμένη διδακτορική διατριβή, όπως ήδη αναφέραμε, το υλικό των συνεντεύξεων αντλείται από μέλη των λεγόμενων «δικτύων», από «μεμονωμένους δρώντες- κλειδιά» και από «ειδικούς». Οι 35 που πήραν μέρος στις συνεντεύξεις, αν και ενεργοί ακαδημαϊκοί ή πολιτικά ενεργά μέλη δικτύων που έχουν εκφράσει δημόσια τις απόψεις τους, προστατεύονται από την ερευνητική δεοντολογία του «απόρρητου», για ένα θέμα δημοσίου συμφέροντος! Οι «μεμονωμένοι δρώντες-κλειδιά» και οι «ειδικοί» γιατί, άραγε, χρειάζονται προστασία «απορρήτου», τη στιγμή που θεωρούνται και «δρώντες» και «κλειδιά» ή «ειδικοί»; Αφού  είναι δημόσια πρόσωπα, πώς υποβιβάζονται σε αριθμημένους (1-35) κωδικούς εμπιστευτικότητας των Συνεντεύξεων (Σ), Σ1 έως Σ35; Με αυτές τις μεθοδολογικές μανούβρες, η διατριβή δεν μας αποκάλυψε τους  « δρώντες-μεμονωμένους πρωταγωνιστές» της έρευνας αλλά και τους «μεμονωμένους πρωταγωνιστές» στην υπεράσπιση ή την εναντίωση στις πολιτικές της Μπολόνιας.

Ερευνητικό ενδιαφέρον παρουσιάζει, ωστόσο, και η πτυχή των πρωταγωνιστών και των  προσωπικών τους στρατηγικών, όταν αυτές συμπλέκονται με την άσκηση εκπαιδευτικής πολιτικής. Από μια τέτοια διερεύνηση, ίσως γίνουν εμφανή τα ίχνη που αφήνουν οι εναγκαλισμοί κέντρων εξουσίας, ανεξάρτητων αρχών και πρωταγωνιστών,  κατά την άσκηση των καθηκόντων. Το θέμα δεν είναι προσωπικό. Είναι σαφέστατα ακαδημαϊκό και πολιτικό. Ο ιστορικός Αλέξης Δημαράς είχε την άποψη ότι η άσκηση εκπαιδευτικής πολιτικής στην Ελλάδα είναι «υπουργική» και όχι κυβερνητική. Ενδεχομένως, μπορούμε να κάνουμε την ακόλουθη ερευνητική υπόθεση εργασίας: η άσκηση εκπαιδευτικής πολιτικής είναι υπόθεση  και προσωπικών επιλογών αυτών που την ασκούν. Δηλαδή, «δρώντες» που είχαν πολιτικές «θέσεις-κλειδιά» σε  ένα πεδίο, που συγκεντρώνει  έντονο προσωπικό  και ανταγωνιστικό ενδιαφέρον πολλών πανεπιστημιακών (μελών ΑΔΙΠ, εμπειρογνωμόνων, συνεργατών), σε μια περίοδο παρατεταμένης κρίσης, καταφεύγουν σε επινοήσεις και σχέδια που προσδιορίζονται και από προσωπικές στρατηγικές. Άραγε, ο θρίαμβος των πολιτικών  της ΑΔΙΠ  στην Ελλάδα, έστω και καθυστερημένος, μπορεί να είναι το αποτέλεσμα και προσωπικής επένδυσης; Η απροσδόκητη μαζική διείσδυση της ΑΔΙΠ στα ελληνικά ΑΕΙ, μπορεί να εξηγηθεί μόνο με την προσφυγή  στην υπόθεση της «εξοικείωσης», της αφύπνισης/ενεργοποίησης ανενεργών δυνάμεων, της  «ωρίμανση», της κόπωσης/απόσυρσης/υποχώρησης των «αντιστασιακών», κ. τ. ο.;  Μήπως, τελικά, η τεκμηρίωση και η προβολή της απειλής της αγοράς, σε περιόδους κρίσης, ενισχύει και επιτείνει την προσφυγή σε προσωπικές στρατηγικές και πρακτικές «επιχειρηματία του εαυτού» σε μια ήδη ανταγωνιστική αγορά, που αναδεικνύει έντονες τάσεις «κοινωνικού αυτοματισμού»;

Στη συγκεκριμένη διδακτορική διατριβή, αν και μεθοδολογικά το υλικό αντλείται από δρώντες- κλειδιά, δεν μας αποκαλύφθηκαν οι τρόποι με τους οποίους πρωταγωνιστές και προσωπικές στρατηγικές διαπλέκονται στην άσκηση εκπαιδευτικής πολιτικής.  Στο κείμενο αυτό θα προσπαθήσουμε να ανοίξουμε τη σχετική συζήτηση. Θα παρουσιάσουμε και θα κρίνουμε ενδεικτικά ορισμένες πτυχές των απόψεων και των επιλογών του Διονύση Κλάδη, από την πολύχρονη θητεία και την πλούσια εμπειρία, με τη συμμετοχή του στις διαδικασίες προώθησης των πολιτικών της Bologna Process και της ΑΔΙΠ. Σε επόμενο κείμενο θα καταγράψουμε  και άλλες  σχετικές πρωτοβουλίες  που έχει  επιδείξει.

Ο Διονύσης Κλάδης  είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα περίπτωση πολιτικού και ακαδημαϊκού. Παρουσιάζει μια πολύχρονη θητεία(1999-2016) και πλούσια εμπειρία, πολλά χρόνια θητείας σε πολιτικές θέσεις του Υπουργείου Παιδείας, και μια αξιοσημείωτη πανεπιστημιακή εξέλιξη σε τρία ελληνικά πανεπιστήμια της χώρας. Η διεθνής ενεργός παρουσία του είναι διαρκής. Η περίπτωσή του, δηλαδή, είναι εξαιρετικά μοναδική και ιδιαίτερη.

Bologna Expert, η «διαδικασία βάσης» και η «διαδικασία κορυφής»

Τον τίτλο του Bologna Expert τον φέρει ο “International Expert-Quatar”(το έχω δανειστεί από την εξωτερική αξιολόγηση για το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων -2015), Διονύσης Κλάδης. Σύμφωνα με το αναρτημένο και επικαιροποιημένο(2016) βιογραφικό του, έχει συνοδεύσει την υπόθεση Bologna, από την αρχική της σύλληψη μέχρι και σήμερα, τη φάση ολοκλήρωσης των αξιολογικών διεργασιών της ΑΔΙΠ. Προφανώς, έχει λόγους να επαίρεται για το πολιτικό του έργο. Αυτό, άλλωστε, του  έδωσε τη δυνατότητα να έχει πρωταγωνιστικό ρόλο και να συνδυάσει  ακαδημαϊκή εξέλιξη, άσκηση πολιτικής και  θεμιτές προσωπικές φιλοδοξίες.

Είναι, όντως, πολύ ευρηματικός στις επινοήσεις που, κατά καιρούς, είχε για την προώθηση των σχετικών πολιτικών. Ένα τελευταίο ελληνόγλωσσο άρθρο του, σε συλλογικό τόμο, που έχει δημοσιευτεί πριν εννέα χρόνια (2007), είναι αποκαλυπτικό του τρόπου με τον οποίο προσπαθούσε να καθιερωθεί ως ειδικός στην «εκπαιδευτική πολιτική ανώτατης εκπαίδευσης», έτσι, όπως αυτή εκφραζόταν με την Bologna Process (Κλάδης, Δ. 2007).

Πρόκειται για ένα κείμενο που, σε αντίθεση με κείμενα άλλων πανεπιστημιακών, δεν έχει οριοθετήσει ένα θεωρητικό πλαίσιο ανάλυσης ούτε  έχει μια παραπομπή είτε σε  βιβλιογραφικές πηγές είτε σε υλικό. Κι αυτό είναι κάτι που το συνηθίζει. Σε αυτό το κείμενο, διατυπώνει – για να το πούμε αλλιώς, επαναλαμβάνει για πολλοστή φορά- μια σειρά από εξαιρετικούς αλλά μη θεμελιωμένους ισχυρισμούς για το θέμα που μας ενδιαφέρει εδώ. Ισχυρίζεται π.χ. ότι οι συναντήσεις των Υπουργών Παιδείας για την «παραγωγή πολιτικής» Ενιαίου Χώρου Ανώτατης Εκπαίδευσης (EXAE) και διασφάλισης ποιότητας,  από τη Συνάντηση της Μπολόνιας  μέχρι τη Συνάντηση  του Μπέργκεν(1999-2005), ήταν μια «διαδικασία βάσης» (bottom-up), σε αντίθεση με τη δεύτερη φάση, τη  διαδικασία «υλοποίησης της πολιτικής», μετά το Μπέργκεν, που ήταν μια «top-down» διαδικασία! Παρεμπιπτόντως, η συνάντηση Μπέργκεν, χρονικά, συμπίπτει με την ψήφιση του ν.3374/2005 για τη θέσπιση της ΑΔΙΠ. Κι αυτό είναι ένας ενδιαφέρων χρονισμός.

Θεωρεί ότι το άνοιγμα της Διαδικασίας της Μπολόνιας σε όλο και περισσότερες χώρες (το σύνολο των 45 ευρωπαϊκών χωρών), με περισσότερους ευρωπαϊκούς οργανισμούς,  την Ένωση των Ευρωπαϊκών Πανεπιστημίων και την Ένωση των Εθνικών Φοιτητικών Ενώσεων της Ευρώπης, κ. α. συνετέλεσε ώστε η διαδικασία στη φάση παραγωγής πολιτικής να αποκτήσει  χαρακτηριστικά «διαδικασίας βάσης» (bottom-up) : «Αν κοιτάξουμε βαθύτερα τα πράγματα, θα δούμε ότι το πέρασμα από την πρώτη φάση στη δεύτερη συνοδεύτηκε από μία ριζική ανατροπή στη φορά της Διαδικασίας. Στην πρώτη φάση, κατά την οποία διαμορφώθηκε η πολιτική, οι πρωταγωνιστές του έργου ενεπλάκησαν σε μία διαδικασία που είχε φορά από κάτω προς τα πάνω (bottom-up). Επρόκειτο για μια διαδικασία αμιγώς συμμετοχική, για μια «διαδικασία βάσης», όπου η βάση ήταν όλες οι κυβερνήσεις σε εθνικό επίπεδο και όλοι οι οργανισμοί και όλες οι οργανώσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο… σε αντιδιαστολή με μια «διαδικασία κορυφής»… Η βάση σήκωσε όλο το βάρος, αλλά και στάθηκε στο ύψος των ευθυνών της. Το αποτέλεσμα ήταν διπλό: Αφενός μεν παρήχθη πολιτική με γρήγορους ρυθμούς και με εντυπωσιακές συναινέσεις, αφετέρου δε αναπτύχθηκε μια πρωτόγνωρη δυναμική, επειδή ακριβώς πρωτόγνωρη ήταν και η διαδικασία βάσης για την Ευρώπη. Μία πρωτόγνωρη διαδικασία έφερε πρωτόγνωρα αποτελέσματα… Στη φάση πλέον της υλοποίησης της πολιτικής, οι ισορροπίες ανατρέπονται και η «διαδικασία βάσης» μετατρέπεται σε «διαδικασία κορυφής»(top-down)»(ό.π.:99-100).

Είναι προφανές ότι μας έχει μπερδέψει με τα επίπεδα. Οι συναντήσεις-διαβουλεύσεις Υπουργών συγκροτούν «βάση» και η εφαρμογή των αποφάσεων είναι υπόθεση «κορυφών» και «υπο-επιπέδων» (κυβερνητικό, νομοθετικό, πανεπιστήμια, συλλογικά όργανα, σύλλογοι, τα μεμονωμένα υποκείμενα)!  Προφανώς, έχει αντιστρέψει τα δεδομένα. Γι αυτό το πρόβλημα, κατά τη γνώμη του, βρίσκεται στο ότι όσοι εμπλέκονταν σε αυτά τα υπο-επίπεδα εφαρμογής δε συμμετείχαν στη διαμόρφωση της σχετικής πολιτικής!  Τότε, όμως,  πως ισχυρίζεται ότι η διαμόρφωση πολιτικής ήταν «διαδικασία βάσης»;  Όπως αντιλαμβανόμαστε, έχουμε να λύσουμε ένα γρίφο: πως η διαμόρφωση και παραγωγή πολιτικής μπορεί να είναι «διαδικασία βάσης» αλλά να εκθέτει  αυτούς που την εφαρμόζουν σε «διαδικασίες κορυφής», σε μη συμμετοχική εμπειρία και σε  «συνθήκες γενικευμένης άγνοιας», όπως ισχυρίζεται; Αυτό περιπλέκεται ακόμη περισσότερο, καθώς θεωρεί ότι αυτή η «άγνοια ήταν αναπόφευκτη, γιατί κατά την πρώτη φάση οι πρωταγωνιστές της ιστορίας ήταν απολύτως αφοσιωμένοι… στους ιλιγγιώδεις ρυθμούς παραγωγής πολιτικής… με αποτέλεσμα… να μην υπάρχει η απαιτούμενη γνώση, εξοικείωση, ετοιμότητα και εν τέλει ωριμότητα για την επερχόμενη φάση της υλοποίησης»(ό.π.:101). Πάλι μπερδευτήκαμε: Η «διαδικασία βάσης» ευθύνεται για την άγνοια που επικράτησε στην υλοποίηση που είχε τα χαρακτηριστικά  «διαδικασίας κορυφής»! Το 2007,πάντως, αν και ήταν απαισιόδοξος είχε ως όραμα την «κοσμογονία» των αλλαγών αυτών που θα έφερναν το «ελληνικό πανεπιστήμιο στην πρωτοπορία της Ευρώπης»! Για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο, ήταν της άποψης ότι η εφαρμογή των σχετικών πολιτικών προϋπέθετε «γνώση, εξοικείωση, ετοιμότητα κι ωριμότητα». Παρά τη θριαμβολογία που αποτυπώνεται στην Έκθεση της ΑΔΙΠ (2016), φαίνεται ότι ούτε οι προϋποθέσεις  εξασφαλίστηκαν, ούτε «κοσμογονία» έχουμε ούτε στην «πρωτοπορία είμαστε. Εκτός και εάν δίνουμε άλλο περιεχόμενο στις έννοιες που χρησιμοποιούμε. Προς το παρόν, έχουμε πολλές ασκήσεις επί χάρτου που προετοιμάζουν την παντοδυναμία (βλ. «κοσμογονία»)  της αγοράς στο πεδίο της εκπαίδευσης.

Γιατί ένας  Bologna Expert ειρωνεύεται τις εκτιμήσεις  «περί αγοράς»;

Όπως ισχυρίζεται, χρειάζεται «γνώση του τι πραγματικά (sic!) είναι η Διαδικασία της Μπολόνιας» και «διάλογος αληθινός, χωρίς δογματισμούς και χωρίς αφορισμούς». Ποιος ξέρει, άραγε, που να τοποθετεί ο ίδιος τους «εξαιρετικούς ισχυρισμούς» που διατυπώνει; Κατά βάση, δεν είναι αισιόδοξος. Κατά τη γνώμη του, οι δύο πλευρές που εμπλέκονται στο πανεπιστήμιο, άλλοι μεν ασχολούνται με τους «αιώνιους φοιτητές», το άσυλο, τα εκλεκτορικά των ΔΕΠ και τα ποσοστά συμμετοχής των φοιτητών, άλλοι δε (ΠΟΣΔΕΠ, φοιτητές) απορρίπτουν «συλλήβδην ο τι έχει σχέση με τη Διαδικασία της Μπολόνιας στο όνομα της επαπειλούμενης επέλασης της αγοράς»(ό.π.:102). Βιάστηκε (το 2007 που επικαλούνταν όλα αυτά τα «ευφυολογήματα») να εκφράσει την απαισιοδοξία του για τις εξελίξεις, αν και συμμετείχε ενεργά στην ολοκλήρωση των αξιολογήσεων της ΑΔΙΠ, ως «ανεξάρτητος» δήθεν και «εμπειρογνώμων», και μάλιστα μετά από «υπόδειξη» (διάβαζε: επιβολή) της European Association for Quality Assurance in Higher Education- (ENQA)!

 Όταν το Νοέμβριο του 2015 επισκέφθηκε, ως “International Expert-Quatar”, το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, με άλλους τέσσερις «ιπτάμενους διεθνείς εμπειροτέχνες αξιολογητές», φοιτητές τους έδιωξαν από το Πανεπιστήμιο και είχε την εμπειρία φυγάδευσης σε ξενοδοχείο της πόλης. Στη ιστορία αυτή θα επανέλθουμε. Τώρα, πάντως, που ολοκληρώθηκε η όλη διαδικασία της πρώτης αξιολόγησης και ετοιμάζεται η νέα επίθεση στην ακαδημαϊκή ελευθερία και τον ακαδημαϊκό χαρακτήρα των προγραμμάτων σπουδών με τη λεγόμενη «πιστοποίηση», ίσως είναι πιο αισιόδοξος για την προώθηση των πολιτικών που ευαγγελίζεται η ΑΔΙΠ και ο ίδιος. Ίσως να γίνει και πιο οξύς και πιο ειρωνικός για όσους δε καταλαβαίνουν το «ευαγγέλιο Μπολόνια». Είναι βέβαιος ότι το  ελληνικό πανεπιστήμιο ανήκει  στο «φυσικό(sic!) ευρωπαϊκό περιβάλλον» και ότι δε θα εκτεθεί στην «αδυσώπητη και αδηφάγο αγορά».

Όταν κωδικοποιεί τους άξονες δράσης της Διαδικασίας της Μπολόνιας, αναφέρεται στη «διασφάλιση της ποιότητας», τους «δύο κύκλους σπουδών» και την «αναγνώριση των σπουδών» και αυτά τα συνδέει απλώς με τις απαιτήσεις  για «συγκρισιμότητα, συμβατότητα, αναγνωρισιμότητα και ποιότητα», χωρίς να μας εξηγεί γιατί όλα αυτά είναι σημαντικά. Είναι προφανές πως εάν έκανε ένα βήμα πιο κάτω για να απαντήσει στο ερώτημα «γιατί;», θα έβρισκε πως  οι  συγκεκριμένες απαιτήσεις, αυτές καθαυτές,  δεν έχουν νόημα, εκτός και τεθούν εργαλειακά  στην υπηρεσία των πολιτικών  για άνοιγμα των «εκπαιδευτικών αγορών» και τον ανταγωνισμό, που θα έχει ως αποτέλεσμα την υποβάθμιση των ελληνικών ΑΕΙ σε περιφερειακές/συμπληρωματικές  δομές κατάρτισης και την όξυνση των ταξικών διακρίσεων.

Όχι μόνο δεν είναι σε θέση να κάνει αυτό το βήμα, αλλά μέσα  από την παραμορφωτική του οπτική, γίνεται άκρως ειρωνικός και αυθαίρετος απέναντι στην κριτική και τις σοβαρές ανησυχίες που διατυπώνονται  από πολλούς για την επερχόμενη διάλυση του δημόσιου πανεπιστημίου υπέρ του «επιχειρηματικού πανεπιστημίου» της αγοράς. Όπως γράφει: «Κλείνοντας, ας ξαναγυρίσουμε στην απειλή της αγοράς, η οποία τον τελευταίο καιρό έχει γίνει σημαία όλων όσοι αρνούνται με ένα στείρο δογματισμό τις οποιεσδήποτε μεταρρυθμίσεις συνδέονται με τη Διαδικασία της Μπολόνιας. Υπονοούν προφανώς όλοι αυτοί ότι όλες οι Ευρωπαϊκές χώρες, όλοι οι διακυβερνητικοί ευρωπαϊκοί οργανισμοί, όλες οι ευρωπαϊκές οργανώσεις που δραστηριοποιούνται στο χώρο της ανώτατης εκπαίδευσης, συμπεριλαμβανομένων προφανώς και των φοιτητών, έχουν μια κρυφή ατζέντα μέσα από την οποία δίνουν διέξοδο στην ανομολόγητες προθέσεις τους και με βάση την οποία συνωμοτούν  ενάντια σε κάποιες υγιείς κα προοδευτικές δυνάμεις που ζουν ειδικά στην Ελλάδα, με στόχο να ρίξουν το ελληνικό πανεπιστήμιο και μόνο αυτό βορά στις ορέξεις της αδυσώπητης και αδηφάγου αγοράς… Λένε λοιπόν οι φοιτητές της Ευρώπης (και συμφωνώ και εγώ απολύτως μαζί τους): ‘Θεωρούμε ότι (παρ’ όλες τις δυσκολίες στην εφαρμογή της) η Διαδικασία της Μπολόνιας αποτελεί για εμάς τους φοιτητές μια ευκαιρία να αναμορφώσουμε τα ευρωπαϊκά συστήματα ανώτατης εκπαίδευσης, έτσι ώστε να μπορούν να ανταποκριθούν αυτά καλύτερα στις ανάγκες των φοιτητών και της κοινωνίας, συμπεριλαμβανομένης και της αγοράς της εργασίας’» (ό.π.:103).

Θεωρεί «στείρο δογματισμό» την αμφισβήτηση των «μεταρρυθμίσεων της  Διαδικασίας της Μπολόνιας», μια και ο ίδιος με τη συμμετοχή του στις σχετικές διαδικασίες έχει ταυτισθεί απολύτως με το «δημιούργημά» τους.  Η απειλή της αγοράς λες και είναι «υπόθεση συνωμοσίας» και όχι μια τρέχουσα τεκμηριωμένη  εμφανής διεργασία στην εκπαίδευση! Επικαλείται τους «φοιτητές της Ευρώπης» ( ESIB – the National Unions of Students in Europe), ως εάν να πρόκειται για μια ιδεολογικά και πολιτικά ουδέτερη και ενιαία ομάδα φοιτητών. Αρκεί που συμφωνεί μαζί τους! Εν τέλει, ποιος ισχυρίστηκε ότι «μόνο το ελληνικό πανεπιστήμιο απειλείται από την αγορά».

 Ίσως, δε μπορεί να συλλάβει μια εξέλιξη, όπου όλα τα ΑΕΙ  θα είναι ανοιχτά στις «διαθέσεις» της αγοράς, μόνο που τα εύρωστα και ανταγωνιστικά μεγάλα ΑΕΙ των ισχυρών χωρών της Ευρώπης θα επιβιώσουν και ότι τα περισσότερα από τα ελληνικά, ως «περιφερειακά» ενός γνωστού νότου, θα υποβαθμιστούν σε Ινστιτούτα ή κολέγια ή θα κλείσουν και θα καταργηθούν. Έτσι, θα  έχουμε «ελεύθερη κινητικότητα»  ελλήνων φοιτητών-πελατών και «ερευνητών- εγκεφάλων» προς τα δημοφιλή ιδρύματα μιας ανταγωνιστικής ευρωπαϊκής και διεθνούς αγοράς εκπαιδευτικών υπηρεσιών. Αυτόν τον εφιάλτη δε μπορεί να τον συλλάβει όποιος είναι παθιασμένος με τη Μπολόνια! Τόσα χρόνια «κρατούσε τη Bologna Process αγκαλιά», ως «αποκλειστική» του ενασχόληση, λες και ήταν ερωμένη που, αν και τον μάγευε, δεν του επέτρεψε ποτέ να μάθει τα «μυστικά» της που ήταν δημόσια. Πώς λέμε: «ο κόσμος το έχει τούμπανο κι εμείς κρυφό καμάρι»…

Η διαπίστευση ως πανεπιστημιακού-ειδικού στην «εκπαιδευτική πολιτική»

Φαίνεται ότι σε αυτό δεν το βοήθησε το γεγονός ότι αυτά που υποστηρίζει τα έμαθε στην άσκηση/παραγωγή/εφαρμογή πολιτικής με χαρακτηριστικά «διαρκούς διαδικασίας  κορυφής» και όχι με «διαδικασίες βάσης» ή  με  σπουδή και  μελέτη. Η πολύχρονη άσκηση πολιτικής στο ΥΠΕΠΘ  τον βοήθησε να σπουδάσει εμπειρικά, όσο την ασκούσε, το αντικείμενο «Εκπαιδευτική Πολιτική».  Αυτή η εμπειρία, προφανώς, τον ενέπνευσε  να αλλάξει (τo 1991) πανεπιστήμιο/πόλη, βαθμίδα  και αντικείμενο διδασκαλίας, από επίκ. καθηγητής  Φυσικής στο ΕΚΠΑ (Αθήνα) και  να μετακινηθεί στο Παιδαγωγικό Τμήμα Νηπιαγωγών (Αλεξανδρούπολη, Δημοκρίτειο). Αποφάσισε να γίνει «ακρίτας» αναπληρωτής καθηγητής στην «εκπαιδευτική πολιτική»!  Κεφαλαιοποίησε τη θητεία, την εμπειρία και το έργο του ως εισηγητής του κειμένου-νομοσχεδίου του 1982 για τα ΑΕΙ, τη θητεία του ως Προϊστάμενος  Γραμματείας του Πανεπιστημίου Αθηνών(1984-86),  τη θητεία του ως Γ.Γ. του ΥΠΕΠΘ (1986-88:Τρίτσης)και τη θητεία του ως Ειδ. Γραμματέας του ΥΠΕΠΘ (1989-1990:Σημίτης). Πρόκειται, όντως, για πολύ πλούσια εμπειρία. Είναι ενδιαφέρον ότι και ο έτερος «συντάκτης του νομοσχεδίου του 1982», είχε εκλεγεί στο Δημοκρίτειο.

Με αυτή την «προίκα» στο δισάκι του εμφανίστηκε στους πανεπιστημιακούς εκλέκτορές του : Ευαγ. Γαλούση (πρύτανη), Γ. Κοντογιαννοπούλου-Πολυδωρίδη, Α. Καζαμία (εισηγητή), Νικ. Τζαβάρα, Κ. Γαβρόγλου (εισηγητή), Σ. Μπουζάκη (εισηγητή), και Στ. Περράκη.  Στα Πρακτικά εκλογής (20-12-1991) είναι ευδιάκριτη η προσπάθεια όλων, ανεξαιρέτως, να θεμελιώσουν τη θετική τους ψήφο για να εκλεγεί, τελικώς, νομότυπα «παμψηφεί». Από την Εισηγητική έκθεση και τα πρακτικά προκύπτει ότι το συγγραφικό του έργο δεν ήταν ιδιαιτέρως πλούσιο για τη βαθμίδα του αναπληρωτή καθηγητή. Περιλάμβανε το γνωστό, από τις αλλεπάλληλες εκδόσεις του, χρηστικό βιβλίο κωδικοποίησης της νομοθεσίας για τα ΑΕΙ (από το 1982 και μετά). Πέρα από αυτό, παρουσίασε μια συλλογή 10 κειμένων-επιφυλλίδων της περιόδου 1989-1991(Οικονομικός Ταχυδρόμος, Το Βήμα, Το Έθνος, Ελευθεροτυπία, κ.α.), με τίτλο «Προβληματισμοί για θέματα Παιδείας» (αυτοχρηματοδότηση, Βιβλίο μικρού σχήματος,σελ.155, Σεπτέμβρης 1991). Στα πανεπιστημιακά δρώμενα, η ύπαρξη εκδότη προσδίδει κύρος, αν και αυτό έχει αναιρεθεί με το καθεστώς διανομής συγγραμμάτων. Ένα άλλο βιβλίο ήταν «Η βασική εκπαίδευση και το σύστημα διορισμού των ελλήνων εκπαιδευτικών: Σκέψεις και προτάσεις» (αυτοχρηματοδότηση, Βιβλίο μικρού σχήματος,σελ.112, 1991). Και τα δύο βιβλία έχουν τα ίδια χαρακτηριστικά. Τα έχω μελετήσει. Κρίνουμε ότι είναι δυσδιάκριτη η θεωρητική πλαισίωση των «σκέψεων και των προτάσεων», χωρίς στοιχειώδη προσφυγή ή θεμελίωση στην ελληνόγλωσση ή διεθνή σχετική βιβλιογραφία. Δεν προσφέρονται για περαιτέρω σχολιασμό, από την πλευρά μας. Συνήθως, αυτού του είδους βιβλία γράφουν οι Υπουργοί Παιδείας  ως  «εμπειροτέχνες πρακτικοί» της εκπαιδευτικής πολιτικής, μετά την αποχώρησή τους. Ο χρονισμός της  δημοσίευσής τους συμπίπτει με τη διαδικασία εκλογής. Ο φάκελος συμπληρώνεται με αυτό που αναφέρεται ως «Υποβοηθητικό υλικό για τις ανάγκες του Μαθήματος ‘Οργάνωση και Διοίκηση της Εκπαίδευσης’»(1990-91). Βέβαια, στην εισηγητική έκθεση προτάσσονται πέντε (μαζί με το διδακτορικό) δημοσιεύσεις (για την περίοδο 1971-1978 που ήταν βοηθός και λέκτορας) που αφορούν στη Φυσική. Από την ίδια  έκθεση προκύπτει ότι για μια μακρά περίοδο(1978- 1991),δεν υπάρχουν δημοσιεύσεις, εκτός από το βιβλίο με το «νόμο πλαίσιο του 1982». Γνωρίζουμε ότι βασικό κριτήριο είναι η συνάφεια του διδακτορικού και του εν γένει δημοσιευμένου έργου με το αντικείμενο της θέσης που έχει προκηρυχθεί. Η εκλογή στη βαθμίδα του αναπληρωτή προβλέπει και άλλα κριτήρια.

Η εισήγηση που έγινε ήταν πολύ θετική. κι ανάμεσα στα άλλα, αναφέρει:

«Η μετάβαση από τον χώρο της Φυσικής στο καινούργιο χώρο «Οργάνωση-Διοίκηση Εκπαίδευσης» και «Εκπαιδευτικός Σχεδιασμός» σίγουρα διευκολύνθηκε από την πλούσια διοικητική πείρα του υποψηφίου σε διάφορες θέσεις. Δεν ήταν όμως καθόλου εύκολη. Η δυσκολία της ερευνητικής εξοικείωσης με το νέο επιστημονικό χώρο είναι σε αρκετές περιπτώσεις ευδιάκριτη, ιδιαίτερα στα πρώτα κείμενα: ελλιπής ερμηνεία και ανάλυση των εκπαιδευτικών φαινομένων, συχνά αδυναμία συσχέτισης του εκπαιδευτικού με το κοινωνικοπολιτικό και οικονομικό γίγνεσθαι, περιορισμένη γνώση πηγών κλπ(… )Εκείνο που ιδιαίτερα χαρακτηρίζει τα έργα του υποψηφίου είναι η πρωτοτυπία τους, ο κριτικός τρόπος προσέγγισης, η εκσυγχρονιστική τολμηρή σκέψη, η τόλμη να «ακουμπά» κρίσιμα ζητήματα και να καταλήγει σε τεκμηριωμένες προτάσεις που συχνά «προκαλούν» επειδή δεν εναρμονίζονται με το «γενικά παραδεκτό»(… )Το (συγκεκριμένο) γνωστικό αντικείμενο είναι καινούργιο στο ελληνικό χώρο και θεραπεύεται σε ελάχιστα Παιδαγωγικά Τμήματα της χώρας ως αυτοτελής επιστημονικός χώρος. Το συνολικό σχετικό έργο του προάγει σημαντικά το παραπάνω αντικείμενο και με τα εν δυνάμει ερευνητικά στοιχεία που εμπεριέχει παρέχει ισχυρές εγγυήσεις ότι ο υποψήφιος έχει να προσφέρει σημαντικά στην περαιτέρω προώθηση του γνωστικού χώρου στον οποίο ανήκει η προς πλήρωση θέση(… ) Για όλους τους παραπάνω λόγους και επειδή η εν λόγω υποψηφιότητα ανταποκρίνεται στις από τον νόμο προβλεπόμενες προϋποθέσεις, εισηγούμεθα ευχαρίστως την εκλογή του στη προς πλήρωση θέση Αναπληρωτή Καθηγητή στο γνωστικό αντικείμενο «Σχεδιασμός, Οργάνωση και Διοίκηση Εκπαίδευσης και Έρευνας» (Εισηγητική Έκθεση 376/10/12/1991).

Είναι προφανές ότι η σχετική εμπειρία στην άσκηση εκπαιδευτικής πολιτικής είναι κεφαλαιώδους σημασίας για την πρόσληψη των εκπαιδευτικών πραγμάτων. Δε χρειάζεται, πάντα, να είσαι και «ειδικός» στο αντικείμενο για να καταλάβεις πολιτική θέση. Ούτε σημαίνει πως όλοι οι πανεπιστημιακοί στο ελληνικό πανεπιστήμιο είναι «ειδικοί» στο αντικείμενο της θέσης τους. Άλλο  είναι να διεκδικείς και να παίρνεις το χρίσμα του «ειδικού» κι άλλο, με τις σπουδές και το εν γένει έργο σου, να είσαι σε θέση να υποστηρίζεις αυτόν τον τίτλο.

Η παλιννόστηση του «ακρίτα» πανεπιστημιακού

Πέντε χρόνια μετά την προηγούμενη εκλογή, εκλέχτηκε Καθηγητής στο ίδιο Τμήμα και με το ίδιο αντικείμενο (Δημοκρίτειο,1997). Από το 1998 μέχρι το 2004 είχε επιστρέψει, για έξη χρόνια,  στο Υπουργείο Παιδείας ως «Ειδικός Γραμματέας Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης», αυτή τη φορά (με Υπουργούς τον Γεράσιμο Αρσένη και τον Πέτρο Ευθυμίου)». Στο βιογραφικό του γράφει: «Με την ιδιότητα αυτή, είχα καθοριστική ευθύνη και συμμετοχή στη διαμόρφωση της κυβερνητικής πολιτικής στον τομέα της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης (και γενικότερα στον τομέα της ανώτατης εκπαίδευσης), τα κύρια σημεία της οποίας συνοψίζονται ως εξής:

Διεύρυνση και επέκταση του ελληνικού συστήματος ανώτατης εκπαίδευσης, με τη δημιουργία νέων Τμημάτων αλλά και νέων Ιδρυμάτων Ανώτατης Εκπαίδευσης και κατά κύριο ρόλο σε περιφερειακή βάση

 Ραγδαία αύξηση των ποσοστών συμμετοχής στην ανώτατη εκπαίδευση των νέων ηλικίας μεταξύ 18 και 21 ετών, η οποία έφερε την Ελλάδα στην κορυφή των Ευρωπαϊκών χωρών

 Ραγδαία αύξηση του αριθμού των Προγραμμάτων Μεταπτυχιακών Σπουδών και κατάρτιση νομοσχεδίου για τον εκσυγχρονισμό και τον εξορθολογισμό του συστήματος των μεταπτυχιακών σπουδών στην Ελλάδα (το οποίο δεν κατατέθηκε τελικώς για ψήφιση στη Βουλή)

    Ανάπτυξη πρωτοβουλιών για την οργάνωση κοινών Προγραμμάτων Μεταπτυχιακών Σπουδών (joint masters) με Πανεπιστήμια άλλων Ευρωπαϊκών χωρών και κατάρτιση των αναγκαίων νομοθετικών ρυθμίσεων (οι οποίες προωθήθηκαν προς ψήφιση στη Βουλή μετά τον Μάρτιο του 2004

     Διαμόρφωση για πρώτη φορά στην Ελλάδα ενός Εθνικού Στρατηγικού και Χωροταξικού Σχεδίου Ανάπτυξης της ανώτατης εκπαίδευσης, και μάλιστα παράλληλα με την κατάρτιση στρατηγικών και επιχειρησιακών σχεδίων ανάπτυξης από μέρους όλων των ελληνικών Ιδρυμάτων Ανώτατης Εκπαίδευσης

    Προώθηση των διαδικασιών διασφάλισης και αξιολόγησης ποιότητας στην ελληνική ανώτατη εκπαίδευση και κατάρτιση σχετικού νομοσχεδίου (το οποίο προωθήθηκε προς ψήφιση στη Βουλή μετά τον Μάρτιο του 2004)

    Προώθηση των διαδικασιών δια βίου μάθησης στο πλαίσιο της ελληνικής ανώτατης εκπαίδευσης. Υπεύθυνος της ομάδας εργασίας του ΥΠΕΠΘ που κατάρτι-σε το σχετικό νομοσχέδιο (το οποίο προωθήθηκε προς ψήφιση στη Βουλή μετά τον Μάρτιο του 2004)

    Διαμόρφωση και εφαρμογή ενός ορθολογικού, αποτελεσματικού και διαφανούς συστήματος κατανομής της κρατικής χρηματοδότησης στα ελληνικά Πανεπιστήμια

    Εφαρμογή για πρώτη φορά στην Ελλάδα συστήματος τετραετούς αναπτυξιακού προγραμματισμού για τις κτιριακές υποδομές των ελληνικών Πανεπιστημίων (2000-2004)

    Προώθηση της Ευρωπαϊκής Διάστασης της ελληνικής ανώτατης εκπαίδευσης»

Όλα τα παραπάνω αναφέρονται, χωρίς περικοπές, στο βιογραφικό του. Αν και ένα  βιογραφικό είναι μια μορφή  αυτοαναφορικής αξιολόγησης, έχουμε, όντως, να κάνουμε με  μια πολυσχιδή δράση εκπαιδευτικής πολιτικής στην οποία, πλέον, κεφαλαιοποιείται και η προηγούμενη θητεία στο ΥΠΕΠΘ και η πανεπιστημιακή «τήβεννος» του ειδικού ακαδημαϊκού σε θέματα εκπαιδευτικής πολιτικής την οποία έφερε ήδη για εφτά χρόνια(1991-98). Εν τω μεταξύ, ταυτόχρονα, είναι και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Κέντρου Εκπαιδευτικής Έρευνας (1995-2004).

Ενόσω είναι Ειδικός Γραμματέας στο ΥΠΕΠΘ, στο πλαίσιο  των αρμοδιοτήτων του για τη διεύρυνση του χάρτη της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, ιδρύεται το Τμήμα Κοινωνικής και Εκπαιδευτικής Πολιτικής στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου (Κόρινθος), στο οποίο μετακινείται, προφανώς, μετά από  αίτηση ή πρόταση μετάκλησης και τις προβλεπόμενες διαδικασίες, το 2003. Από το 2003 μέχρι 2012  ήταν Καθηγητής σε πιο εξειδικευμένο αντικείμενο αυτή τη φορά, στο αγαπημένο του αντικείμενο «Πολιτική Ανώτατης Εκπαίδευσης», σε ένα περιζήτητο  Τμήμα, από την άποψη της  γεωγραφικής του εγγύτητας στα «κέντρα εξουσίας».  Από 2004-2008 ήταν Πρόεδρος του Τμήματος Κοινωνικής και Εκπαιδευτικής Πολιτικής, στο νέο Τμήμα. Πρόεδρος του αντίστοιχου Τμήματος ήταν και στο Δημοκρίτειο (1993-96). Εν τω μεταξύ, αν και καθηγητής, δοκίμασε, για μια ακόμη φορά, μετά από εκλογές, τη διοικητική εμπειρία στη θέση του «Γραμματέα και συντονιστή διοίκησης του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου» (2010-12). Το 2013 αποκτάει τον τίτλο του ομότιμου. Τον τίτλο International Expert- Qatar τον βρίσκουμε στο εξώφυλλο της Έκθεσης Εξωτερικής αξιολόγησης του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, την οποία υπογράφει ως «εμπειρογνώμων» του μητρώου της ΑΔΙΠ, μετά από «υπόδειξη» υπερκείμενης Ευρωπαϊκής Αρχής. Μετά από μια τόσο λαμπρή και πλούσια διαδρομή, πώς θα μπορούσε να μην είναι;

Βέβαια, παραμένει ένα δυσπρόσιτο ερώτημα ανοικτό: Πώς εξηγείται το γεγονός ότι αξιοποιείται ως «εμπειρογνώμων» της ΑΔΙΠ κάποιος που είχε ενεργό πολιτική πολύχρονη εμπλοκή  και αρμοδιότητα σε μια «Διεύρυνση και επέκταση του ελληνικού συστήματος ανώτατης εκπαίδευσης», που κρίνεται, από τους κύκλους της ΑΔΙΠ, ως  άναρχη και «ιδιότυπου πελατειακού/επαρχιωτικού χαρακτήρα» άσκηση εκπαιδευτικής πολιτικής! Έτσι, κάπως, μπλέκονται σχεδόν αδιαχώριστα οι προσωπικές ακαδημαϊκές ιστορίες   και οι ιστορίες εκπαιδευτικής πολιτικής. Έτσι, συγκροτούνται σταδιοδρομίες,  συντάσσονται βιογραφικά και γράφονται/δημοσιεύονται απομνημονεύματα πολιτικών και ακαδημαϊκών.

Σε τελευταία ανάλυση, όλα τούτα συνηγορούν υπέρ της άποψης ότι οι ισχυρές πολιτικές επενδύσεις όταν συνδυάζονται με προσωπικές φιλοδοξίες των πρωταγωνιστών διαμορφώνουν ένα ισχυρό πλέγμα εξουσιών και εξαρτήσεων που ξεπερνούν τις αντικειμενικές προτεραιότητες που τίθενται στην άσκηση εκπαιδευτικής πολιτικής στη συγκεκριμένη ιστορική στιγμή, κάθε φορά. Πίσω από όλα τα παραπάνω, υπάρχει μια σειρά σοβαρών ερωτημάτων: Μήπως, εν τέλει, οι πολιτικές «διασφάλισης ποιότητας» στην ελληνική ανώτατη εκπαίδευση, δεν έχουν καμιά προτεραιότητα, σε μια περίοδο παρατεταμένης δημοσιονομικής και χρηματοπιστωτικής κρίσης και «μνημονίων»; Το πρόβλημα είναι η μεγάλη καθυστέρηση στην υιοθέτηση και προώθηση των σχετικών πολιτικών ή μήπως η απροσδόκητη υποχώρηση των αντιστάσεων στην επιβολή των πολιτικών αυτών; Όταν στη Μεγάλη Βρετανία, με την εμπειρία περίπου 25 χρόνων(1990-2016) μιας δύσκολης εφαρμογής των σχετικών πολιτικών, αναζητούν πλαίσιο «αρχιτεκτονικής ρύθμισης»  της «ποιότητας» που να εδραιώνεται στο ρίσκο ( δείκτης της αγοράς), τι είναι αυτό που κινητοποιεί τους πολυάριθμους ντόπιους πρωταγωνιστές της Bologna Process ώστε να επιμένουν σε ασκήσεις επί χάρτου στην εκπαιδευτική πολιτική μιας χώρας του «ευρωπαϊκού νότου» που ασφυκτιά σε καθεστώς μη βιώσιμου χρέους; Το ερώτημα είναι: Πώς θα απαντήσουμε σε αυτό και σε άλλα συναφή ερωτήματα; Σε επόμενη ανάλυση θα κωδικοποιήσουμε τις πτυχές ενός συντονισμένου και επίμονου πολιτικού σχεδίου που είχε μπει σε εφαρμογή, με χρηματοδότηση, για την άλωση και την εξουδετέρωση των ακαδημαϊκών μονάδων και των πανεπιστημιακών που αντιστέκονταν, για χρόνια.

Μια  άλλη «Κριτική προσέγγιση στο έργο του Διονύση Κλάδη»: Academia/HepNet

Oι φίλοι  και οι συνεργάτες του   στο HepNet ετοίμασαν πρόσφατα ένα αφιέρωμα στο ηλεκτρονικό περιοδικό «Academia» (1/2016) στο Διονύση Κλάδη, μέλος του «Δικτύου» για το οποίο έχουμε γράψει σε προηγούμενη ανάλυση (1). Ο τίτλος του αφιερώματος είναι  «Dedication to Dionysis Kladis contribution to the development of Greek higher education system». Το εισαγωγικό κείμενο της «επιμέλειας» υπογράφεται από την Ζωή Γαβριηλίδου (Δημοκρίτειο)  και τον Γιώργο Σταμέλο (Πανεπιστήμιο Πατρών), με τίτλο «Κριτική προσέγγιση στο έργο του Διονύση Κλάδη». Στο αφιέρωμα περιλαμβάνονται 7 συνολικά  εργασίες με αναφορά στο σχετικό θέμα του «Αφιερώματος». Από το εισαγωγικό κείμενο παραθέτω ένα εκτενές απόσπασμα, αφού διευκρινίσω ότι το κείμενο εντοπίζει τέσσερα πεδία συμβολής του Κλάδη: «το νόμο πλαίσιο 1268/82 για τα πανεπιστήμια» και τη «διεύρυνση του δικτύου ανώτατης εκπαίδευσης», για να ακολουθήσουν το τρίτο και το τέταρτο πεδίο που παραθέτουμε αυτούσια στη συνέχεια. Δεν καταπιάστηκαν με το επιστημονικό του έργο. Αρκέστηκαν στη συμβολή του στην άσκηση της εκπαιδευτικής πολιτικής. Είναι αλήθεια, πως αυτό είναι το ουσιαστικό του έργο, αν και αφορά στην προώθηση των νεοφιλελεύθερων πολιτικών στην ελληνική ανώτατη εκπαίδευση. Σκέφτηκα πως έχει ενδιαφέρον να φιλοξενήσω στο κείμενό μου μια άλλη «κριτική προσέγγιση» στο θέμα που μας απασχολεί. Η συγκεκριμένη κριτική αποτίμηση της συμβολής του Διονύση Κλάδη, παρόλο που προέρχεται από τον οικείο και φιλικό ακαδημαϊκό χώρο του HepNet, δεν αναιρεί στο ελάχιστο, τους ισχυρισμούς που έχουμε διατυπώσει στη σειρά των κειμένων μας για την ΑΔΙΠ αλλά και το ίδιο το Δίκτυο και τις πολιτικές που παράγονται στην/για την ελληνική εκπαίδευση. Ας παρακολουθήσουμε την «κριτική αποτίμηση» που γίνεται:

«(…)Τέλος τρίτον, η δημιουργία του ευρωπαϊκού χώρου ανώτατης εκπαίδευσης (ΕΧΑΕ) και ιδιαίτερα η διασφάλιση ποιότητας. Το τελευταίο μπορεί να εξεταστεί χωριστά ως τέταρτο σημείο. Εμείς όμως το αντιμετωπίζουμε ως μέρος του ΕΧΑΕ. Ο Κλάδης είχε την τύχη να είναι στο κατάλληλο πόστο την κατάλληλη στιγμή. Έτσι, συμμετείχε ενεργά στην πρώτη ομάδα εμπειρογνωμόνων που με ενθουσιασμό εργάστηκε για το όραμα του ευρωπαϊκού χώρου ανώτατης εκπαίδευσης. Η δημιουργία της ESIB, νυν ESU, της ευρωπαϊκής οργάνωσης φοιτητών και ο ρόλος της στην προάσπιση του δημόσιου χαρακτήρα του πανεπιστημίου φέρει (και) τη σφραγίδα του Διονύση. Τραγική ειρωνεία: οι Έλληνες φοιτητές είναι οι μόνοι σε όλη την Ευρώπη (με διευρυμένα γεωγραφικά σύνορα και συνυπολογίζοντας κράτη, κρατίδια και οντότητες) που δεν συμμετέχουν... Η προσθήκη μιας «ασήμαντικης» λεξούλας, «τουλάχιστον», στη διάρκεια του πρώτου κύκλου σπουδών, η οποία τροποποίησε το ανελαστικό πρώτο κείμενο της Μπολώνιας (και της Σορβόννης) που προέβλεπε 3 χρόνια είναι επίσης δική του συνεισφορά. Προϊόν ικανότητας διαπραγμάτευσης και συστράτευσης όλων εκείνων που είχαν τεταρτοετείς σπουδές στον πρώτο κύκλο σπουδών (bachelor). Έτσι, τα ελληνικά πανεπιστήμια εντάσσονται στο σχήμα εύκολα και χωρίς κλυδωνισμούς. Το πώς και γιατί η Ελλάδα από το επίκεντρο των ευρωπαϊκών εξελίξεων βρέθηκε στη συνέχεια στο περιθώριο ή και στην παντελή απουσία είναι ένα θέμα προς συζήτηση. Η συζήτηση αφορά προφανώς το πόσο κακό έκαναν στη χώρα οι επικοινωνιακού τύπου αντιδικίες των κομμάτων, η ανύπαρκτη διοικητική συνέχεια και το χαμηλό  επίπεδο του πολιτικού προσωπικού της χώρας.

Το ουσιαστικότερο όμως για εμάς είναι η παρουσία του Κλάδη στο θέμα της διασφάλισης της ποιότητας και της αξιολόγησης στην Ελλάδα και την Ευρώπη. Συνήθως ξεχνάμε ότι οι αξιολογήσεις Τμημάτων και Ιδρυμάτων στην Ελλάδα ξεκίνησαν πολύ νωρίς τη δεκαετία το ’90 και η Ελλάδα συμμετείχε στο πρώτο σχετικό ευρωπαϊκό πρόγραμμα. Σημαντικό ρόλο για την ελληνική συμμετοχή παίζει ο Κλάδης, όχι μόνο στο να πείσει για τη συμμετοχή αλλά και για την οικονομική στήριξη που προϋποτίθεται, σε μερικές περιπτώσεις, η συμμετοχή. Έτσι, δημιουργείται μια πρώτη εξοικείωση της ελληνικής ανώτατης εκπαίδευσης (ΑΕΙ και ΤΕΙ) με την αξιολόγηση. Το πώς τώρα φτάσαμε στα πρόθυρα εμφυλίου πολέμου στα μέσα της δεκαετίας του 2000 για την αξιολόγηση και την ίδρυση της ΑΔΙΠ αυτό είναι άλλης τάξεως πρόβλημα που σχετίζεται άμεσα με την ποιότητα του πολιτικού προσωπικού που διαχειρίστηκε την υπόθεση. Ο Κλάδης συμμετέχει παράλληλα στην ανάπτυξη του προγράμματος ιδρυματικής αξιολόγησης της EUA. Σήμερα, είναι ένας από τους δύο Έλληνες με σημαντική παρουσίαση στις ευρωπαϊκές ιδρυματικές αξιολογήσεις. Με σχεδόν 200 αξιολογήσεις ιδρυμάτων είναι ίσως ο πλέον έμπειρος αξιολογητής τόσο για την EUA όσο και την ENQA. Και πάλι εδώ, να σημειωθεί ένα παράδοξο. Ο Κλάδης αξιολογεί εδώ και 20 χρόνια ευρωπαϊκά πανεπιστήμια, αλλά μόλις τους τελευταίους μήνες συμμετείχε σε αξιολογήσεις ελληνικών πανεπιστημίων ως προτεινόμενος από την ....EUA! H αξιολόγηση αποτελεί  λοιπόν για τον Κλάδη μακροχρόνια και κεντρική ενασχόληση. Ίσως γι’ αυτό είναι και η καλύτερη θεματολογία αν θέλει κανείς να μαλώσει μαζί του. Για να το αποφασίσει όμως χρειάζεται ισχυρές βάσεις και καλή συγκρότηση...». Ακριβώς!

«Ακαδημαϊκός καπιταλισμός» και  ανυποψίαστοι πρωταγωνιστές

Δεν αποκλείεται εγχώριοι «δρώντες-κλειδιά»-θιασώτες της Bologna Process και της ΑΔΙΠ- να έχουν διεισδύσει αθόρυβα και μεθοδευμένα, χρόνια τώρα, στις διεργασίες  άλωσης των ελληνικών πανεπιστημίων και ΤΕΙ με τα προτάγματα του παραδείσου που υπόσχεται ένας ιδιότυπος «ακαδημαϊκός καπιταλισμός». Είναι ο καπιταλισμός που αναγορεύει την ιδιωτική πρωτοβουλία, την ατομική προσπάθεια, την ελεύθερη επιλογή, τον ανταγωνισμό, την αξιοκρατία και τις προσωπικές στρατηγικές σε θεμελιώδεις αρχές μιας «ελεύθερης αγοράς». Είναι αυτές οι αρχές που ευνοούν και πριμοδοτούν  την ανάπτυξη προσωπικών στρατηγικών και στην άσκηση  της εκπαιδευτικής πολιτικής. Οι ίδιοι έχουν υποστεί τις διεργασίες του γνωστού πειραματισμού του «βατράχου» που ανυποψίαστος εξοικειώνεται με τις πρακτικές  της καπιταλιστικής αγοράς.

Σε μια ενδιαφέρουσα ανάλυση «Πανεπιστήμια Α.Ε.» (Δημοσιεύθηκε στο "Έψιλον" της "Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας", 10/10/2010, Νίκος Κυριακίδης) διαβάζουμε πως «Συστηματοποιώντας το νέο τοπίο που διαμορφώνεται στην ανώτατη εκπαίδευση, οι Αμερικανοί ακαδημαϊκοί Sheila Slaughter και Gary Rhoades διατύπωσαν στα τέλη της δεκαετίας του '90 τη θεωρία τους περί «ακαδημαϊκού καπιταλισμού». Στον πυρήνα της βρίσκεται ο μετασχηματισμός των πανεπιστημίων από ανεξάρτητα ακαδημαϊκά ιδρύματα σε «εκπαιδευτικά δίκτυα» που διασυνδέουν σχολές, παραρτήματα σχολών, διοικητικό προσωπικό, ακαδημαϊκούς και φοιτητές με τη αποκαλούμενη "νέα οικονομία". Κατά τους Slaughter και Rhoades, αυτή η μεταβολή οδηγεί σε «ένα ακαδημαϊκό καπιταλιστικό καθεστώς γνώσης και εκπαίδευσης». Η διαρκής ελάττωση του μεριδίου της κρατικής συμμετοχής στα ετήσια λειτουργικά έξοδα των πανεπιστημίων η οποία χαρακτηρίζεται από περιοδικές ή μη, έντονες οικονομικές κρίσεις, έχει παίξει σημαντικό ρόλο στη νομιμοποίηση του ακαδημαϊκού καπιταλισμού. Μέσα σ' αυτήν την κατάσταση, λοιπόν, η ίδρυση και λειτουργία εσωτερικών εκπαιδευτικών δομών από τις μεγάλες εταιρείες για την κατάρτιση των στελεχών τους και την ενδυνάμωση της εταιρικής κουλτούρας, δείχνει να είναι το επόμενο λογικό βήμα στη διαδικασία επαναπροσδιορισμού της έννοιας της γνώσης(…)Η ειρωνεία είναι πως ο «νεωτερισμός» του εταιρικού πανεπιστημίου δεν αναδύθηκε μέσα από τις εταιρίες υψηλής τεχνολογίας -κάτι που θα έδειχνε απολύτως λογικό και αναμενόμενο- αλλά μέσα από την «εμπειρική» βιομηχανία του γρήγορου φαγητού.  Η McDonald's ήταν η πρωτοπόρος! Η αμερικανική φίρμα που ταΐζει καθημερινά 45 εκατομμύρια ανθρώπους παραμένει μακράν η μεγαλύτερη και πιο επιτυχημένη διεθνής αλυσίδα «ταχυφαγείων»! Δεν θα μπορούσαν να είναι διαφορετικά τα πράγματα για μία εταιρεία που έχει υπολογίσει πως για κάθε έξι δευτερόλεπτα που μειώνεται ο χρόνος από την παραγγελία ως το σερβίρισμα, τα κέρδη ενός εστιατορίου της αυξάνονται κατά 1%!

 

(…)Αν και η προοπτική των εταιρικών πανεπιστημίων δείχνει μάλλον μακρινή για την Ελλάδα, καθώς η ανταποδοτικότητα του εγχειρήματος είναι προφανώς ασύμφορη για εταιρείες που δεν είναι του μεγέθους π.χ. της Boeing ή της Microsoft, εν τούτοις ένας ιδιωτικός εκπαιδευτικός οργανισμός που παρέχει «στοχευμένη» μεταπτυχιακή εκπαίδευση σε στελέχη επιχειρήσεων λειτουργεί και στη χώρα μας εδώ και 18 χρόνια! Πρόκειται για το ALBA Graduate Business School στη Βουλιαγμένη, ένα ιδιωτικό, μη κερδοσκοπικό πανεπιστήμιο («κολέγιο» σήμερα) το οποίο προσφέρει μεταπτυχιακή εκπαίδευση στη διοίκηση επιχειρήσεων κυρίως σε στελέχη ελληνικών ομίλων στο πλαίσιο εξειδικευμένων εταιρικών εκπαιδευτικών προγραμμάτων. Ιδρύθηκε το 1992 από τον Σύνδεσμο Επιχειρήσεων και Βιομηχανιών (ΣΕΒ), το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Αθηνών (ΕΒΕΑ) και την Ελληνική Εταιρεία Διοίκησης Επιχειρήσεων (ΕΕΔΕ). Εκτός από τα δίδακτρα, οι οικονομικοί πόροι του ιδρύματος σε ποσοστό 40% προέρχονται από χορηγίες και δωρεές από έναν κατάλογο 82 ελληνικών επιχειρήσεων». Έχει συσταθεί και Παγκόσμιο Συμβούλιο Εταιρικών Πανεπιστημίων (GCCU),με έδρα το Παρίσι, που συνδέει τους επαγγελματίες του χώρου, με το σύνθημα «Πέρα από σύνορα, πέρα από πολιτισμούς, πέρα από ηπείρους»!

Εν τέλει, μήπως το τέλος του δημόσιου πανεπιστημίου, που σηματοδοτείται με τη ραγδαία ανάπτυξη «Πανεπιστημίων Α.Ε.» στην αγορά, δεν απασχολεί τους πρωταγωνιστές της ΑΔΙΠ γιατί, με τη συμμετοχή τους στις πολιτικές της  Bologna Process και της ΑΔΙΠ ετοιμάζονται και εξοικειώνονται με αυτό που θα έρθει; Τι είναι αυτό  που εκτρέπει το πλήθος των  εγχώριων πρωταγωνιστών (συλλογικών και ατομικών) της ΑΔΙΠ σε επιλογές ώστε να γίνονται «επιχειρηματίες του εαυτού τους», σε μια υποβαθμισμένη ελληνική ανώτατη εκπαίδευση; Μήπως, έτσι θεωρούν ότι χτίζουν το βιογραφικό προφίλ (“Europass”) του «ακαδημαϊκού μετανάστη/πρόσφυγα», ως προϊόντος εξαγωγής σε μια ευρωπαϊκή/διεθνή αγορά «εγκεφάλων» και χρήσιμων ειδικών, σε τιμές ευκαιρίας; Είναι προφανές ότι οι όποιες προσωπικές στρατηγικές, όταν συμπλέκονται με τις πολιτικές αγοράς στην εκπαίδευση  είναι «εργαλειοθήκες» στην υπηρεσία ενός «ακαδημαϊκού καπιταλισμού».  Ποιος, αλήθεια, στην ΑΔΙΠ κόπτεται για την επιβίωση και την αναβάθμιση του ελληνικού πανεπιστημίου  και του ΤΕΙ; Αν οι πολιτικές της Bologna Process και της  ΑΔΙΠ κάνουν θραύση, με πρωτοφανή κυνισμό, εν μέσω μνημονίων, με τα θλιβερά επιτεύγματά τους, πώς θα  «κόψουμε τα φτερά, τον αέρα και το βήχα»;

1.Βλ. www.alfavita.gr/apopsin/ekpaideytiki-politiki-drontes-eidikoi-kleidia-ka...">https://www.alfavita.gr/apopsin/ekpaideytiki-politiki-drontes-eidikoi-kl...">www.alfavita.gr/apopsin/ekpaideytiki-politiki-drontes-eidikoi-kleidia-ka...">https://www.alfavita.gr/apopsin/ekpaideytiki-politiki-drontes-eidikoi-kl...

ΑΔΙΠ (2016), Έκθεση Ποιότητας της Ανώτατης Εκπαίδευσης 2015, Αθήνα, ΑΔΙΠ.

Καβασακάλης  Αγγ. (2015) Η θεσμοθέτηση ενός Συστήματος Διασφάλισης Ποιότητας στο Ελληνικό Πανεπιστήμιο: Συγκρότηση δικτύων υπεράσπισης αντιλήψεων και αξιών στο υποσύστημα πολιτικής του Πανεπιστημίου, Διδακτορική Διατριβή, στη σειρά «Ανώτατη Εκπαίδευση: Θεωρίες, Μεθοδολογίες, Αναλύσεις, Ερμηνείες» του Δικτύου «Πολιτική Ανώτατης Εκπαίδευσης»(HepNet), του Πανεπιστημίου Πατρών, Αιγαίου και Πελοποννήσου, Εκδόσεις Σαΐτα, Καβάλα.

Κλάδης, Διον.,(2007) «Ο ευρωπαϊκός χάρτης ανώτατης εκπαίδευσης μετά το Μπέργκεν και οι επιδράσεις στο ελληνικό πανεπιστήμιο» στο Κλάδης, Διον, κ. α.(επιμ.) Η Μεταρρύθμιση του Ελληνικού Πανεπιστημίου, Εκδόσεις, Παπαζήση, Αθήνα, σελ. 93-104

Σχόλια Αναγνωστών

την Τρίτη 27.9.2016

 

2ndthought • 7 hours ago

Οπως ανέφερα σε προηγούμενο σχόλιο μου, μπορεί με τις κρίσεις μου να αδικώ των κ. Γ, Μαυρ. Παρομοίως, και τα "λεγόμενα" περί δημιουργίας δύο Πανεπιστημίων για χάρη προσώπων, που δεν έχουν τεκμηριωμένα αποδειχθεί, να αδικούν και τον κ. Δ. Κλάδη. Η διευκρίνιση αυτή, "ως δεύτερη σκέψη" , διότι δεν θέλω να αδικώ πρόσωπα, όταν τα κρίνω, και πολύ περισσότερο δεν θέλω να συμμετέχω στην αναθρωποφαγία πολλών σχολιαστών, που εκμηδενίζουν τα πάντα αναφορικά με τον στόχο τους.

Γιώργος Μαυρογιώργος 2ndthought • 2 hours ago

 Δεν ισχυριζεται κανείς ότι δημιουργήθηκαν δύο πανεπιστήμια για χάρη κάποιου. Αυτό είναι μια αυθαίρετη κρίση. Ο χρονισμός των εξελίξεων δε σημαινει ότι έχει συμβεί κάτι τέτοιο. Άλλωστε το Δημοκρίτειο ιδρύθηκε το 1974-75 και το Πελοποννήσου το 2000. Οι μετακινήσεις από Αθήνα-Αλεξανδρουπολη-Κόρινθο για έναν ακαδημαικό που κατέχει και πολιτικές θέσεις για πολλά χρόνια, είναι θεμιτές και νομότυπες και έγιναν με όλες τις προβλεπόμενες διαδικασίες. Δεν πρόκειται για σκάνδαλώδη παρανομία ή παρατυπία.Πολιτικά, ωστόσο, προσφέρεται το θέμα για επεξεργασία του κεντρικού ερωτήματος που είναι πώς συμπλέκεται η άσκηση εκπαιδευτικής πολιτικής με την ακαδημαική δράση και εξέλιξη σε ένα θέμα όπως είναι η προώθηση της Bologna Process

DIOGENIS • 2 days ago

Ο αρθογράφος πρέπει να κάνει επειγόντως μαθήματα για τον αντικείμενο με δάσκαλο τον.... κ. Φορτσάκη μήπως και κάποιος καταφέρει και διαβάσει ολόκληρη την εξαιρετική πραγματεία του..

2ndthought • 15 hours ago

Λέγεται ευρέως ότι για χάρη δύο ατόμων δημιουργήθηκαν δύο Πανεπιστήμια, το ένα από αυτά για τον Κλάδη. Αλλά σε τι διαφέρει ο Κλάδης από τον Καθηγητή κ. Γ. Μαυρογιώργο, που δήλωσε ο ίδιος ότι, όταν ήταν Αντιπρόεδρος του ΠΙ, "διευκόλυνε" με τους τρόπους που περιγράφει "στημένη" αξιολόγηση επιμορφωτικού προγράμματος του οποίου ήταν Επιστημονικός υπεύθυνος; Τότε έπρεπε να την καταγγείλει, την «διευκόλυνε», και όχι τώρα που είναι έξω από τα πράγματα. Αν τον είχαν στο παιχνίδι, π.χ. ΓΓ του Παιδείας αντί του Χασάπη, γιατί δεν θα έκανε και πάλι τέτοιες "διευκολύνσεις"; Πάντως, ενώ έχει δίκιο σε πολλά, χάνει αξιοπιστία η κριτική του, διότι πάντα χαϊδεύει τη «βάση» και κατακεραυνώνει τους πάντες που είναι σε πόστα που μάλλον θα ήθελε να είναι (και) αυτός. Αυτή την εντύπωση μου δίνει και ελπίζω να μην τον αδικώ.

Γιώργος Μαυρογιώργος 2ndthought • 2 hours ago

Προφανώς, δεν έγινε αντιληπτό το σχόλιό μου για την περίπτωση του 1996.Δε διευκόλυνα κανέναν. Έδωσα λύση σε ένα πρόβλημα που σκάλωνε λόγω θεοποίησης των εξωτερικών εμπειρογνωμόνων που δεν ήξεραν που παν τα τέσσερα. Δεν ήταν σχεδιασμένο να γίνει κάτι τέτοιο. Προέκυψε σε μια επείγουσα διαδικασία. Και με ενδιέφερε να μη χαθεί η χρονική προθεσμία για το πρόγραμμα επιμόρφωσης, που ακόμα είναι σε εκκρμότητα.Όχι το πρόγραμμα αλλά η επιμόρφωση.

Και πως εξισώνετε αυτή τη "μανούβρα" που έκανα για να ξεπμλοκάρω τα πράγματα από τους άσχετους, με αυτά που θέτω στο κείμενό μου.Και δεν πρόκειται για προωπικό ζήτημα,όπως το παρουσιάζετε ως "ανθρωποφαγία". Προσπαθώ να τεκμηριώσω την υπόθεση εργασίας ότι στην άσκηση εκπαιδευτικής πολτικής παρεμβαίνουν,αναπόφευκτα, ¨δίκτυα" και προσωπικές θεμιτές φιλοδοξίες και στρατηγικές.Η μία επιλογή που είχα ήταν να είμαι γενικόλογος και αόριστος,χωρίς να μπορώ να τεκμηριώσω την υπόθεση. Το άλλο ήταν να μελετήσω μια διατριβή σχετική κι αποκλυπτική για το θέμα,να εστιάσω σε ένα αναρτημένο πλούσιο βιογραφικό ενός ανθρώπου που "έδωσε τα πάντα" για να επικρατήσουν οι πολιτικές της Διακήρυξης της Μπολόνιας και να τα συσχετίσω με τις δραστηριότητες ενός δικτύου σε σχέση με το ερώτημα: Πώς θα εξηγήσουμε τη μεγάλη ήττα της αντίστασης έναντι των πολιτικών της ΑΔΙΠ; Και ,φυσικά, η διερεύνηση του θέματος έχει κι άλλες πτυχές.Αυτές προσεχώς. Όσο για τον ισχυρισμό ότι εάν ήμουν μέσατα ίδια θα έκανα, έχω μια απάντηση: Γιατί, με εξαίρεση τους 2 μήνες του 1996, δεν έχω εμφανιστεί στα κέντρα εξουσίας; Ούτε επεδίωξα ούτε παρακάλεσα ούτε με κάλεσε κανείς. Να ξέρετε και τούτο,αν αυτό σας λέει κάτι: είμαι μέλος του ΣΥΡΙΖΑ από το 1989. Είμαι ελεύθερος κι αδέσμευτος από τη φθορά και το απολαμβάνω. Με τηναστήρικτη κι αθεμελίωτη παρέμβασή σας "όλοι το ίδιο είναι" τι προσφέρετε στο θέμα που τίθεται επιτακτικά με το επερχόμενο τέλος του ελληνικού πανεπιστημίου; Εν τέλει, όταν γραφονται διαφορα κείμενα, γιατί τα σχόλια εστιάζουν σε θέματα που δεν τίθενται. Ή τι νόημα έχει η τυπική εξίσωση ενός "επεισοδίου" με μια πολύχρονη ιστορία: Την αξιοπιστία πως την αμφισβητεί κανείς, χωρίς να κάνει θεμελιωμένη κριτική στο περιεχόμενο του κειμένου. Και πόσο το περιεχομενο ενός κειμένου εξαρτάται αποκλειστικά από τα χαρακτηρτικά του γράφοντος. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι,άραγε, εάν και κατά πόσο αυτά που υποστηρίζονται ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα; Για μένα το ζητούμενο δεν ήταν να θίξω προσωπικά ζητήματα. Ουτε άντλησα από " προσωπικά μυστικά". Ήταν μια συναρμολόγηση γεγονότων και πεπραγμένων που είναι δημοσιοποιημένα για να βρω άκρη στο ερώτημα : Πώς, μετά από τόσους αγώνες, φτάσαμε στους δαπανηρούς άσχετους διεθνείς εμπειρογνώμονες του εξωτερικού που εισβάλλουν στο ελληνικό πανεπιστήμιο και το βάζουν σε μια περιπέτεια του τέλους του. Μια μικρή πτυχή είναι αυτά που μέχρι τώρα έχω εκθέσει. Εδώ είμαστε για να λύσουμε το σταυρόλεξο

 

ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΣΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ(5):

Αρχή Διασφάλισης και Πιστοποίησης Ποιότητας και το Πανεπιστήμιο:

Μια συγκρουσιακή συμβίωση

                                                                                                                        Γιώργος Μαυρογιώργος*

Το ελληνικό πανεπιστήμιο ως Κρατικός Ιδεολογικός Μηχανισμός δέχεται τις ασφυκτικές πιέσεις από τις εγχώριες εκδοχές ευρωπαϊκών νεοσυντηρητικών και νεοφιλελεύθερων πολιτικών. Η συνδυασμένη επίθεση των εξουσιαστικών μηχανισμών από τα πάνω, της ελεύθερης αγοράς από τα έξω, και η επίθεση από τα μέσα έβαλε το Πανεπιστήμιο και την εκπαίδευση, γενικότερα, στην τροχιά των ανεξέλεγκτων δυνάμεων της αγοράς και των  πολιτικών «αστυνόμευσης της κρίσης». Η όλη διεργασία επηρεάζεται δραματικά, μετά την υπαγωγή της χώρας σε καθεστώς μη βιώσιμου χρέους, Εν τω μεταξύ, έχουν θεσμοθετηθεί δομές περαιτέρω εμπέδωσης νεοφιλελεύθερων πολιτικών της καπιταλιστικής αγοράς. Τελευταίες εκδοχές αυτών αποτελούν τα Συμβούλια Ιδρύματος και η «Ανεξάρτητη» ΑΔΙΠ.

Θα περιοριστούμε στις διαγραφόμενες εξελίξεις με την καθιέρωση του εγχώριου ιεραρχικού «δικτύου επιτήρησης» των ελληνικών πανεπιστημίων, της ΑΔΙΠ, ως μέλους υπερκείμενων ευρωπαϊκών ομόλογων δικτύων και θα αναφερθούμε επιγραμματικά στους παράγοντες που συνετέλεσαν ώστε η ΑΔΙΠ να θριαμβολογεί για την υπαγωγή όλων των ελληνικών ΑΕΙ στις πολιτικές της Bologna Process, παρά τους θύλακες πολύχρονης αντίστασης (1). Το συγκεκριμένο θέμα είναι στρατηγικής σημασίας για το μέλλον της ανώτατης εκπαίδευσης στην Ελλάδα, και από αυτή την άποψη είναι κοινωνικά και πολιτικά «άκρως συγκρουσιακό». Δεν πρόκειται για σύνθημα: Πρόκειται για το τέλος του πανεπιστημίου.

Η θριαμβολογία της ΑΔΙΠ: Η εξουδετέρωση των «θυλάκων αντίστασης»

Η ΑΔΙΠ ως «θεματοφύλακας της ποιότητας» στα ΑΕΙ, έχει υποκαταστήσει θεσμικά τα ΑΕΙ! Στην Έκθεση για το 2015, θριαμβολογεί που εγκατέστησε 397 ΟΜ.Ε.Α (Τμημάτων) και 36 ΜΟ.ΔΙ.Π στα 36 ΑΕΙ ( 24 πανεπιστήμια και 12 ΤΕΙ ). Ολοκλήρωσε τον πρώτο κύκλο εσωτερικής(397) και εξωτερικής (397) αξιολογήσης τμημάτων, και των αντίστοιχων εσωτερικών (36) και εξωτερικών(36) αξιολογήσεων, σε επίπεδο ιδρυμάτων ( ΑΔΙΠ,2016). Συνέταξε τις 8 ετήσιες εκθέσεις (2007-2015). Συνολικά, εννιακόσια, περίπου, ντοκουμέντα-παλίμψηστοι προηγούμενων κειμένων. Δεν υπάρχει κάτι σημαντικό σ αυτά. Σκοντάφτεις σε ποσοτικές απεικονίσεις «ποιότητας». Ντοκουμέντα που νομιμοποιούν τη θεσμική υπόσταση του φορέα και νεοφιλελεύθερες πρακτικές. Είναι αδιανόητο αριστερή κυβέρνηση να αξιοποιιεί εισηγήσεις του ΟΟΣΑ και της ΑΔΙΠ για χάραξη προοδευτικής ριζοσπαστικής εκπαιδευτικής πολιτικής.

Ο φάκελος των επιτυχιών της βοήθησε, ώστε με πιστοποίηση να καταστεί πλήρες μέλος της υπερκείμενης «Ευρωπαϊκής Ένωσης» ομόλογων Αρχών (ENQA, 2015) και άλλων συναφών διεθνών οργανισμών ( EQAR, INQAAHE, κ. α.). Τα ΑΕΙ έχουν υπαχθεί,πλέον, σε ένα «πανοπτικό» κάθετης ευρωπαϊκής επιτήρησης: από τη ΜΟΔΙΠ, μέσω της ΑΔΙΠ, φτάνει στην ENQA. Αντικειμενικά, οι εκπαιδευτικές δραστηριότητες είναι εκτεθειμένες σε «κουλτούρα αξιολόγησης», καθώς περιστοιχίζονται από ανταγωνιστικούς οίκους αξιολόγησης.

Τα παραπάνω συγκροτούν θρίαμβο επί χάρτου. Είναι το αποτέλεσμα που είχαν πολύχρονες (1994-σήμερα) και συντονισμένες προσπάθειες του ΟΟΣΑ, της ΕΕ, της Bologna Process και των κυβερνήσεων ΠΑΣΟΚ και ΝΔ. Ο ΟΟΣΑ εγκατέστησε θεσμούς- τοποτηρητές του δικού του νεοφιλελεύθερου «παραδείγματος» σε όλες τις χώρες της ΕΕ. Βέβαια, η δημιουργία νεοφιλελεύθερης «κουλτούρας αξιολόγησης» έχει πολύ δρόμο να κάνει. Σύμφωνα με την Έκθεση, «παρατηρείται ύπαρξη θυλάκων» και «η κουλτούρα της αξιολόγησης δεν έχει γίνει πλήρως αποδεκτή»( ό. π. :88). Οι λεγόμενες «Ανεξάρτητες» Αρχές, εάν δεν καταργηθούν, θα αποτελέσουν οι ίδιες περιζήτητο «φιλέτο» στην αγορά υπηρεσιών αξιολόγησης, κατά το πρότυπο των Οίκων Αξιολόγησης στην χρηματοπιστωτική αγορά.

Ο θρίαμβος της ΑΔΙΠ έχει και το ιδιαίτερο νόημά του: Χρειάστηκε δεκαετία (2005-2016), ώστε η Bologna Process (1999) να μπει σε τροχιά. Διεθνείς και εγχώριες κυβερνητικές πρωτοβουλίες είχαν ως στόχο την εξουδετέρωση των αντιδράσεων, την εξαγορά, τον εκμαυλισμό, την εξοικείωση, ενσωμάτωση, προσεταιρισμό εμπλεκομένων που αντιδρούσαν- παθητικά ή ενεργητικά-στο νεοφιλελεύθερο αφήγημα της «αξιολόγησης για την ποιότητα».

Αποφεύγουμε να επικαλεστούμε τη γνωστή παιδαγωγική «αλληγορία του βατράχου», γιατί αποπνέει μια αίσθηση αναπόδραστης αποχαύνωσης και «χαμογελαστού λήθαργου», μέχρι παραλυσίας. Κι αυτό δεν τιμά τους πανεπιστημιακούς ως διανοούμενους. Ο συντηρητικός κυβερνήτης, Κ. Καραμανλής, βέβαια, όταν μας ενέπλεκε(1958) ανεπιφύλακτα στην «ευρωπαϊκή περιπέτεια», δεσμευόταν «ότι οι Έλληνες θα μάθουν να κολυμπούν»! Έχει πέσει έξω. Εργαζόμενοι, φοιτητές, άνεργοι και συνταξιούχοι έχουμε γίνει κολυμβητές/ «βάτραχοι», χωρίς σωσίβια, στα θολά νερά της νεοφιλελεύθερης βαρβαρότητας.

Το Πανεπιστήμιο στην αγορά

Στήνεται μηχανισμός «Ποιότητας της Αγοράς» που καταργεί τη διοικητική αυτοτέλεια, την ακαδημαϊκή ελευθερία και τον ακαδημαϊκό χαρακτήρα των ΑΕΙ. Η μόρφωση θα εκπέσει στην κατηγορία καταναλωτικής υπηρεσίας. Τα εκπαιδευτικά ιδρύματα θα αξιολογούνται με ενιαία τυποποιημένα πανευρωπαϊκά κριτήρια και θα αντιμετωπίζονται ως εμπορεύματα.. Ο ανταγωνισμός δε θα έχει όρια και εξαιρέσεις. Η αγορά γέμισε από «οίκους αξιολόγησης» κι αξιολογητές που ανταγωνίζονται σε αξιοπιστία.

Με βάση τα αποτελέσματα των αξιολογήσεων, τα ΑΕΙ θα ιεραρχούνται σε μια άκρως ανταγωνιστική διεθνή λίστα ιδρυμάτων-εμπορευμάτων και θα διαφημίζουν τα πιστοποιημένα πακέτα τους. Πρόκειται για εξέλιξη ανάλογη με τους οίκους αξιολόγησης στην οικονομία. Στην αγορά των ΑΕΙ θα έχουμε πολλές διαβαθμίσεις και κατηγοριοποιήσεις ιδρυμάτων, με ενδεχόμενη εξέλιξη την υποβάθμιση, τη συρρίκνωση, την κατάργηση ή την ραγδαία διείσδυση ιδιωτικών. Για την ελίτ θεσμοθετούνται τα Κέντρα Αριστείας. Οι εξελίξεις αυτές βάζουν τα εκπαιδευτικά συστήματα, στο άκρως εξοντωτικό σαφάρι ενός άκρατου και άνισου ανταγωνισμού, με πολλές συνέπειες στην ένταση και την έκρηξη των ταξικών διακρίσεων.

Τα εύρωστα ΑΕΙ της Ευρώπης θα επιβιώσουν. Πολλά από τα ελληνικά, ως «περιφερειακά» ενός υποβαθμισμένου Νότου, θα εκπέσουν σε Ινστιτούτα, ΙΕΚ ή κολέγια ή θα κλείσουν και θα καταργηθούν. Έτσι, θα έχουμε μαζικότερη «ελεύθερη κινητικότητα» ελλήνων φοιτητών-πελατών και «ερευνητών- εγκεφάλων» προς τα δημοφιλή ιδρύματα μιας ανταγωνιστικής ευρωπαϊκής και διεθνούς αγοράς. Αυτόν τον εφιάλτη δε μπορούν να τον συλλάβουν οι παθιασμένοι πρωταγωνιστές αλλά και οι παθητικοί συνδρομητές των πολιτικών της ΑΔΙΠ;

Πώς φτάσαμε εδώ: Εξαγορά, Προσεταιρισμός και Ενσωμάτωση

Αν δεχτούμε την ανάλυση που έχει προηγηθεί, προέχει να «νομιμοποιήσουμε» θεωρητικά τις δυναμικές κοινωνικές αντιστάσεις απέναντι στην «πολιτική ετοιμότητα και αποφασιστικότητα» για προώθηση της Bologna Process. Οι τελευταίες μάχες αντίστασης δόθηκαν πρόσφατα(2015-16) από φοιτητές στο ΕΜΠ, το Ιόνιο και στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Οι αντιστάσεις που σημειώθηκαν μας υπενθυμίζουν ότι το πρόβλημα δεν είναι η μεγάλη καθυστέρηση στην προώθηση των σχετικών πολιτικών. Το ερώτημα είναι πώς, με τη συνδρομή, εν τέλει, των πανεπιστημίων έχουμε μια εξέλιξη που προοπτικά ετοιμάζει το τέλος τους;.

Το εγχείρημα ΑΔΙΠ έχει κινητοποιήσει πολλούς συλλογικούς αλλά και μεμονωμένους ενεργούς ή παθητικούς συντελεστές. Η πολύχρονη αντιπαράθεση, με το σύνολο των μηχανισμών του κράτους ήταν, αντικειμενικά, ασύμμετρη. Η στρατηγική του Υπουργείου Παιδείας (1992-2014: ΝΔ/ΠΑΣΟΚ) επέδειξε μια σειρά ομοιότροπων ενορχηστρωμένων επιτελικών σχεδιασμών. Ενδεικτικά:

(1)Το «Ανήκουμε (άνευ όρων) στη Δύση»: Ανήκει στα πολιτικά «πνευματικά δικαιώματα» των συντηρητικών δυνάμεων της χώρας, τουλάχιστον από το 1958. Ήταν σημείο αναφοράς στις μακροχρόνιες ευρωπαϊκές διεργασίες, τα ευρωπαϊκά προγράμματα, τις συντονισμένες διεθνείς πρωτοβουλίες (ΟΟΣΑ,ΠΟΕ/ GATS, EE,CRE/EUA, Bologna Process, κ.α.), τους πειθαναγκασμούς και τις δεσμεύσεις διαρκείας στην άσκηση της εκπαιδευτικής πολιτικής. Δεν υπήρχε κυβερνητική πρωτοβουλία, χωρίς εκβιαστικές αναφορές στις «ανειλημμένες ευρωπαϊκές δεσμεύσεις», στην καθυστέρηση και την απόσταση που μας χωρίζει από τους άλλους εταίρους, κ. τ. ο.

(2) Δοκιμαστικές εφαρμογές: Πραγματοποιήθηκαν στρατευμένες «εθελοντικές» δοκιμές σειράς ευρωπαϊκών προγραμμάτων σε επίλεκτα ελληνικά ΑΕΙ, με χρηματοδότηση και παρακίνηση του ΥΠΕΠΘ, που είχε αναλάβει ενεργά, πλέον, τη δημιουργία θετικής υποδοχής των σχετικών πολιτικών. Επίλεκτοι πανεπιστημιακοί επέδειξαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον στα τμήματά τους.

(3) Εκστρατεία δυσφήμησης: Υπήρξε συνδυασμένη εκστρατεία διαρκούς δυσφήμησης. Οι κινητοποιήσεις που συνέβαλαν στον εκδημοκρατισμό της εκπαίδευσης καταγγέλλονταν ως συντηρητικές στην υπόθεση των επιχειρούμενων αλλαγών, αν και το πανεπιστημιακό κίνημα δεν υπερασπιζόταν το υπαρκτό πανεπιστήμιο.Διεκδικούσε την εμβάθυνση της δημοκρατίας σε αυτό και αντιστεκόταν στην επιχειρούμενη συρρίκνωσή της. Οι καθυστερήσεις, η απόσυρση  νομοσχεδίων ή αναίρεση ή τροποποίηση νόμων αξιοποιούνταν ως άλλοθι για δυσφήμηση του κινήματος.

(4) Καμπάνια ευφημισμών: Επιστρατεύθηκαν ευφημισμοί περί ευρωπαϊκής διάστασης, κινητικότητας, πιστοποίησης, ποιότητας, αποδοτικότητας, αντικειμενικότητας, ανεξαρτησίας, διαφάνειας, εχεμύθειας, διακριτικότητας, εμπειρογνωμοσύνης, βελτίωσης, ανταγωνιστικότητας, αριστείας, κ. τ. ο. Οι σχετικοί ισχυρισμοί δεν έχουν πραγματολογική βάση, αν και υπήρξαν δαπανηροί. Η προβολή της ανεξαρτησίας αποκρύπτει τη βαθιά εξάρτηση των πολιτικών ΑΔΙΠ από νεοφιλελεύθερες αρχές.

(4) Θεσμοθετημένες απειλές: Οι κυβερνήσεις ΝΔ/ΠΑΣΟΚ θεσμοθέτησαν απειλές περικοπών χρηματοδότησης ιδρυμάτων, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης στις προβλεπόμενες ρυθμίσεις! Τελικά, και δραστικές περικοπές χρηματοδότησης είχαμε, με τα μνημόνια, και οι αξιολογήσεις ολοκληρώθηκαν.

(5) Χρηματοδότηση ενσωμάτωσης: Αξιοποιήθηκαν κοινοτικά κονδύλια ΕΠΕΑΕΚ I (1996-99)και II(2000-2006), ΕΣΠΑ (2007-13) και ΕΣΠΑ(2014-20). Ακαδημαϊκές μονάδες αξιολογήθηκαν από «εξωτερικούς εμπειρογνώμονες». Επρόκειτο για χρηματοδοτούμενη  εξοικείωση πανεπιστημιακών και φοιτητών στις διαδικασίες «αξιολόγησης». Από Έκθεση της ΑΔΙΠ (2010) πληροφορούμαστε ότι με πρότασή της διατέθηκε ποσό 11 εκ. € περίπου στα Α.Ε.Ι. που θα συνεργάζονταν με το ΥπΕΠΘ και την Α.ΔΙ.Π. Πρόκειται για χρηματοδότηση με αντάλλαγμα κι εξαγορά συνεργασίας θεσμικού χαρακτήρα! Γιατί, έπρεπε οι πανεπιστημιακοί και τα τμήματα που συμμετείχαν στα προγράμματα να χρηματοδοτούνται, λες και ήταν έξω από τις συμβατικές υποχρεώσεις;

Τα παραπάνω δεν είναι διαπιστώσεις που γίνονται εκ των υστέρων. Ας μας επιτραπεί μια αυτοβιογραφική αναφορά: ‘Εχοντας έγκαιρη αίσθηση της απειλής ότι είμαστε εκτεθειμένοι στο αργόσυρτο «πείραμα του βατράχου», λίγο μετά την έναρξη του ΕΠΕΑΕΚ I, γράφαμε («Το Αγροτικό και τα Εκπαιδευτικά», ΄Επενδυτής, 3/5.1.1997): «Αναδεικνύονται και ενισχύονται φαινόμενα αλλοίωσης της συμπεριφοράς των εργαζομένων (μελών ΔΕΠ, εκπαιδευτικών και διοικητικών στελεχών) με πολιτικές σπατάλης και αδιαφανούς διαχείρισης, σε μια περίοδο λιτότητας και συμπίεσης των μισθών. Ομάδες και άτομα, μέσα σε ένα κλίμα έξαρσης των πελατειακών σχέσεων… είναι εκτεθειμένα σε προτάσεις ενίσχυσης των κρατικοδίαιτων εισοδημάτων τους και υφίστανται αθόρυβα τις διαδικασίες ενός διακριτικού προσεταιρισμού και ενσωμάτωσης. Όλα αυτά, με τη σειρά τους, παραμορφώνουν τη δυναμική των κοινωνικών παρεμβάσεων στην εκπαίδευση». Δύο μήνες μετά, ακολούθησε γραπτή παραίτηση (8070/5.3.1997) από τη θέση του ιδρυματικού επιστημονικού υπεύθυνου του «Γραφείου Προσανατολισμού Σπουδών και Σταδιοδρομίας» του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, με την καταληκτική επισήμανση «Σας παρακαλώ να δεχθείτε και την παραίτησή μου…Εξακολουθώ να έχω τις ανησυχίες που σας είχα διατυπώσει στην προηγούμενη επιστολή μου. Αυτές ενισχύθηκαν…». Δύσκολα θα βρεις πανεπιστημιακό που να μην έχει εκτεθεί σε παρόμοιες εμπειρίες.

(6)Οι πρόθυμοι και χρήσιμοι «ακαδημαϊκοί»: Είχαμε και «ειδικούς», στρατευμένους στην υπόθεση μιας «άνευ όρων» εναρμόνισης της ελληνικής εκπαιδευτικής πολιτικής προς τους ορισμούς των ευρωπαϊκών πολιτικών. Προβάλλονται ως «παραγωγοί» εκπαιδευτικής πολιτικής, αν και είναι μεταπράτες ευρωπαϊκών/διεθνών πρακτικών στην Ελλάδα, σε «πιστή αντιγραφή».

(7) Οι ενεργητικοί και παθητικοί θιασώτες της ΑΔΙΠ : Η θριαμβολογία της ΑΔΙΠ έχει πολλούς (συλλογικούς και ατομικούς) πρωταγωνιστές. Χωρίς την ενεργοποίησή τους, δε θα ήταν εύκολη η δραματική αλλαγή που σημειώθηκε Τους εντοπίζουμε ανάμεσα στα μέλη: των 397 ΟΜ.Ε.Α των Τμημάτων, των 36 ΜΟ.ΔΙ.Π των ΑΕΙ, των Συλλογικών οργάνων (Γ.Σ. Τμημάτων, Σχολών, Κοσμητειών, Συγκλήτων. Συμβουλίων Ιδρύματος, Πρυτανείας), των Συνόδων Πρυτάνεων, των συνδικαλιστικών φοιτητικών παρατάξεων, της ΠΟΣΔΕΠ και του  οργανισμού της ΑΔΙΠ.

(8) Οι «εμπειροτέχνες» της αξιολόγησης: Η αγορά  διαθέτει ιπτάμενους θιάσους αξιολογητών που επιδίδονται σε «ακαδημαϊκό τουρισμό». Η ΑΔΙΠ συγκρότησε «μητρώο»! Παρά τα περί «διαφάνειας», δεν επιτρέπεται πρόσβαση στο «μητρώο». Σύμφωνα με την ΑΔΙΠ, οι αξιολογητές είναι διακεκριμένοι πανεπιστημιακοί του εξωτερικού, για λόγους αντικειμενικότητας! Η αλήθεια είναι ότι θεωρούνται εξοικειωμένοι με τη «κουλτούρα αξιολόγησης». Οι περισσότεροι είναι άσχετοι στο αντικείμενο Ίσως, μάθουν τη δουλειά «πάνω στη δουλειά». Με τόσα ταξίδια «ακαδημαϊκού τουρισμού» όλο και κάτι μαθαίνουν. ΄Εχουμε να κάνουμε με ερασιτέχνες αξιολογητές, που μετά από ερασιτεχνική «πιστοποίηση», εντάσσονται σε «μητρώο διακεκριμένων εμπειρογνωμόνων». Δεν έχει τηρηθεί στοιχειώδης ακαδημαϊκή δεοντολογία.

Δε σημαίνει ότι οι «ειδικοί», θα προσέφεραν ουσιαστικό έργο, με το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο αρχών. Η ΑΔΙΠ αλιεύει πανεπιστημιακούς ταγμένους στην υπεράσπιση νεοφιλελεύθερων πολιτικών. Έχει καταφέρει να προσεταιριστεί και πανεπιστημιακούς, που μάχονται ενάντια στην «αυταρχική αξιολόγηση» και στην εκπαιδευτική πολιτική της «νεοφιλελεύθερης και νεοσυντηρητικής λαίλαπας». Πρόκειται για σοβαρή ένδειξη αποτελεσματικότητας της ΑΔΙΠ στη στρατολόγηση αξιολογητών διακομματικής/ υπερκομματικής προέλευσης («συναίνεση»).

 Εκφράζουμε τη δυσπιστία μας και για άλλες επιλογές της ΑΔΙΠ. Πώς είναι δυνατόν, «ειδικοί» που συνδέονται με πολιτικές μιας άναρχης και ανορθολογικής επέκτασης του δικτύου ανώτατης εκπαίδευσης στην Ελλάδα να επανέρχονται ως «θεραπευτές» αυτής της παθογένειας, με υπόδειξη του ευρωπαϊκού οργανισμού EUA; Η «υπόδειξη» της EUA δεν επιβεβαιώνει την κίβδηλη ανεξαρτησία! Ύστερα, η εμφάνιση πολυάριθμων πανεπιστημιακών από τα ιδιωτικά πανεπιστήμια της Κύπρου ως αξιολογητών στα δημόσια ελληνικά πανεπιστήμια συμβολίζει την κυνική και βίαιη εισβολή της «κουλτούρας των ιδιωτικοοικονομικών κριτηρίων» στην αξιολόγηση του δημόσιου πανεπιστημίου, στο όνομα μιας ανυπόστατης εμπειρογνωμοσύνης και ανύπαρκτης ανεξαρτησίας!

Εν τέλει, μήπως το τέλος του δημόσιου πανεπιστημίου δεν απασχολεί τους πρωταγωνιστές της ΑΔΙΠ γιατί, με τη συμμετοχή τους στις πολιτικές της Bologna Process ετοιμάζονται για αυτό που στήνουν; Τι είναι αυτό που τους εκτρέπει σε επιλογές ώστε να γίνονται «επιχειρηματίες του εαυτού τους», σε μια υποβαθμισμένη ελληνική ανώτατη εκπαίδευση; Μήπως, έτσι θεωρούν ότι χτίζουν το βιογραφικό προφίλ (“Europass”) του «ακαδημαϊκού μετανάστη/πρόσφυγα», ως προϊόντος εξαγωγής, σε μια ευρωπαϊκή/διεθνή αγορά «εγκεφάλων», σε τιμές ευκαιρίας; Είναι προφανές ότι οι όποιες προσωπικές στρατηγικές, όταν συμπλέκονται με τις πολιτικές αγοράς στην εκπαίδευση είναι «εργαλειοθήκες» στην υπηρεσία ενός «ακαδημαϊκού καπιταλισμού». 

Πώς να ξηγήσουμε την ανατροπή συσχετισμού δυνάμεων και τη «μεταστροφή» της ΠΟΣΔΕΠ, την υποχώρηση του πανεπιστημιακού κινήματος, την εμφάνιση συγκυριακών πρωτοβουλιών και σχημάτων υπεράσπισης της αξιολόγησης, όπως της ΚΙ.ΠΑΝ, της ΑΡ.ΣΗ, των «1000»,κ.α. Δεν ήταν μικρή η συμβολή αναγνωρίσιμων πανεπιστημιακών θυλάκων προώθησης των πολιτικών ΑΔΙΠ. Η άτυπη «Σύνοδος των Πρυτάνεων», από την πρώτη δημόσια εμφάνισή της, παρά τις αλλεπάλληλες περιφερόμενες δαπανηρές συναντήσεις της «ομοφωνίας», είχε εξελιχθεί σε ένα εκπτωτικό πεδίο προσωπικών στρατηγικών και φιλοδοξιών. Δεν εξέφραζαν τα συλλογικά όργανα των μονάδων που διοικούσαν.

Η δυσφήμηση, οι ευφημισμοί, οι πολλαπλοί εκβιασμοί, η γενναιόδωρη χρηματοδότηση και η στράτευση/ενσωμάτωση πανεπιστημιακών ήταν τα συνεκτικά στοιχεία ενορχηστρωμένης πολύχρονης κρατικής εκστρατείας για μια δύσκολη συγκρουσιακή επιχείρηση, την εξουδετέρωση «των θυλάκων αντίστασης» και την παράδοση του πανεπιστημίου στις διεργασίες της καπιταλιστικής αγοράς.

Μια πιθανή ευκαιρία για επανεκκίνηση της πάλης

Έχει συντελεστεί μια μεγάλη υποχώρηση και προσωρινή ήττα με τη συνεχιζόμενη λειτουργία και δράση της ΑΔΙΠ. Η διεργασία για την επικράτηση των πολιτικών της αγοράς θα είναι εξαιρετικά συγκρουσιακή. Η παράδοση της Έκθεσης στον αριστερό, αυτή τη φορά, πρόεδρο της Βουλής, λόγω αρμοδιότητας, συμβολικά υπογράμμισε το κλείσιμο ενός υπερδεκαετούς κύκλου αγώνων ενάντια στις πιο ακραιφνείς νεοφιλελεύθερες πολιτικές στην οργάνωση και τη λειτουργία των ΑΕΙ. Ωστόσο, η πάλη που δόθηκε, όλα αυτά τα χρόνια, από προοδευτικές δυνάμεις της «Αριστεράς», συνετέλεσε στην αργόσυρτη εφαρμογή των πολιτικών αυτών. Με δεδομένο ότι, εν τω μεταξύ, τη διακυβέρνηση της χώρας ανέλαβε ο ΣΥΡΙΖΑ, ο αγώνας που δόθηκε έχει κληρονομήσει στην κυβέρνηση μια σημαντική παρακαταθήκη: την κεφαλαιοποίηση του αγώνα. Οι εξελίξεις που δρομολογούνται, για την «πιστοποίηση των προγραμμάτων σπουδών», είναι στρατηγικής σημασίας για την επανεκκίνηση της πάλης. Πρόκειται για βίαιη συρρίκνωση της ακαδημαϊκής ελευθερίας των πανεπιστημιακών. Τα προγράμματα σπουδών θα αξιολογούνται με κριτήρια αγοράς. Μια επανεκκίνηση δε σημαίνει ρεβανσισμό αλλά αναχαίτιση ενός διαγραφόμενου τέλους του πανεπιστημίου.

Η διασφάλιση ποιότητας στο πανεπιστήμιο προκύπτει από πολιτικές παραπέρα εμβάθυνσης της δημοκρατίας, της συλλογικότητας, της ακαδημαϊκής ελευθερίας και της αξιοποίησης των υπαρκτών-και μη αξιοποιημένων δυνατοτήτων-που διαθέτει εγγενώς το πανεπιστήμιο. Οι περιφερόμενοι ιπτάμενοι επισκέπτες/εξωτερικοί εμπειρογνώμονες δε γνωρίζουν την ιστορία, τις αδυναμίες ή τις δυνατότητες, τα μεγάλα και μικρά «μυστικά» και τις προοπτικές ενός πανεπιστημίου, όσο τα γνωρίζουν οι ενεργοί διδάσκοντες, διδασκόμενοι και διοικητικοί του. Η «εσωτερική πολιτική ιδρύματος για την ποιότητα» εμπίπτει απολύτως στις αρμοδιότητες των αλλεπάλληλων συλλογικών οργάνων που συγκροτούν ένα πανεπιστημιακό ίδρυμα, αρκεί να ενεργοποιηθούν «αδρανείς ιδέες και αρχές» συλλογικής ευθύνης, ακαδημαϊκής δεοντολογίας και δημοκρατίας.

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ έχει ακόμη ένα υψηλής προτεραιότητας θέμα εκπαιδευτικής πολιτικής να αντιμετωπίσει, χωρίς ιδεολογικές μετατοπίσεις και διολισθήσεις ή το φόβο του πολιτικού κόστους από την σφοδρότητα των πιέσεων και των επιθέσεων που θα δεχτεί. Η ΑΔΙΠ έχει, μετά το 2013, και δίδυμη Αρχή, την ΑΔΙΠΠΔΕ. Μετά από τη σθεναρή αντίσταση των εκπαιδευτικών, η συγκεκριμένη Αρχή «έχει σιγήσει» ή έχει παροπλισθεί. Όσα αναφέρονται στην περίπτωση της ΑΔΙΠ δεν έχουν ισχύ για την ΑΔΙΠΠΔΕ, αν και η δεύτερη μας έχει δείξει το δρόμο. Ο χώρος του πανεπιστημίου αποδείχτηκε, τελικά, πιο ευάλωτος!

Γιατί να είναι «πολιτικοί ογκόλιθοι» οι ΑΔΙΠ και ΑΔΙΠΠΔΕ; Πώς συμφιλιώνει η κυβέρνηση τις προτεραιότητες που βάζουν οι Ανεξάρτητες Αρχές στην εκπαίδευση με τις προτεραιότητες επιβίωσης της δημόσιας εκπαίδευσης, σε μια εποχή δύσκολης διαχείρισης ενός μη βιώσιμου χρέους; Σε μια εποχή κατάργησης ή συγχώνευσης  σχολικών και ακαδημαϊκών  μονάδων, πώς λύνει τη μεγάλη πολιτική αντίφαση με το να συνεχίζει να χρηματοδοτεί τη συγκρότηση/εμπέδωση νέων πολυδάπανων αρχών (ΑΔΙΠ/ΑΔΙΠΠΔΕ) που προωθούν τη διάλυση της δημόσιας εκπαίδευσης; Γνωρίζουμε πως η όποια απόπειρα θεσμικής και νομοθετικής παρέμβασης θα έδινε τροφή στους ντόπιους εισηγητές και συνομιλητές της τρόικας να καταγγείλουν μια ενδεχόμενη «κατεδάφιση» ή «ανακαίνιση»! Η πρώην Υπουργός της Παιδείας, κ. Διαμαντοπούλου, ξέρει να κάνει «αυτή τη δουλειά» πολύ καλά. Παρόλα αυτά, εμείς το διεκδικούμε και το περιμένουμε… 

Οι διαδοχικές ετήσιες εκθέσεις της ΑΔΙΠ, για όλο το διάστημα που έχει διαρρεύσει (2006-2015) είναι γραπτές κραυγές διαμαρτυρίας προς τους πρώην διαδοχικούς Υπουργούς Παιδείας που δε φρόντιζαν για την υλοποίηση των ψηφισμένων νόμων. Κάτι ξέρουν οι Υπουργοί, κατά πώς φαίνεται. Όταν, στη φάση της εφαρμογής των νόμων εισβάλλει η ανάλογη κοινωνική δυναμική, οι νόμοι ανατρέπονται, αναστέλλονται ή τροποποιούνται. Η εκπαιδευτική αλλαγή δεν υπακούει σε «τσελεμεντέ» εκπαιδευτικής πολιτικής και σε νόμους. Αυτό το ξέρουν οι εξουσιαστικοί μηχανισμοί, γι αυτό πολλοί νόμοι ακυρώνονται στην πράξη. Κι αυτό το γνωρίζουν πολύ καλά οι φοιτητές, οι πανεπιστημιακοί και οι εργαζόμενοι σε όλους τους τομείς. Αυτό σημαίνει ότι η ανάπτυξη ανατρεπτικής κοινωνικής δυναμικής δεν είναι υπόθεση που διαμορφώνεται μόνο με ανάθεση ή εξουσιοδότηση στη νομοθετική κι εκτελεστική εξουσία. Είναι υπόθεση και των εξουσιαζόμενων. Θα είναι αρνητική εξέλιξη, εάν οι επόμενες εκθέσεις της ΑΔΙΠ αναφορικά με τη συνεργασία της με την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ είναι θετικές για την προώθηση των νεοφιλελεύθερων πολιτικών αξιολόγησης της «ποιότητας».

Όταν στη Μεγάλη Βρετανία, με την εμπειρία πολλών χρόνων(1990-2016), από τη δύσκολη εφαρμογή των σχετικών πολιτικών, αναζητούν πλαίσιο «αρχιτεκτονικής ρύθμισης» της «ποιότητας» που να εδραιώνεται στο ρίσκο ( δείκτης της αγοράς), τι είναι αυτό που κινητοποιεί τους πολυάριθμους εγχώριους πρωταγωνιστές της Bologna Process ώστε να επιμένουν σε ασκήσεις επί χάρτου στην εκπαιδευτική πολιτική μιας χώρας του «ευρωπαϊκού νότου» που ασφυκτιά σε καθεστώς μη βιώσιμου χρέους; Πώς θα απαντήσουμε σε αυτά και σε άλλα συναφή ερωτήματα; Το θέμα, είναι, έτσι κι αλλιώς, υπόθεση μιας άκρως συγκρουσιακής συμβίωσης. Οπότε…

ΑΔΙΠ (2016), Έκθεση Ποιότητας της Ανώτατης Εκπαίδευσης 2015, Αθήνα, ΑΔΙΠ.

 (1)Βλ.Μαυρογιώργος, Γ. (2015), Οίκοι Αξιολόγησης στην Εκπαίδευση και το “Αόρατο Χέρι” της Αγοράς, Οσελότος, Γιάννενα.

 

ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΣΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ(6):

H Νεοφιλελεύθερη ΑΔΙΠ, το Δημόσιο Πανεπιστήμιο και η «αλληγορία του βατράχου»

Δημοσιεύτηκε: Κυριακή, 30 Οκτώβριος, 2016

Γιώργος Μαυρογιώργος

(Πρόκειται για εκτενέστερη εκδοχή άρθρου που δημοσιεύτηκε στο «Παιδεία και Κοινωνία». τχ 112, Αυγή της Κυριακής,29-30.10.2016)

Τα τελευταία χρόνια, το ελληνικό πανεπιστήμιο, ως ΙΜΚ, δέχεται τις ασφυκτικές πιέσεις από τις εγχώριες εκδοχές ευρωπαϊκών νεοσυντηρητικών και νεοφιλελεύθερων πολιτικών. Η όλη διεργασία επηρεάζεται δραματικά, μετά την υπαγωγή της χώρας σε καθεστώς μη βιώσιμου χρέους. Έχουν θεσμοθετηθεί ήδη δομές και μέτρα περαιτέρω εμπέδωσης νεοφιλελεύθερων πολιτικών της καπιταλιστικής αγοράς. Αναφέρουμε, ενδεικτικά: Επιτροπή Ερευνών, Γραφείο Διαμεσολάβησης, Δομή Απασχόλησης και Σταδιοδρομίας, Γραφείο Πρακτικής Άσκησης, Εταιρεία Αξιοποίησης και Διαχείρισης Περιουσίας, η δημιουργία επώνυμων εδρών και παρέμβαση ισχυρών επιχειρηματικών κύκλων (με λόγο στο περιεχόμενο της των προγραμμάτων). Το μενού συμπληρώνεται με πολιτικές, όπως η έκρηξη των μεταπτυχιακών σπουδών, η εμπορευματοποίησή τους, η καθιέρωση μερικής απασχόλησης μελών ΔΕΠ, η συνεργασία ελληνικών με ιδιωτικά πανεπιστήμια (της Κύπρου), η ανεξέλεγκτη καθιέρωση διδάκτρων κ. α., που επιτείνουν την ήδη υποβαθμισμένη αξία του βασικού τίτλου σπουδών. Ισχυρό πλήγμα δέχτηκε το Πανεπιστήμιο τόσο με την άναρχη επέκταση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης όσο και με τις βίαιες συγχωνεύσεις /καταργήσεις ακαδημαϊκών μονάδων, στο πλαίσιο των μνημονιακών δεσμεύσεων («Αθηνά»). Τελευταίες εκδοχές αυτών αποτελούν τα Συμβούλια Ιδρύματος και η «Ανεξάρτητη» ΑΔΙΠ και οι ΜΟ.ΔΙ.Π.

Στη συνέχεια, θα περιοριστούμε στις διαγραφόμενες εξελίξεις με την καθιέρωση του εγχώριου ιεραρχικού «δικτύου επιτήρησης» των ελληνικών πανεπιστημίων, της ΑΔΙΠ, ως μέλους υπερκείμενων ευρωπαϊκών ομόλογων δικτύων και θα αναφερθούμε επιγραμματικά στους παράγοντες που συνετέλεσαν ώστε η ΑΔΙΠ να θριαμβολογεί για την υπαγωγή όλων των ελληνικών ΑΕΙ στις πολιτικές της Bologna Process, παρά τους θύλακες μιας πολύχρονης αντίστασης.

Η θριαμβολογία της ΑΔΙΠ: Η εξουδετέρωση των «θυλάκων αντίστασης»

Όταν η ΑΔΙΠ αυτοπροβάλλεται ως «θεματοφύλακας της ποιότητας» στα ΑΕΙ, τα έχει υποκαταστήσει θεσμικά! Στην τελευταία Έκθεση για το 2015, θριαμβολογεί που εγκατέστησε-δέκα χρόνια μετά την καθιέρωσή της- 397 ΟΜ.Ε.Α (Τμημάτων) και 36 ΜΟ.ΔΙ.Π στα 36 ΑΕΙ ( 24 πανεπιστήμια και 12 ΤΕΙ ). Ολοκλήρωσε τον πρώτο κύκλο εσωτερικών(397) και εξωτερικών(397) αξιολογήσεων, σε επίπεδο τμημάτων, και των αντίστοιχων εσωτερικών (36) και εξωτερικών(36) αξιολογήσεων, σε επίπεδο ιδρυμάτων ( ΑΔΙΠ,2016). Η ΑΔΙΠ «πνίγεται» στον οργασμό παραγωγής ντοκουμέντων. Συνέταξε και τις 8 ετήσιες εκθέσεις (2007-2015). Συνολικά, εννιακόσια, περίπου, ντοκουμέντα. Επιβάλλει πανομοιότυπους τυφλοσούρτες-οδηγούς, κριτήρια και έντυπα εκθέσεων. Η τυποποίηση συνιστά συμμόρφωση, έλεγχο και διευκόλυνση του ελέγχου. Οι Εκθέσεις είναι κείμενα-παλίμψηστοι προηγούμενων Εκθέσεων. Οι εκτυπώσεις καταλήγουν στους κάδους «ανακύκλωσης εγγράφων». Δεν υπάρχει κάτι σημαντικό σ αυτές και δεν έχουν αναγνώστες. Σκοντάφτεις σε απλοϊκές κοινοτυπίες και επαναλήψεις. Είναι κείμενα που νομιμοποιούν τη θεσμική υπόσταση του φορέα και νεοφιλελεύθερες πρακτικές, παρά «δεξαμενές προτάσεων» εκπαιδευτικής πολιτικής. Σε ειδικές περιστάσεις, συντηρητικές κυβερνήσεις καταφεύγουν στις εκθέσεις, για νομιμοποίηση. Είναι αδιανόητο αριστερή κυβέρνηση να συμβουλεύεται εισηγήσεις του ΟΟΣΑ και της ΑΔΙΠ για τη χάραξη προοδευτικής ριζοσπαστικής εκπαιδευτικής πολιτικής.

Φαίνεται ότι ο φάκελος επιτυχιών της, συνετέλεσε στην πιστοποίησή της, ώστε να καταστεί πλήρες μέλος της υπερκείμενης «Ευρωπαϊκής Ένωσης Αρχών για τη Διασφάλιση της Ποιότητας » (ENQA, 2015) και άλλων συναφών διεθνών οργανισμών ( EQAR, INQAAHE, κ. α.). Με τη συμμορφωτική προσήλωση της ΑΔΙΠ στα κριτήρια ENQA (ESG), τα ΑΕΙ έχουν υπαχθεί σε ένα «πανοπτικό» κάθετης ευρωπαϊκής επιτήρησης που ξεκινάει από τη ΜΟΔΙΠ και μέσω της ΑΔΙΠ φτάνει στην ENQA. Τα ΑΕΙ έχουν εμπλακεί σε δίκτυο διαδικασιών που υπαγορεύονται από πρότυπες, ενιαίες και τυποποιημένες αλληλένδετες αξιολογήσεις-εσωτερικές/εξωτερικές-στις οποίες υπόκεινται όλοι οι εμπλεκόμενοι φορείς. Η «εσωτερική αξιολόγηση» υποτάσσεται στα πρότυπα της εξωτερικής/ιεραρχικής. Η τελευταία συντελείται κατά τα πρότυπα της ENQA. Αντικειμενικά, οι εκπαιδευτικές δραστηριότητες είναι εκτεθειμένες σε «κουλτούρα αξιολόγησης», καθώς περιστοιχίζονται από ανταγωνιστικούς οίκους αξιολόγησης.

Τα παραπάνω συγκροτούν ένα θρίαμβο επί χάρτου και εκφράζουν τυπική απόληξη που είχαν πολύχρονες (1994-σήμερα) και συντονισμένες προσπάθειες του ΟΟΣΑ, της ΕΕ, της Bologna Process και των κυβερνήσεων ΠΑΣΟΚ και ΝΔ. Ο ΟΟΣΑ κυριαρχεί. Εγκατέστησε θεσμούς- τοποτηρητές του δικού του νεοφιλελεύθερου «παραδείγματος» σε όλες τις χώρες της ΕΕ. Βέβαια, η δημιουργία νεοφιλελεύθερης «κουλτούρας αξιολόγησης» έχει πολύ δρόμο να διανύσει, για να φτάσει απ τα χαρτιά στην καθημερινή εκπαιδευτική διαδικασία. Αυτό ας το γνωρίζουν όσοι θριαμβολογούν. Σύμφωνα με την Έκθεση, «παρατηρείται ύπαρξη θυλάκων» και  «η κουλτούρα της αξιολόγησης δεν έχει γίνει πλήρως αποδεκτή»( ό. π. :88). Σκοπεύουν να τους εξαλείψουν, για να έχουμε, σε πλήρη ανάπτυξη, το πανεπιστήμιο της αγοράς. Διαβλέπουμε, ότι οι λεγόμενες «Ανεξάρτητες» Αρχές, εάν δεν καταργηθούν, θα αποτελέσουν περιζήτητο «φιλέτο» στην αγορά υπηρεσιών αξιολόγησης, κατά το πρότυπο των Οίκων Αξιολόγησης στην χρηματοπιστωτική αγορά. Η ΑΔΙΠ είναι όργανο της αγοράς, με πιστοποιητικό κατά ISO 9001:2000. Παράγει, πιστοποιεί και λανσάρει τη νέα επικερδή απασχόληση του «εμπειροτέχνη αξιολογητή». Το μητρώο της αριθμεί πάνω από 5 000 αξιολογητές.

Ο θρίαμβος της ΑΔΙΠ έχει και το ιδιαίτερο νόημά του: τη δεκαετία 2005-2016, πέτυχε την υποχώρηση των αντιδράσεων, με την εξαγορά, τον εκμαυλισμό, την εξοικείωση, ενσωμάτωση, προσεταιρισμό πανεπιστημιακών, φοιτητών και διοικητικών στο νεοφιλελεύθερο αφήγημα της «αξιολόγησης για την ποιότητα». Η συγκεκριμένη, βέβαια, διεργασία είχε αρχίσει από την εποχή που εγκαινιάστηκε η Bologna Process (1999). Οι διεθνείς/ευρωπαϊκές και εγχώριες κυβερνητικές πρωτοβουλίες για την ΑΔΙΠ, σε πλήρη συντονισμό και συνέργεια, είχαν ως πρωταρχικό στόχο να αναχαιτιστούν οι πολύχρονες (μέχρι και το 2016) ισχυρές αντιστάσεις και αντιδράσεις που είχαν εκδηλώσει φοιτητικές παρατάξεις και κινήσεις πανεπιστημιακών ενάντια στις πολιτικές της καπιταλιστικής αγοράς.

Το Πανεπιστήμιο στην αγορά

Η διασφάλιση ποιότητας στο πανεπιστήμιο δε βρίσκεται στην οικοδόμηση του πανευρωπαϊκού «πανοπτικού» μηχανισμού εξουσιών, πάνω απ τα πανεπιστήμια. Αυτή προκύπτει από πολιτικές παραπέρα εμβάθυνσης της δημοκρατίας, της συλλογικότητας, της ακαδημαϊκής ελευθερίας και της αξιοποίησης των υπαρκτών-και μη αξιοποιημένων δυνατοτήτων-που διαθέτει εγγενώς το πανεπιστήμιο. Οι εξωτερικοί φορείς αξιολόγησης και οι περιφερόμενοι ιπτάμενοι επισκέπτες/εξωτερικοί εμπειρογνώμονες δε γνωρίζουν την ιστορία, τις αδυναμίες ή τις δυνατότητες, τα μεγάλα και μικρά «μυστικά» και τις προοπτικές ενός πανεπιστημίου, όσο τα γνωρίζουν οι ενεργοί διδάσκοντες, διδασκόμενοι και διοικητικοί του. Η «εσωτερική πολιτική ιδρύματος για την ποιότητα» εμπίπτει απολύτως στις αρμοδιότητες των αλλεπάλληλων συλλογικών οργάνων που συγκροτούν ένα πανεπιστημιακό ίδρυμα, αρκεί να ενεργοποιηθούν «αδρανείς ιδέες και αρχές» συλλογικής ευθύνης, ακαδημαϊκής δεοντολογίας και δημοκρατίας.

Με τη θεσμοθέτηση της ΑΔΙΠ, η υπαρκτή ή η επιδιωκόμενη «ποιότητα» στα AEI μετριέται με εισαγόμενα/επιβαλλόμενα (από τα έξω κι από τα πάνω) αντίγραφα κριτηρίων και τυποποιημένες μεθοδολογικές αλχημείες «διασφάλισης και πιστοποίησης», νεοφιλελεύθερης ευρωπαϊκής σύλληψης. Η ποιότητα, χωρίς να ορίζεται, προβάλλεται ως εργαλείο σε μια υπό εξέλιξη διεργασία διεύρυνσης μιας ταχύτατα αναδυόμενης ευρωπαϊκής και ευρύτερα διεθνούς καπιταλιστικής αγοράς (εισαγωγής και εξαγωγής) ανταγωνιστικών εκπαιδευτικών υπηρεσιών.

Στήνεται μηχανισμός «Ποιότητας της Αγοράς» που καταργεί τη διοικητική αυτοτέλεια, την ακαδημαϊκή ελευθερία και τον ακαδημαϊκό χαρακτήρα των ΑΕΙ. Η μόρφωση δε θα είναι «δημόσιο και δωρεάν αγαθό» αλλά θα εκπέσει στην κατηγορία καταναλωτικής υπηρεσίας για αγορά με εξατομικευμένη ιδιωτική δαπάνη. Τα εκπαιδευτικά ιδρύματα θα αξιολογούνται με ενιαία τυποποιημένα πανευρωπαϊκά κριτήρια και μεθοδολογία, από πιστοποιημένους «οίκους αξιολόγησης» του «Ευρωπαϊκού Μητρώου» EQAR και θα αντιμετωπίζονται ως εμπορεύματα. Τα ΑΕΙ έχουν τη δυνατότητα να επιλέγουν από το ευρωπαϊκό μητρώο όποιον φορέα κρίνουν πιο έγκυρο για την διαπίστευσή τους και την «ενίσχυση της διεθνούς φήμης τους» και την προσέλκυση πελατών! Συμπληρωματική αξιολόγηση προσδίδει πρόσθετη υπόληψη. Ο ανταγωνισμός δε θα έχει όρια και εξαιρέσεις. Η αγορά γέμισε από «οίκους αξιολόγησης» κι αξιολογητές που ανταγωνίζονται σε αξιοπιστία.

Με βάση τα αποτελέσματα των αξιολογήσεων, τα ΑΕΙ θα ιεραρχούνται σε μια άκρως ανταγωνιστική διεθνή λίστα ιδρυμάτων-εμπορευμάτων και θα διαφημίζουν τα πιστοποιημένα πακέτα τους. Πρόκειται για εξέλιξη ανάλογη με τους οίκους αξιολόγησης στην οικονομία. Στην αγορά των ΑΕΙ θα έχουμε πολλές διαβαθμίσεις και κατηγοριοποιήσεις εθνικών συστημάτων ή ιδρυμάτων, με ενδεχόμενη εξέλιξη την υποβάθμιση, τη συρρίκνωση, την κατάργηση ή την ραγδαία εισβολή ιδιωτικών ιδρυμάτων. Για την ελίτ θεσμοθετούνται τα Κέντρα Αριστείας, με πρόσθετη χρηματοδότηση. Οι εξελίξεις αυτές βάζουν τα εκπαιδευτικά συστήματα, σε τελευταία ανάλυση, τους φοιτητές, στο άκρως εξοντωτικό σαφάρι ενός άκρατου και άνισου ανταγωνισμού, με πολλές συνέπειες στην ένταση και την έκρηξη των ταξικών διακρίσεων.

 

Τα ΑΕΙ θα είναι ευάλωτα  στις «διαθέσεις» της αγοράς. Τα εύρωστα ΑΕΙ των ισχυρών χωρών της Ευρώπης θα επιβιώσουν. Τα περισσότερα από τα ελληνικά, ως «περιφερειακά» ενός γνωστού νότου, θα υποβαθμιστούν σε Ινστιτούτα, ΙΕΚ ή κολέγια ή θα κλείσουν και θα καταργηθούν. Έτσι, θα έχουμε μαζικότερη «ελεύθερη κινητικότητα» ελλήνων φοιτητών-πελατών και «ερευνητών- εγκεφάλων» προς τα δημοφιλή ιδρύματα μιας ανταγωνιστικής ευρωπαϊκής και διεθνούς αγοράς εκπαιδευτικών υπηρεσιών. Αυτόν τον εφιάλτη δε μπορούν να τον συλλάβουν οι παθιασμένοι πρωταγωνιστές αλλά και οι παθητικοί συνδρομητές των πολιτικών της ΑΔΙΠ;

Πώς φτάσαμε εδώ: Εξαγορά, Προσεταιρισμός και Ενσωμάτωση

Αν δεχτούμε την ανάλυση που έχει προηγηθεί, δεν είναι υπόθεση προτεραιότητας να κατανοήσουμε την «ελληνική ιδιαιτερότητα της καθυστέρησης»! Η καθυστέρηση εφαρμογής ή και ακύρωσης νόμων δεν είναι «παράδοξο». Προέχει να κατανοήσουμε και να «νομιμοποιήσουμε» θεωρητικά τις ισχυρές και δυναμικές κοινωνικές αντιστάσεις απέναντι στην «πολιτική ετοιμότητα και αποφασιστικότητα» των κυβερνώντων και τη στράτευση πολλών πανεπιστημιακών στην προώθηση της Bologna Process. Οι τελευταίες συμβολικές μάχες αναχαίτισης δόθηκαν πρόσφατα από φοιτητές στο ΕΜΠ, το Ιόνιο και στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Το παράδοξο είναι πώς, με τη συνδρομή, εν τέλει, των πανεπιστημίων έχουμε μια εξέλιξη που προοπτικά ετοιμάζει το τέλος τους; Ένα ερώτημα που δεν μπορεί να απαντηθεί εδώ(1).Θα αναφερθούμε επιγραμματικά στους παράγοντες που συνδυαστικά συνετέλεσαν ώστε η ΑΔΙΠ να θριαμβολογεί!

Η ΑΔΙΠ έχει, μετά το 2013, και δίδυμη Αρχή, την ΑΔΙΠΠΔΕ. Είναι ενδιαφέρον ότι, μετά από τη σθεναρή αντίσταση των εκπαιδευτικών, η συγκεκριμένη Αρχή πρόλαβε να υποβάλει μόνο μία Έκθεση για το 2014-15. Η συγκεκριμένη Αρχή «έχει σιγήσει», παρά τη χρηματοδότηση, και έχει παροπλισθεί. Η διαφορετική εξέλιξη, ίσως, οφείλεται στη συγκυρία και στο διαφορετικό χρόνο συγκρότησής τους. Η ΑΔΙΠΠΔΕ, π.χ. δεν είχε τον απαραίτητο χρόνο (μόλις δύο) για να εδραιωθεί. Η ΑΔΙΠ χρειάστηκε 10 περίπου χρόνια. Όσα αναφέρονται στην περίπτωση της ΑΔΙΠ δεν έχουν ισχύ για την ΑΔΙΠΠΔΕ, αν και η δεύτερη έχει ανοίξει δρόμο. Ο χώρος του πανεπιστημίου αποδείχτηκε, τελικά, πιο ευάλωτος;

Για να περιοριστούμε στην περίπτωση της ΑΔΙΠ, το όλο εγχείρημα έχει κινητοποιήσει πολλούς συλλογικούς αλλά και μεμονωμένους ενεργούς ή παθητικούς συντελεστές. Η πολύχρονη αντιπαράθεση, με το σύνολο των κατασταλτικών, ιδεολογικών και συμβουλευτικών μηχανισμών του κράτους ήταν, αντικειμενικά, ασύμμετρη. Δεν είμαστε σίγουροι ότι μπορούμε, ως υπόθεση εργασίας, να υπενθυμίσουμε τη γνωστή παιδαγωγική «αλληγορία του βατράχου». Αποπνέει μια αίσθηση αναπόδραστης αποχαύνωσης και «χαμογελαστού λήθαργου», μέχρι παραλυσίας(2). Η συγκεκριμένη αλληγορία πώς να χωράει στην περίπτωση των διανοούμενων; Ο κυβερνήτης, Κ. Καραμανλής, βέβαια, όταν μας ενέπλεκε(1958) ανεπιφύλακτα στην «ευρωπαϊκή περιπέτεια», δεσμευόταν «ότι οι Έλληνες θα μάθουν να κολυμπούν»! Έχει πέσει έξω. Για πολλά χρόνια, εργαζόμενοι, φοιτητές, άνεργοι και συνταξιούχοι έχουμε γίνει κολυμβητές/ «βάτραχοι», χωρίς σωσίβια, στα θολά νερά της νεοφιλελεύθερης βαρβαρότητας. Θα περιοριστούμε στη στρατηγική του Υπουργείου Παιδείας (1992-2014: ΝΔ/ΠΑΣΟΚ) που επέδειξε μια σειρά ομοιότροπων ενορχηστρωμένων και επιτελικών σχεδιασμών. Ενδεικτικά:

(1)«Ανήκουμε (άνευ όρων) στη Δύση»

Αυτό ανήκει στα πολιτικά «πνευματικά δικαιώματα» των συντηρητικών δυνάμεων της χώρας, τουλάχιστον από το 1958.Η νεοφιλελεύθερη στρατηγική εξοικείωσης με την αξιολόγηση είναι ευρωπαϊκής/διεθνούς σύλληψης και κρατάει χρόνια. Αναφερόμαστε στις συντονισμένες πρωτοβουλίες του ΟΟΣΑ (:πρόγραμμα Institutional Management in Higher Education – 1994), του ΠΟΕ (1995:συμφωνίες GATS), και της Ένωσης Ευρωπαϊκών Πανεπιστημίων (CRE/EUA: ετήσιο Πρόγραμμα Αξιολόγησης των Πανεπιστημίων,1994). Της ΕΕ (με το  European Pilot Project for Evaluating Quality in Higher Education”,1994-95), και της πρώτης σύστασης του Συμβουλίου (1998), για τη « διασφάλιση ποιότητας». Είχαμε και την «εργαλειοθήκη» The Bologna Process (1999-σήμερα). Τις διαδοχικές «Δεσμεύσεις» Υπουργών: Πράγα(2001), Βερολίνο(2003), Μπέργκεν (2005), Λονδίνο(2007), Λουβαίν (2009), κ. α. Ο ΟΟΣΑ σε επαγρύπνηση. Στο πλαίσιο όλων αυτών των διεργασιών προέκυψαν πολλά ευρωπαϊκά όργανα προώθησης των «πολιτικών ποιότητας», ιεραρχικά υπερκείμενοι φορείς της ΑΔΙΠ. Έχουν επιδείξει μια ασυνήθιστη παραγωγή οδηγιών, κανονισμών, κριτηρίων και πρακτικών της αγοράς. Τόσο ο χρονισμός όσο και ο κοινός ιδεολογικός προσανατολισμός των παραπάνω ευρωπαϊκών πρωτοβουλιών φανερώνουν τη συγκρότηση μιας σαφούς ενορχηστρωμένης διεθνούς/ευρωπαϊκής πολιτικής για τη διείσδυση του νεοφιλελεύθερου αφηγήματος της αξιολόγησης στην εκπαίδευση.

Δεν υπήρχε κυβερνητική πρωτοβουλία, όλο αυτό το διάστημα, χωρίς εκβιαστικές αναφορές στο «ανήκουμε στη Δύση», στις «ανειλημμένες ευρωπαϊκές δεσμεύσεις», στην καθυστέρηση και την απόσταση που μας χωρίζει από τους άλλους εταίρους, στην «ανάγκη επιτάχυνσης των μεταρρυθμίσεων», κ. τ. ο. Έλληνες πανεπιστημιακοί-υπερασπιστές αυτών των πολιτικών θεωρούν ότι όλα αυτά αποτελούν σημαντικό σταθμό για την αναβάθμιση των ευρωπαϊκών πανεπιστημίων. Επιμελώς αποφεύγουν να ασχοληθούν με το ενορχηστρωμένο project προώθησης των πολιτικών της αγοράς στην οργάνωση και τη λειτουργία τους.

(2) ΟΙ «πιλοτικές» εφαρμογές

Την ίδια περίοδο είχαν εκδηλωθεί, στρατευμένες «εθελοντικές» δοκιμές των σχετικών ευρωπαϊκών πολιτικών σε ελληνικά ΑΕΙ. Αναφέρουμε τη συμμετοχή δύο Τμημάτων, με παρέμβαση του ΥΠΕΠΘ ( επί ΠΑΣΟΚ, με Γ.Γ. τον πανεπιστημιακό κ. Πανάρετο), στο “European Pilot Project for Evaluating Quality in Higher Education”. Το 1994-98, είχαμε τη συμμετοχή δύο αντίστοιχων τμημάτων στο υποπρόγραμμα του ΟΟΣΑ, το«Project on Quality Management: Quality Assessment and the Decision-Making Process»/Institutional Management in Higher Education» ( με Εθνικό εκπρόσωπο της Ελλάδας στη Διευθυντική Ομάδα του Προγράμματος, τον πανεπιστημιακό Διονύση Κλάδη). Ήταν και η πρωτοβουλία της CRE/EUA, μετά το 1994, με ετήσιο Πρόγραμμα. Το Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο (Εργαστήριο Εκπαιδευτικής Πολιτικής και Διοίκησης/ υπεύθυνος: Κλάδης) έδωσε το «παράδειγμα καλών πρακτικών». Ακολούθησαν κι άλλα πανεπιστήμια (Πατρών, Μακεδονίας, Ιωαννίνων, ΑΠΘ, Κρήτης, Αιγαίου και Θεσσαλίας), μέχρι το 2003, με χρηματοδότηση των σχετικών δραστηριοτήτων από την πλευρά του ΥΠΕΠΘ, που είχε αναλάβει ενεργά, πλέον, τη δημιουργία κλίματος θετικής υποδοχής των σχετικών πολιτικών στα πανεπιστήμια. Την περίοδο 2002-06, η EUA υλοποιούσε το πρόγραμμα “ Developing an Internal Quality Culture in European Universities” στο οποίο πήραν μέρος 4 ελληνικά πανεπιστήμια: Αριστοτέλειο, ΕΚΠΑ, Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και το Αιγαίου. Αυτές οι επιλεγμένες συμμετοχές αποτελούν ενδείξεις για τη σταδιακή χρηματοδοτούμενη διείσδυση των σχετικών πολιτικών στα πανεπιστήμια. Η θητεία του πανεπιστημιακού Δ. Κλάδη στο Υπουργείο Παιδείας, ως υπεύθυνου για τα σχετικά θέματα, υπήρξε, προφανώς, σημαντική στη σύλληψη/εφαρμογή των σχεδιασμών.

3)Η εκστρατεία δυσφήμησης

Ξεχωριστή θέση είχε η συνδυασμένη εκστρατεία διαρκούς δυσφήμησης του δημόσιου πανεπιστημίου, πανεπιστημιακών, φοιτητών και των αγώνων τους για την υπεράσπιση θεμελιωδών αρχών στη λειτουργία του. Κινητοποιήσεις για τον εκδημοκρατισμό της εκπαίδευσης καταγγέλλονταν ως συντηρητικές, αν και το πανεπιστημιακό κίνημα δεν υπερασπιζόταν το υπαρκτό πανεπιστήμιο. Διεκδικούσε την εμβάθυνση της δημοκρατίας σε αυτό και αντιστεκόταν στην επιχειρούμενη συρρίκνωσή της. Οι καθυστερήσεις, η απόσυρση  νομοσχεδίων ή αναίρεση ή τροποποίηση νόμων αξιοποιούνταν ως άλλοθι για δυσφήμηση του κινήματος. Η διελκυστίνδα των αναβολών (1992-2005), με το χρόνο, συνιστούσε πρόσθετο λόγο για επιβεβλημένη, επιτέλους, λύση. Εδώ σημαντική ήταν η κοινότυπη εκβιαστική επίκληση των «ευρωπαϊκών δεσμεύσεων» απέναντι στους «εταίρους».

Γνωρίζουμε ότι οι νόμοι δεν εφαρμόζονται όταν η κοινωνική δυναμική και το κοινωνικό εισβάλλει στο θεσμικό και το ανατρέπει. Η ίδια η εκτελεστική εξουσία, άλλωστε, κατά σύστημα, δεν εφαρμόζει νόμους που εισηγείται, άλλοτε κρατώντας σε εκκρεμότητα την έκδοση υπουργικών αποφάσεων κι άλλοτε εισάγοντας στη Βουλή τροπολογίες ή τροποποιήσεις ή καταργήσεις νόμων. Η ΝΔ που νομοθέτησε πρώτη την «αξιολόγηση του έργου των ΑΕΙ»(ν.2083/92), κάτω από την πίεση των κοινωνικών αντιδράσεων, δεν ενεργοποίησε τις διατάξεις του σχετικού νόμου. Η επόμενη κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ τις κατήργησε για να εντάξει την αξιολόγηση στο Ε.ΣΥ.Π.(ν.2327/1995), που με νέο νόμο τις κατάργησε αργότερα (ν.2817/2000), κάτω από το κύμα αντιδράσεων. Κι αυτή η ρύθμιση δεν εφαρμόστηκε, ώσπου να ετοιμαστεί νέο σχέδιο νόμου (2003) που ποτέ δε συζητήθηκε. Για να επιστρέψει η ΝΔ το 2005 και να νομοθετήσει τη σύσταση της ΑΔΙΠ (ν. 3374/2005).

Η πρόσφατη εκστρατεία δυσφήμησης των εκπαιδευτικών που κάνει ο τέως πρόεδρος της Επιτροπής Διαλόγου είναι μια εκδοχή συνέχειας και παραλλαγή της «πάγιας» τακτικής του εξουσιαστικού μηχανισμού. Ο τέως πρόεδρος της Επιτροπής Διαλόγου οφείλει να γνωρίζει ότι η δυσφήμηση έχει αναδειχθεί σε «πάγια» πρακτική ως όπλο ενάντια σε αιτήματα του κλάδου των εκπαιδευτικών, τα οποία όσο δεν ικανοποιούνται αναγορεύονται σε «πάγια», όσο είναι ζωτικά για την εμβάθυνση του εκδημοκρατισμού στην εκπαίδευση. Το «πάγιο» δεν είναι, έτσι κι αλλιώς, προς δυσφήμηση.

(4)Η καμπάνια των ευφημισμών

Επιστρατεύθηκαν πολυδάπανοι ευφημισμοί περί ευρωπαϊκής διάστασης, κινητικότητας, πιστοποίησης, ποιότητας, αποδοτικότητας, αντικειμενικότητας, ανεξαρτησίας, διαφάνειας, εχεμύθειας, διακριτικότητας, εμπειρογνωμοσύνης, βελτίωσης, ανταγωνιστικότητας, αριστείας, κ. τ. ο. Οι σχετικοί ισχυρισμοί δεν έχουν πραγματολογική βάση. Η προβολή της ανεξαρτησίας της ΑΔΙΠ είναι το ακριβό «φυλαχτό» που της χαρίζουν οι προπαγανδιστές της-πολιτικοί και ακαδημαϊκοί- για να αποκρύπτουν τη βαθιά εξάρτηση από νεοφιλελεύθερες αρχές. Οι αξιολογητές είναι εξαρτημένοι, μέσα στο δίκτυο των πολλαπλών ετεροπροσδιορισμών. Πρόκειται για μια φάρσα ανεξαρτησίας, αντικειμενικότητας, εμπειρογνωμοσύνης και επιστημονικής ουδετερότητας. Το πρόβλημα είναι ότι οι συντελεστές δεν υποψιάζονται ότι εργάζονται για το τέλος του δημόσιου πανεπιστημίου.

(5) Οι θεσμοθετημένες απειλές

Οι κυβερνήσεις ΝΔ/ΠΑΣΟΚ θεσμοθέτησαν απειλές για μη χρηματοδότηση ιδρυμάτων σε περίπτωση μη συμμόρφωσης στις προβλεπόμενες προδιαγραφές! Τελικά, και δραστικές περικοπές χρηματοδότησης είχαμε με τα μνημόνια και οι αξιολογήσεις ολοκληρώθηκαν.

(6)Η χρηματοδότηση και εξαγορά της ενσωμάτωσης

Σε συνδυασμό με τα ευρωπαϊκά προγράμματα (βλ. 2), ενεργοποιήθηκε και ο πακτωλός των κοινοτικών κονδυλίων, ΕΠΕΑΕΚ I (1996-99)και II(2000-2006), ΕΣΠΑ (2007-13) και ΕΣΠΑ(2014-20). Οι ακαδημαϊκές μονάδες υποβλήθηκαν σε διαδικασία αξιολόγησης με αξιοποίηση «εξωτερικών εμπειρογνωμόνων». Είχαμε χρηματοδοτούμενη εκστρατεία για την εξοικείωση τω πανεπιστημιακών και των φοιτητών στις διαδικασίες «αξιολόγησης». Από  Έκθεση της ΑΔΙΠ (2010) πληροφορούμαστε ότι «…Η ΑΔΙΠ πρότεινε στο ΥπΕΠΘ να διατεθεί το ποσό των 11 εκ. € περίπου στα Α.Ε.Ι. για την οργάνωση και υποστήριξη των ΜΟ.ΔΙ.Π., σε κάθε Α.Ε.Ι., που θα συνεργάζεται με το ΥπΕΠΘ και την Α.ΔΙ.Π. Η εισήγηση έγινε αποδεκτή από το ΥπΕΠΘ…». Πρόκειται για δέλεαρ χρηματοδότησης, με αντάλλαγμα κι εξαγορά συνεργασίας θεσμικού χαρακτήρα!

Γιατί, έπρεπε οι πανεπιστημιακοί και τα τμήματα που συμμετείχαν στα προγράμματα «εξοικείωσης» να αμείβονται, λες και αυτά τα ζητήματα ήταν έξω από τις συμβατικές υποχρεώσεις; Σε ποιον ορισμό «ποιότητας» εμπίπτουν αυτές οι πρακτικές; Δεν έχουμε ενδείξεις για απόπειρες προσεταιρισμού και ενσωμάτωσης;

Τα παραπάνω δεν είναι διαπιστώσεις που γίνονται εκ των υστέρων. Ας μου επιτραπεί εδώ μια αυτοβιογραφική αναφορά. Σε μια έγκαιρη αίσθηση της απειλής ότι είμαστε εκτεθειμένοι σε ένα ενδεχόμενο αργόσυρτο «πείραμα του βατράχου», λίγο μετά την έναρξη του ΕΠΕΑΕΚ I, γράφαμε («Το Αγροτικό και τα Εκπαιδευτικά», ΄Επενδυτής, 3/5.1.1997): «Αναδεικνύονται και ενισχύονται φαινόμενα αλλοίωσης της συμπεριφοράς των εργαζομένων (μελών ΔΕΠ, εκπαιδευτικών και διοικητικών στελεχών) με πολιτικές σπατάλης και αδιαφανούς διαχείρισης, σε μια περίοδο λιτότητας και συμπίεσης των μισθών. Ομάδες και άτομα, μέσα σε ένα κλίμα έξαρσης των πελατειακών σχέσεων… είναι εκτεθειμένα σε προτάσεις ενίσχυσης των κρατικοδίαιτων εισοδημάτων τους και υφίστανται αθόρυβα τις διαδικασίες ενός διακριτικού προσεταιρισμού και ενσωμάτωσης. Όλα αυτά, με τη σειρά τους, παραμορφώνουν τη δυναμική των κοινωνικών παρεμβάσεων στην εκπαίδευση». Δύο μήνες μετά, ακολούθησε γραπτή παραίτηση (8070/5.3.1997) από τη θέση του ιδρυματικού επιστημονικού υπεύθυνου του «Γραφείου Προσανατολισμού Σπουδών και Σταδιοδρομίας» του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, με την καταληκτική πρόταση «Σας παρακαλώ να δεχθείτε και την παραίτησή μου…Εξακολουθώ να έχω τις ανησυχίες που σας είχα διατυπώσει στην προηγούμενη επιστολή μου. Αυτές ενισχύθηκαν…». Δύσκολα θα βρεις πανεπιστημιακό που να μην έχει εκτεθεί σε παρόμοιες εμπειρίες.

(7)Οι πρόθυμοι και χρήσιμοι «ακαδημαϊκοί»

Είχαμε και «ειδικούς», στρατευμένους στην υπόθεση μιας «άνευ όρων» εναρμόνισης της ελληνικής εκπαιδευτικής πολιτικής προς τους ορισμούς των ευρωπαϊκών πολιτικών. Προβάλλονται ως «παραγωγοί» εκπαιδευτικής πολιτικής, αν και είναι μεταπράτες ευρωπαϊκών/διεθνών πρακτικών στην Ελλάδα, σε «πιστή αντιγραφή». Παρά τη διαδοχή των δύο κομμάτων στην εξουσία, αξιοποιώντας τα κοινοτικά κονδύλια κι έχοντας ως προτεραιότητα τις προσωπικές τους στρατηγικές, ύφαιναν υπομονετικά, άλλοτε στα επιτελικά γραφεία και άλλοτε στις «αίθουσες αναμονής», τον πολυπόθητο ιστό της συναίνεσης των δύο κομμάτων. Έτσι, ήταν ευκολότερο να τα βρουν κάποια στιγμή στη συγκυβέρνηση.

Είναι πολιτικό παράδοξο που ακαδημαϊκός, με πολύχρονη θητεία σε πολιτικές θέσεις στο Υπουργείο Παιδείας επί ΠΑΣΟΚ, ακραιφνής εκφραστής κι εκπρόσωπος (από το 1999,κ.ε.) της Bologna Process,να συμμετέχει ως μέλος στη λεγόμενη Επιτροπή Κοινωνικού και Εθνικού Διαλόγου για την Παιδεία, επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ. Το ίδιο ισχύει και για την επιλογή του προέδρου της Επιτροπής. Συνδέεται με πολλούς και ετερόκλητους συμβολισμούς. Ήταν πολιτικά προβλέψιμη η δράση του προεδρεύοντα στην Επιτροπή ακαδημαϊκού, με θητεία στο think tank του «σημιτικού» εκσυγχρονισμού και των μετέπειτα Υπουργών Παιδείας. Διεκδικεί την πατρότητα του «Πορίσματος» και προβάλλει εκδοχές «Δημόσιας Παιδαγωγικής» για την προώθηση ακραιφνών νεοφιλελεύθερων προτάσεων-αντίπαλων σε μια ανανεωτική ριζοσπαστική και δημοκρατική εκπαιδευτική πολιτική που διακηρύσσουν με τις θέσεις τους το συνέδριο, το κόμμα, το Τμήμα Παιδείας και η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. Ο τέως πρόεδρος της Επιτροπής, ανεμπόδιστος, προκειμένου να υπερασπισθεί τις προσωπικές του απόψεις, δημιουργεί πρόσθετα ρήγματα στο ήδη επιβαρημένο πεδίο των σχέσεων συνδικαλιστικών παρατάξεων με το ΣΥΡΙΖΑ και την κυβέρνηση.

(8) Οι πρωταγωνιστές της ΑΔΙΠ και των ΜΟΔΙΠ

Η θριαμβολογία της ΑΔΙΠ έχει πολλούς (συλλογικούς και ατομικούς) πρωταγωνιστές. Χωρίς την ενεργοποίησή τους, δε θα ήταν εύκολη η δραματική αλλαγή που σημειώθηκε. Μπορούμε να τους αναζητήσουμε ανάμεσα στα μέλη των 397 ΟΜ.Ε.Α των Τμημάτων, στα μέλη των 36 ΜΟ.ΔΙ.Π των ΑΕΙ, στα μέλη των Συλλογικών οργάνων (Γ.Σ. Τμημάτων, Σχολών, Κοσμητειών, Συγκλήτων. Συμβουλίων Ιδρύματος, Πρυτανείας), στα μέλη των Συνόδων Πρυτάνεων, στα μέλη συνδικαλιστικών φοιτητικών παρατάξεων, της ΠΟΣΔΕΠ, στα μέλη που συγκροτούν τον οργανισμό της ΑΔΙΠ.

Δεν αποκλείεται εγχώριοι θιασώτες της Bologna Process και της ΑΔΙΠ να έχουν διεισδύσει αθόρυβα και μεθοδευμένα, χρόνια τώρα, στις διεργασίες άλωσης των ελληνικών πανεπιστημίων και ΤΕΙ με τα προτάγματα του παραδείσου που υπόσχεται ένας ιδιότυπος «ακαδημαϊκός καπιταλισμός». Είναι ο καπιταλισμός που αναγορεύει την ιδιωτική πρωτοβουλία, την ατομική προσπάθεια, την ελεύθερη επιλογή, τον ανταγωνισμό, την αξιοκρατία και τις προσωπικές στρατηγικές σε θεμελιώδεις αρχές μιας «ελεύθερης αγοράς». Είναι αυτές οι αρχές που ευνοούν και πριμοδοτούν την ανάπτυξη προσωπικών στρατηγικών και στην άσκηση της εκπαιδευτικής πολιτικής. Οι ίδιοι έχουν εκτεθεί σε διεργασίες και ανυποψίαστοι εξοικειώνονται με τις πρακτικές της καπιταλιστικής αγοράς στην εκπαίδευση. Είναι προφανές ότι οι όποιες προσωπικές στρατηγικές, όταν συμπλέκονται με τις πολιτικές αγοράς στην εκπαίδευση είναι «εργαλειοθήκες» στην υπηρεσία ενός «ακαδημαϊκού καπιταλισμού». Συνήθως, συγκροτούν και άτυπα «δίκτυα» σε πολλά θέματα, όπως, π.χ. στα συγγράμματα, στη συγκρότηση των εισηγητικών  επιτροπών και των εκλεκτορικών σωμάτων, στις μετακινήσεις μελών ΔΕΠ από πανεπιστήμιο σε πανεπιστήμιο, στα μεταπτυχιακά, την εκπόνηση διδακτορικών κ.α. Πρόκειται για πανεπιστημιακούς που παρουσιάζουν διείσδυση συνεργασίας σε πολλά πανεπιστήμια.

Εν τέλει, μήπως το τέλος του δημόσιου πανεπιστημίου δεν απασχολεί τους πρωταγωνιστές της ΑΔΙΠ γιατί, με τη συμμετοχή τους στις πολιτικές της Bologna Process και της ΑΔΙΠ ετοιμάζονται και εξοικειώνονται με αυτό που θα έρθει; Τι είναι αυτό που εκτρέπει το πλήθος των εγχώριων πρωταγωνιστών σε επιλογές ώστε να γίνονται «επιχειρηματίες του εαυτού τους», σε μια υποβαθμισμένη ελληνική ανώτατη εκπαίδευση; Μήπως, έτσι θεωρούν ότι χτίζουν το βιογραφικό προφίλ (“Europass”) του «ακαδημαϊκού μετανάστη/πρόσφυγα», ως προϊόντος εξαγωγής σε μια ευρωπαϊκή/διεθνή αγορά «εγκεφάλων» και χρήσιμων ειδικών, σε τιμές ευκαιρίας;

(9) Οι χρήσιμοι «εμπειροτέχνες» αξιολογητές

Ιδιαίτερη κρίνεται η συμβολή των φερόμενων ως ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων Η Bologna Process γέμισε την αγορά με ιπτάμενους θιάσους-ομάδες πανεπιστημιακών αξιολογητών που επιδίδονται σε «ακαδημαϊκό τουρισμό». Η ΑΔΙΠ συγκρότησε «μητρώο»! Παρά τα περί «διαφάνειας», δεν επιτρέπεται πρόσβαση στο «μητρώο». Ενδείξεις έχουμε. Σύμφωνα με την ΑΔΙΠ, «η ομάδα των αξιολογητών αποτελείται από διακεκριμένους καθηγητές μεγάλων Πανεπιστημίων του εξωτερικού», για λόγους αντικειμενικότητας! Η αλήθεια είναι ότι θεωρούνται πιο εξοικειωμένοι με την ιδεολογία της «κουλτούρας αξιολόγησης». Οι περισσότεροι δεν είναι «εμπειρογνώμονες» στο αντικείμενο Ίσως, μάθουν τη δουλειά «πάνω στη δουλειά» (εμπειροτέχνες). Δε μπορεί, τόσα ταξίδια «ακαδημαϊκού τουρισμού» όλο και κάτι αφήνουν, μια και οι χώρες είναι πολλές και τα ιδρύματα πολλά. Είναι φανερό ότι έχουμε να κάνουμε με «χρήσιμους» ερασιτέχνες αξιολογητές, που μετά από ερασιτεχνική «πιστοποίηση», εντάσσονται σε «μητρώο χρήσιμων εμπειρογνωμόνων». Όπως γίνεται αντιληπτό, στην περίπτωση αυτή, δεν έχει τηρηθεί στοιχειώδης ακαδημαϊκή δεοντολογία.

Δε σημαίνει ότι εάν ήταν «ειδικοί», η ΑΔΙΠ θα προσέφερε ουσιαστικό έργο. Οι αξιολογητές, όταν λειτουργούν στο υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας της ΑΔΙΠ, γίνονται τοποτηρητές του νεοφιλελεύθερου προτάγματος της αξιολόγησης. Τείνουμε να καταλήξουμε στην εκτίμηση ότι η ΑΔΙΠ δεν ενδιαφέρεται για εξειδικευμένη και επιστημονικά θεμελιωμένη διαδικασία αξιολόγησης. Κάνει επιλεκτική επιστράτευση πανεπιστημιακών που είναι ταγμένοι στην υπεράσπιση κυρίαρχων νεοφιλελεύθερων επιλογών. Μπορούμε, παρά ταύτα, να πιστώσουμε στην ΑΔΙΠ ότι έχει ενσωματώσει και έχει προσεταιριστεί και ορισμένους πανεπιστημιακούς, φανατικούς κράχτες- αντιπάλους του νεοφιλελευθερισμού, αν και με πρόσφατο δημοσιευμένο επιστημονικό τους έργο μάχονται ενάντια στην «αυταρχική αξιολόγηση» και στην εκπαιδευτική πολιτική της «νεοφιλελεύθερης και νεοσυντηρητικής λαίλαπας». Αυτό είναι «αντιφατικό παράδοξο» και για την ΑΔΙΠ και για συγκεκριμένους αξιολογητές, που προσφέρουν «άλλοθι».

Πέρα από αυτό, μπορούμε να εκφράσουμε τη δυσπιστία μας στις επιλογές της ΑΔΙΠ. Πώς είναι δυνατόν, «ειδικοί» που συνδέονται με πολιτικές μιας άναρχης και ανορθολογικής επέκτασης του δικτύου ανώτατης εκπαίδευσης στην Ελλάδα να επανέρχονται, με υπόδειξη του ευρωπαϊκού οργανισμού EUA, ως «θεραπευτές» αυτής της παθογένειας; Η αυτάρεσκη αναφορά στην «υπόδειξη» της EUA επιβεβαιώνει και την κίβδηλη ανεξαρτησία Αρχών, διαδικασιών και εμπειρογνωμόνων! Ύστερα, η εμφάνιση πολυάριθμων πανεπιστημιακών από τα ιδιωτικά πανεπιστήμια της Κύπρου ως αξιολογητών στα δημόσια ελληνικά πανεπιστήμια συμβολίζει την κυνική και βίαιη εισβολή της «κουλτούρας των ιδιωτικοοικονομικών κριτηρίων» στην αξιολόγηση του δημόσιου πανεπιστημίου, στο όνομα μιας ανυπόστατης εμπειρογνωμοσύνης και ανύπαρκτης ανεξαρτησίας!

Μια πιθανή ευκαιρία αναχαίτισης

Είναι προφανές ότι η δυσφήμηση, οι ευφημισμοί, οι πολλαπλοί εκβιασμοί και η γενναιόδωρη χρηματοδότηση ήταν τα συνεκτικά στοιχεία ενορχηστρωμένης πολύχρονης κρατικής εκστρατείας για μια δύσκολη συγκρουσιακή επιχείρηση, την εξουδετέρωση «των θυλάκων αντίστασης» και την παράδοση του πανεπιστημίου στις διεργασίες της καπιταλιστικής αγοράς. Πώς να ξηγήσουμε την ανατροπή συσχετισμού δυνάμεων και τη «μεταστροφή» της ΠΟΣΔΕΠ, την υποχώρηση του πανεπιστημιακού κινήματος, την εμφάνιση συγκυριακών πρωτοβουλιών και σχημάτων υπεράσπισης της αξιολόγησης, όπως της ΚΙ.ΠΑΝ, της ΑΡ.ΣΗ, των «1000»,κ.α. Δεν ήταν μικρή η συμβολή αναγνωρίσιμων πανεπιστημιακών θυλάκων προώθησης των πολιτικών ΑΔΙΠ. Η άτυπη «Σύνοδος των Πρυτάνεων», από την πρώτη δημόσια εμφάνισή της, παρά τις αλλεπάλληλες περιφερόμενες δαπανηρές συναντήσεις της «ομοφωνίας», είχε εξελιχθεί σε ένα εκπτωτικό πεδίο προσωπικών στρατηγικών και φιλοδοξιών. Δεν εξέφραζαν τα συλλογικά όργανα των μονάδων που διοικούσαν. Από κοντά και μια σειρά περιφερόμενων στα κέντρα εξουσίας πανεπιστημιακών, που για χρόνια απαξίωναν τις συνδικαλιστικές οργανώσεις για να προβάλλονται ως ανεξάρτητοι «παίκτες» στην υπόθεση του πανεπιστημίου.

Η τελευταία Έκθεση της ΑΔΙΠ θριαμβολογεί που η καθιέρωσή της εμπεδώθηκε την περίοδο διακυβέρνησης ΝΔ/ΠΑΣΟΚ/ΔΗΜΑΡ. Έχει συντελεστεί μια μεγάλη υποχώρηση και  προσωρινή ήττα στο πεδίο αντίστασης στις πολιτικές προώθησης της αξιολόγησης της αγοράς στην ανώτατη εκπαίδευση. Ο δρόμος για την «κουλτούρα αξιολόγησης» από τα χαρτιά στην πράξη είναι μακρύς, όπως κι η διεργασία για την επικράτηση των πολιτικών της αγοράς θα είναι εξαιρετικά συγκρουσιακή.

Για να έρθουμε στο θέμα της ΑΔΙΠ, οι διαδοχικές ετήσιες εκθέσεις της, για όλο το διάστημα που έχει διαρρεύσει (2006-2015) είναι γραπτές επιθετικές κραυγές διαμαρτυρίας προς τους διαδοχικούς Υπουργούς Παιδείας που δε φρόντισαν για την υλοποίηση των ψηφισμένων νόμων. Κάτι ξέρουν οι Υπουργοί, κατά πώς φαίνεται. Όταν, στη φάση της εφαρμογής των νόμων εισβάλλει η ανάλογη κοινωνική δυναμική, οι νόμοι ανατρέπονται, αναστέλλονται ή τροποποιούνται. Η εκπαιδευτική αλλαγή δεν υπακούει σε «τσελεμεντέ» εκπαιδευτικής πολιτικής και σε νόμους. Αυτό το ξέρουν οι εξουσιαστικοί μηχανισμοί, γι αυτό πολλοί νόμοι ακυρώνονται στην πράξη. Κι αυτό το γνωρίζουν πολύ καλά οι φοιτητές, οι πανεπιστημιακοί και οι εργαζόμενοι σε όλους τους τομείς. Αυτό σημαίνει ότι η ανάπτυξη ανατρεπτικής κοινωνικής δυναμικής δεν είναι υπόθεση που διαμορφώνεται μόνο με ανάθεση ή εξουσιοδότηση στη νομοθετική κι εκτελεστική εξουσία. Είναι υπόθεση και των εξουσιαζόμενων. Είναι αποκαλυπτικό πως η μεγάλη κρίση, που εν τω μεταξύ είχε ξεσπάσει, δεν αποτελούσε εμπόδιο κι αναστολή της μεγάλης αποστολής πού είχαν αναλάβει τα μέλη της ΑΔΙΠ. Ήταν αδιάβροχα στην κοινωνική κρίση. Θα θεωρήσουμε αρνητική εξέλιξη, εάν οι επόμενες εκθέσεις της ΑΔΙΠ για τη συνεργασία με την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ είναι θετικές για την προώθηση των πολιτικών αξιολόγησης της «ποιότητας».

Και η σημερινή ηγεσία του Υπουργείου και η κυβέρνηση τα γνωρίζουν όλα αυτά πολύ καλά. Μάλλον, η παρούσα κυβέρνηση, σε αντίθεση με τις προηγούμενες δείχνει να τηρεί μια στάση αμήχανης και προβληματίζουσας αδράνειας στο θέμα. Η πολιτική ανοχής ή αναβολής ή «θεσμικής αδράνειας» μοιάζει να αποκτάει τα χαρακτηριστικά της συνέχειας, μια και, αντικειμενικά ενισχύει την πολιτική και ιδεολογική νομιμοποίηση τόσο των προηγούμενων πολιτικών «διασφάλισης ποιότητας» όσο και της συστηματικής δυσφήμησης του πανεπιστημιακού κινήματος, που συντελέστηκαν με τις κυβερνήσεις ΠΑΣΟΚ/ΝΔ. Η ακύρωση και «κατεδάφιση» νόμων που σηματοδοτούν το τέλος του δημόσιου πανεπιστημίου εμπίπτει στις προτεραιότητες μιας προοδευτικής ριζοσπαστικής εκπαιδευτικής πολιτικής.

Η παράδοση της Έκθεσης στον αριστερό, αυτή τη φορά, πρόεδρο της Βουλής, λόγω αρμοδιότητας, συμβολικά υπογράμμισε το κλείσιμο ενός υπερδεκαετούς κύκλου αγώνων ενάντια στις πιο ακραιφνείς νεοφιλελεύθερες πολιτικές στην οργάνωση και τη λειτουργία των ΑΕΙ. Ωστόσο, η πάλη που δόθηκε, όλα αυτά τα χρόνια, από προοδευτικές δυνάμεις της «Αριστεράς», είχε σημαντική θετική απήχηση, καθώς συνετέλεσε στην καθυστέρηση των πολιτικών αυτών. Η ΑΔΙΠΠΔΕ έχει παραγκωνιστεί, με τις αντιδράσεις των εκπαιδευτικών. Με δεδομένο ότι, εν τω μεταξύ, στη διακυβέρνηση της χώρας αναδείχτηκε πρώτη πολιτική δύναμη ο ΣΥΡΙΖΑ, η απόληξη αυτής της πάλης έχει κληρονομήσει στη σημερινή κυβέρνηση μια σημαντική παρακαταθήκη: την κεφαλαιοποίηση του αγώνα που δόθηκε για την εξουδετέρωση των νεοφιλελεύθερων πολιτικών που επιβλήθηκαν. Οι εξελίξεις που δρομολογούνται με την επόμενη φάση «πιστοποίησης των προγραμμάτων σπουδών» είναι στρατηγικής σημασίας για την επανεκκίνηση της πάλης. Δεν πρόκειται για ρεβανσισμό αλλά για αναχαίτιση ενός διαγραφόμενου τέλους του πανεπιστημίου και την ουσιαστική αποκατάσταση. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ έχει ακόμη ένα υψηλής προτεραιότητας θέμα εκπαιδευτικής πολιτικής να αντιμετωπίσει, χωρίς ιδεολογικές μετατοπίσεις και διολισθήσεις ή το φόβο του πολιτικού κόστους από την σφοδρότητα των πιέσεων και των επιθέσεων που θα δεχτεί. Είναι πολλαπλώς αξιοποιήσιμη η εμπειρία με την υπόθεση ΕΣΡ. Γιατί να είναι «πολιτικοί ογκόλιθοι» οι ΑΔΙΠ και ΑΔΙΠΠΔΕ; Πώς συμφιλιώνει η κυβέρνηση τις προτεραιότητες που βάζουν οι Ανεξάρτητες Αρχές στην εκπαίδευση με τις προτεραιότητες επιβίωσης της δημόσιας εκπαίδευσης, σε μια εποχή δύσκολης διαχείρισης ενός μη βιώσιμου χρέους; Σε μια εποχή κατάργησης ή συγχώνευσης  σχολικών και ακαδημαϊκών  μονάδων, πώς λύνει τη μεγάλη πολιτική αντίφαση με το να συνεχίζει να χρηματοδοτεί τη συγκρότηση/εμπέδωση νέων πολυδάπανων αρχών (ΑΔΙΠ/ΑΔΙΠΠΔΕ) που προωθούν τη διάλυση της δημόσιας εκπαίδευσης; Γνωρίζουμε πως η όποια απόπειρα θεσμικής και νομοθετικής παρέμβασης θα έδινε τροφή στους ντόπιους εισηγητές και συνομιλητές της τρόικας να καταγγείλουν μια ενδεχόμενη «κατεδάφιση» ή «ανακαίνιση»! Η πρώην Υπουργός της Παιδείας, κ. Διαμαντοπούλου, ξέρει να κάνει «αυτή τη δουλειά» Ποιος, αλήθεια, στην ΑΔΙΠ κόπτεται για την επιβίωση και την αναβάθμιση του ελληνικού πανεπιστημίου και του ΤΕΙ; Αν οι πολιτικές της Bologna Process και της ΑΔΙΠ κάνουν θραύση, με πρωτοφανή κυνισμό, εν μέσω μνημονίων, με τα θλιβερά επιτεύγματά τους, πώς θα «ανακόψουμε τη φόρα και τον αέρα»;

Πίσω από όλα τα παραπάνω, υπάρχει μια σειρά  ερωτημάτων: Μήπως, οι πολιτικές «διασφάλισης ποιότητας» στην ελληνική ανώτατη εκπαίδευση βρίσκονται σε δομική αντιφατική σχέση με τις πολιτικές «μνημονίων», σε μια περίοδο παρατεταμένης δημοσιονομικής και χρηματοπιστωτικής κρίσης; Το πρόβλημα είναι η μεγάλη καθυστέρηση στην υιοθέτηση και προώθηση των σχετικών πολιτικών ή η απροσδόκητη υποχώρηση των αντιστάσεων στην επιβολή των συγκεκριμένων πολιτικών; Όταν στη Μεγάλη Βρετανία, με την εμπειρία πολλών χρόνων(1990-2016) από τη δύσκολη εφαρμογή των σχετικών πολιτικών, αναζητούν πλαίσιο «αρχιτεκτονικής ρύθμισης» της «ποιότητας» που να εδραιώνεται στο ρίσκο ( δείκτης της αγοράς), τι είναι αυτό που κινητοποιεί τους πολυάριθμους εγχώριους πρωταγωνιστές της Bologna Process ώστε να επιμένουν σε ασκήσεις επί χάρτου στην εκπαιδευτική πολιτική μιας χώρας του «ευρωπαϊκού νότου» που ασφυκτιά σε καθεστώς μη βιώσιμου χρέους; Πώς θα απαντήσουμε σε αυτά και σε άλλα συναφή ερωτήματα; Το θέμα, είναι έτσι κι αλλιώς, υπόθεση μιας άκρως συγκρουσιακής συμβίωσης. Οπότε;

ΑΔΙΠ (2016), Έκθεση Ποιότητας της Ανώτατης Εκπαίδευσης 2015, Αθήνα, ΑΔΙΠ.

ENQA (2015), Report of the Panel appointed to undertake a review of the Hellenic Quality Assurance and Accreditation Agency (HQA) for the purposes of the granting of full membership of the European Association for Quality Assurance in Higher Education (ENQA)

HQA (2014), Self-Evaluation Report HQA, Athens, Greece.

(1)Βλ.Μαυρογιώργος, Γ. (2015), Οίκοι Αξιολόγησης στην Εκπαίδευση και το “Αόρατο Χέρι” της Αγοράς, Οσελότος, Γιάννενα.

(2) Αναφερόμαστε στη γνωστή αλληγορία του ανέμελου βατράχου που την εμπνεύστηκε ο Ελβετός Ολιβιέ Κλερκ, συγγραφέας και φιλόσοφος, που προσπαθούσε με φαινομενικά απλές ιστορίες να αφυπνίσει τους πολίτες για τις δυσμενείς αλλαγές που αγόγγυστα δέχονται στη ζωή τους: «Μια φορά και ένα καιρό, ήταν ένας βάτραχος, τον οποίο κάποιοι επιτήδειοι έβαλαν μέσα σε μία ευρύχωρη κατσαρόλα γεμάτη με δροσερό νερό, όπου επέπλεαν και μερικά κουνουπάκια. Ο βάτραχος κάτω από αυτές τις συνθήκες αισθάνθηκε πανευτυχής. Τι πιο ωραίο από το να κολυμπάς μέσα σε πισίνα και να σου έχουν και έτοιμα μεζεδάκια. Σε λίγο ένας από τους επιτήδειους άναψε μία φουφού κάτω από την κατσαρόλα και το νερό άρχισε να γίνεται χλιαρό. Ο βάτραχος μέσα στο χλιαρό νερό αισθάνθηκε ουράνια αγαλλίαση. Το χλιαρό νερό για τον βάτραχο ήταν άκρως επικούρειο. Όταν μετά από λίγο το νερό ζεστάθηκε περισσότερο ο βάτραχος αισθάνθηκε βαρύς, αδρανής, υπνώδης, αδιάθετος. Δεν έπραξε το επιβαλλόμενο, δηλαδή να πηδήσει έξω από την κατσαρόλα και να σωθεί. Έτσι, όταν τελικά το νερό έβρασε ο βάτραχος εξέπνευσε». Όπως σημειώνεται, «Αυτή η ιστορία δεν είναι κάποια παραβολή της Καινής Διαθήκης. Είναι μία πλεύριση της πραγματικότητας, που βιώνουμε σήμερα όλοι εμείς, οι αφελείς Έλληνες -σαν άλλοι βάτραχοι- όπου ενώ συμβαίνουν πράγματα γύρω μας, τα οποία μας σημαίνουν επικείμενα δεινά, εμείς εξακολουθούμε και πιστεύουμε, ότι κολυμπάμε στα κρυστάλλινα νερά της εκτελεστέας υπόσχεσης» (Κ. Αργυρόπουλος, «Ό βάτραχος και οι Επιτήδειοι», 6.10 2014, http://eidafos.blogspot.gr/ ). Όταν μια αλλαγή γίνεται με τρόπο σχετικά αργό, διαφεύγει τη συνείδηση και στην πλειονότητα των περιπτώσεων δεν προκαλεί καμία αντίδραση, καμιά αντίσταση. Ακόμα και στην περίπτωση των διανοουμένων του Πανεπιστημίου, το πεδίο των πιο ριζοσπαστικών φοιτητικών εξεγέρσεων, όπου περισσεύουν η διανοητική εγρήγορση και οι αγωνιστικές κινητοποιήσεις.

 

 

 

 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Ένας Πανηγυρικός της «Ημέρας των Γραμμάτων» στην αγορά των Χρηματικών Ενταλμάτων

Τα "μυστήρια" του πολλαπλού βιβλίου

ΑΣΚΗΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΑΣΚΗΣΗ ΒΙΑΣ ΣΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ Η «βία» του λόγου για τη βία στο σχολείο