Πότε φωτογραφίζεται το πένθος;

Πότε φωτογραφίζεται το επιμνημόσυνο πένθος(4 Μαΐου 2025);

Γιώργος Μαυρογιώργος*

Έχουμε βάλει το πένθος σε σχέση προκατάληψης με το μαύρο. Ο Μιχάλης Γκανάς στα «μικρά» του το έχει πει για το κοτσύφι: «Καλότυχο που δε βλέπει πόσο μαύρο το περιβάλλει». Μαύρα ρούχα, περιβραχιόνια, μαντήλια, γραβάτα, μαύρα κρέπια στα παράθυρα. Είναι κι αυτό μια από τις τόσες μας συμβάσεις που επιλέγουμε για να δηλώνουμε την ψυχική  μας οδύνη. Το πένθος δεν το ντύνουμε με άλλα χρώματα. Έτσι, γίνεται δυσδιάκριτο έως και απαρατήρητο όταν είναι έγχρωμο. Η φωτογραφία δε μπορεί, τότε , εύκολα να το αιχμαλωτίζει και να το δηλώνει. Το παρακάμπτει ψάχνοντας για μαύρο, για «μαύρη ψυχή». Δε λέμε «η ψυχή μου είναι πολύχρωμη η έγχρωμη» μια και δεν έχουμε εθισθεί στην αναγνώριση του έγχρωμου πένθους. Στην ασπρόμαυρη εκδοχή της η φωτογράφιση του πένθους είναι έτσι κι αλλιώς στα μαύρα. Όσο το πένθος κρύβεται στα χρώματα δε φωτογραφίζεται εύκολα. Υπάρχουν, βέβαια, φωτογραφίες που «φωτογραφίζουν» και υπαινίσσονται το πένθος χωρίς να το κατονομάζουν.

Η φωτογραφία απεικονίζει και περιγράφει το προσκήνιο, την επιφάνεια, σχηματίζοντας είδωλα. Με άλλα λόγια, η φωτογραφία δεν είναι ανακάλυψη αλλά προβολή νοήματος του υποκειμένου που βλέπει πίσω και μέσα από το φακό της σύλληψης και της αιχμαλωσίας .Γι αυτό η φωτογράφιση δε συναντά ασήμαντα επεισόδια. Δεν υπάρχουν δηλαδή αδιάφοροι τόποι και τοπία ούτε πρόσωπα. Υπάρχουν τεμπέλικα βλέμματα ξαπλωμένα στον καναπέ της σύμβασης και του δεδομένου. Μετά τη σύλληψη, με την εμφάνιση της φωτογραφίας, έχουμε τους αναγνώστες. Είναι η στιγμή που η φωτογραφία γίνεται, πλέον, τόσες όσες και οι «θεατές- αναγνώστες της.

Πώς να  αιχμαλωτίζεις το «έγχρωμο πένθος» για να το «διαβάσουμε» πώς;

Μπορούμε να κάνουμε έναν αρκετά ρευστό ισχυρισμό και να πούμε πως η φωτογράφιση και η θέαση του πένθους είναι καθαρά προσωπική και αποκλειστική διαδικασία σύλληψης. Όσο οι αισθήσεις του υποκειμένου που «κάνει» η διαβάζει φωτογραφία  δεν έχουν παραπλανηθεί, δεν έχουν ατονήσει η δεν έχουν συνηθίσει  να παρακάμπτουν το αθέατο, μπορούμε να έχουμε την έκπληξη του άλλου τοπίου η του άλλου θέματος. Έτσι, π.χ.τ ο πένθος έχει ισχυρούς συνδέσμους και αναφορές στις « χαίνουσες πληγές» που το έχουν προκαλέσει (Λέμε, «με πλήγωσες»!).Όταν έχεις ισχυρή την εμπειρία της πληγής, του τραύματος, τότε μπορείς εύκολα να εντοπίζεις ως τόπο φωτογράφισης τους κλαδεμένους κορμούς και τις ουλές πληγωμένων δέντρων, τα σμήνη μαύρων πουλιών, το αντρόγυνο άγαλμα του Παπαγιάννη στην Κυρά  Φροσύνη της Παμβώτιδας, σε διαδοχικές εκδοχές και στιγμές, τις καπνοδόχους.

Προϋπόθεση του πένθους είναι η απώλεια, ο θάνατος,ο έρωτας, ο χωρισμός, η εξαφάνιση, η απόδραση, η αναχώρηση, η εξορία, το «δύσκολο» διαζύγιο, η προδοσία, η παραπλάνηση και η αποπλάνηση, η εγκατάλειψη, η κατάθλιψη, η παραίτηση, η απόσυρση, η μοναξιά κι ο πανικός. Έχει, πάντως, να κάνει με αυτά που ακλουθούν τις «οριακές εμπειρίες» της ζωής μας. Το συναντάμε στο μεταίχμιο των άκρων που φωτογραφίζονται ως υπαινιγμοί του πριν και του μετά.

Το πένθος αρέσκεται στα ακραία τοπία που παραβιάζονται από την εισβολή  της σιωπής, της οδύνης, της αυτοσυγκέντρωσης και της «ρήξης συνδέσμων». Γι αυτό και εύκολα γλιστράει κι αγκαλιάζεται με ο τι αποκαλούμε «έσχατες έγνοιες»: το νόημα της ζωής, το θάνατο, το φόβο, τη μοναξιά. Κι εδώ που τα λέμε πώς να αλλάξεις τη ζωή σου χωρίς την άμεση απειλή μιας «οριακής εμπειρίας», με οριακούς συντρόφους, σε οριακές στιγμές της δικής τους και της δικής σου βιογραφίας! Το πένθος είναι το τίμημα που καταβάλλουμε για να εξαγοράζουμε τη ζωή μας. Ο Φρόυντ έχει διευκρινίσει πως «το πένθος παρακινεί το εγώ να αρνηθεί το αντικείμενο, παρουσιάζοντας το αντικείμενο αυτό ως νεκρό και προσφέροντας στο εγώ την επιβράβευση ότι παραμένει ζωντανό». Το πένθος είναι επινόηση μπροστά στη σκληρότητα της απώλειας.

Δε μπορείς να δεις κάτι από όλα αυτά και να τα αιχμαλωτίσεις με το φωτογραφικό φακό, παρεκτός και είσαι σε διαδικασία πένθους. Αν δε νιώθεις πένθος δε μπορείς να το «δεις» για να το φωτογραφίσεις. Κι εδώ το ερωτικό πένθος διεκδικεί  την πρώτη θέση μια κι ο έρωτας, γιος του Πόρου και της Πενίας, ερωτοτροπεί με την αποπλάνηση, το πάθος, τη στέρηση, την προδοσία και τη δαιμονική απελπισία. Είναι αυτό το πένθος που προσφέρεται για συνοπτικά τοπία, φτάνει να φαντασιώνεσαι ότι είχες συναντήσει το πρωτόγνωρο.

Μου είχε πει κάποτε πως «η αντισυμβατικότητα δεν επιβιώνει, όταν είναι επιλεκτική και όχι συνολική». Αυτό ήταν! Δείλιασα και βρέθηκα να φωτογραφίζω το πένθος :Το πένθος ως γυμνό δυσπρόσιτο τοπίο και τόπο όπου περιφέρεται η οδυνηρή αλλαγή και η επομένη ρήξη. Το πένθος  εγκυμονεί την «άλλη μέρα», όταν δεν εξαντλείται και δεν περιορίζεται ως κάτι που πρέπει να περάσει, λες και είναι ανεμοβλογιά. Το να πενθείς καλά σημαίνει ότι ζεις καλά. Όταν πενθείς καλά μπορείς και να το φωτογραφίζεις. Κι όταν το φωτογραφίζεις γίνεσαι αυτόπτης μάρτυρας ζωής. Δεν αφήνεσαι στα χέρια της λήθης. Παίρνεις αγκαλιά την αναπόληση με το όποια συγνώμη τη βαραίνει.

Ο Ρολάν Μπαρτ το έχει γράψει: «Στο πραγματικό πένθος αυτό που δείχνει ότι το αγαπημένο αντικείμενο δεν υπάρχει πια, είναι ‘η δοκιμασία της πραγματικότητας’. Στο ερωτικό πένθος, το αντικείμενο δεν είναι ούτε νεκρό ούτε απομακρυσμένο. Εγώ αποφασίζω πως η εικόνα του πρέπει να πεθάνει (και μάλιστα αυτόν το θάνατο μπορεί να φτάσω στο σημείο να του τον κρύψω).Όσο καιρό,λοιπόν, κρατήσει αυτό το παράξενο πένθος, θα πρέπει να υφίσταμαι δυο αντίθετα βάσανα: να υποφέρω που ο άλλος είναι παρών (συνεχίζοντας, παρά τη θέλησή του, να με πληγώνει)και να θλίβομαι που είναι νεκρός (τουλάχιστον με τη μορφή που είχε όταν τον αγαπούσα). Έτσι με πιάνει άγχος (παλιά συνήθεια) για ένα τηλεφώνημα που δεν έρχεται. Ταυτόχρονα οφείλω να λέω στον εαυτό μου ότι αυτή η σιγή, όπως και να’ναι, δεν έχει επιπτώσεις, εφόσον αποφάσισα να θάψω μέσα μου τούτη την έγνοια: στην ερωτική εικόνα και μόνον προσιδιάζει να μου τηλεφωνεί γιατί από τη στιγμή που η εικόνα αυτή έχει εκλείψει, το τηλέφωνο, είτε κουδουνίζει είτε όχι, ανακτά την ευτελή υπόσταση του»(*Ρολαν Μπαρτ(1977) Αποσπάσματα του ερωτικού λόγου, μτφρ, Β. Παπαβασιλείου, Εκδόσεις Ράππα,Αθήνα,σ.126).

Αυτά κι αυτά σκεφτόμουνα και ένιωθα όταν αιχμαλώτιζα το «έγχρωμο πένθος» στα ανδρόγυνα φαντάσματα του Παπαγιάννη .Όταν φωτογραφίζεις το πένθος αναμετριέσαι μαζί του και με την απόγνωση. Το πένθος ως σωσίβιο. Κι εδώ η φωτογραφία γίνεται αυτόπτης μάρτυρας: έχει συλλάβει νέα τοπία που κάνουν τα «άλλα» πρόσωπα ως προοπτική μιας άλλης ζωής… Πολύ καλά το ξέρεις: ο λόγος κι η εικόνα έχουν την τρομοκρατία τους, μα κι η σιωπή έχει τη δική της βία. Πώς να τη διαχειριστεί κανείς; Ο γλύπτης Παπαγιάννης, εκεί στην άκρη της λίμνης, με δική του επιλογή και έμπνευση,  μας έχει χαρίσει ένα από τα φαντάσματά του, σε έναν τόπο με πολλές ιστορίες, μυστικά απόγνωσης και απόπειρες… Ξέρετε, εκεί στη στροφή της Κυρά Φροσύνης, όπου η λίμνη στα βαθύτερά της είναι ιδανικός τόπος για ιδανικούς αυτόχειρες .Ευτυχώς που το ανδρόγυνο του Παπαγιάννη σώζει ζωές. Ακριβώς, την τελευταία στιγμή, το αντρόγυνο φάντασμα, με ψιθύρους, καμιά φορά και με κραυγές, μας υπενθυμίζει πως η ζωή είναι ωραία…φτάνει να μη τη ζεις φωτογραφικά. Η απόγνωση μπαίνει σε κατάσταση αναβολής. Η πτώση ματαιώνεται. Ένα αντρόγυνο σώμα  τέχνης σε διαρκή επαγρύπνηση ζωής, χειμώνα-καλοκαίρι Όλο το εικοσιτετράωρο σε κατάσταση  έμμονης εμμονής για ζωή , στην άκρη της μικρής μας πόλης…

*Πρόκειται για ένα απόσπασμα, με μικρές παρεμβάσεις, από κείμενό μου του 2006: «Φωτογραφίζοντας το πένθος», Πρακτικά του Πανελλήνιου Επιστημονικού Συνεδρίου Τα Έργα Τέχνης και ο Τόπος τους, Τομέας Φιλοσοφίας, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Ιωάννινα, 125-132.

 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Ένας Πανηγυρικός της «Ημέρας των Γραμμάτων» στην αγορά των Χρηματικών Ενταλμάτων

Τα "μυστήρια" του πολλαπλού βιβλίου

ΑΣΚΗΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΑΣΚΗΣΗ ΒΙΑΣ ΣΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ Η «βία» του λόγου για τη βία στο σχολείο