ΠΩΣ ΚΑΙ ΟΙ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ ΕΙΝΑΙ ΠΙΟ ΣΗΜΑΝΤΙΚΕΣ ΑΠΟ ΤΑ ΣΧΟΛΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ

 

ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ ΕΠΙΛΟΓΗΣ:

ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΗ ΕΝΟΡΧΗΣΤΡΩΣΗ, ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΑ,ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΠΙΛΟΓΗΚΑΙ ΑΠΟΚΛΕΙΣΜΟΣ

Γιώργος Μαυρογιώργος

(Απ το εξαντλημένο βιβλίο μου «Εκπαιδευτικοί και Αξιολόγηση», Σύγχρονη Εκπαίδευση,1993)

 

Ι. Η ιδεολογική ενορχήστρωση

 

Η ελληνική εκπαίδευση, έτσι όπως προβάλλεται από τον ελληνικό αστικό τύπο, φαίνεται να παρουσιάζει συμπτώματα εποχιακού «αλλεργικού πυρετού» από το Μάιο μέχρι το Σεπτέμβριο, κάθε χρόνο. Το σύνδρομο των εισαγωγικών/πανελλαδικών Εξετάσεων στο προσκήνιο και ο αστικός τύπος «συμμεριζόμενος, όπως πάντα, την αγωνία των υποψηφίων που δί­νουν τη μάχη τους να μπουν στα ΑΕΙ... δίνει καθημερινά μια μοναδική μάχη πληροφόρησης» (Ελεύθερος Τύπος, 12.6.85). Εκατόν πενήντα περίπου χιλιάδες υποψήφιοι «παίρνουν θέση στο... βατήρα». Πολλα­πλάσιοι οι γονείς και οι συγγενείς που συμμερίζονται την αγωνία και το άγχος τους από το Μάιο που εξαγγέλλονται οι ημερομηνίες μέχρι το Σεπτέμβριο που ανακοινώνονται οι πίνακες επιτυχόντων (τυχερών) και αποτυχόντων (άτυχων). Από το Σεπτέμβριο κι ύστερα, οι «τυχε­ροί» στα Πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ (το πρόβλημα της ανεργίας γι’ αυ­τούς αντιμετωπίζεται προσωρινά) και οι «άτυχοι» στα φροντιστήρια, στην υποαπασχόληση και στην ανεργία.

Τον αγώνα εισαγωγής διευθύνει ως «ουδέτερος» διαιτητής το αστι­κό κράτος με τα «μηνύματά» του, τις «παραινέσεις» του και τα συγκε­κριμένα μέτρα που παίρνει για την «αδιάβλητη διεξαγωγή» των εξετά­σεων. Το παιγνίδι της εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση έχει παιχθεί, βέβαια, πολύ πιο πριν στο σχολείο με τους ταξικούς όρους που το προσδιορίζουν. Ο τελικός αγώνας είναι τελετουργική παρά­σταση, αλλά το κράτος για να εξασφαλίσει τη νομιμοποίηση των απο­τελεσμάτων εξαντλεί το οπλοστάσιο της κυρίαρχης ιδεολογίας. Κεντρι­κός άξονας είναι η εξασφάλιση της «θετικής συμπαράστασης όλης της κοινής γνώμης» και «η συμβολή του Τύπου ώστε να ενισχυθούν οι νέοι στην προσπάθειά τους και να παραμείνουν απερίσπαστοι (sic) στο δύ­σκολο αλλά αναγκαίο αγώνα τους» (Μήνυμα Α. Κακλαμάνη, Το Βήμα, 9.6.85). Αν η κοινή γνώμη, οι υποψήφιοι και ο τύπος δε συναινέ­σουν, αυτό οφείλεται σε σύγχυση, αδικαιολόγητη άγνοια των υποψή­φιων, κιτρινισμό του τύπου που αναγορεύει τα φροντιστήρια σε υπέρ­τατους κριτές του εκπαιδευτικού συστήματος (:ο τύπος έχει εγκρίνει την άδεια λειτουργίας τους!) κ.ά. Ο συναγερμός είναι ιδεολογικός και έχει βασικό στόχο την απόκρυψη των πραγματικών κοινωνικών παρα­μέτρων των εξετάσεων, τη συγκάλυψη και τη νομιμοποίηση της κοινω­νικής επιλογής. Ο αστικός τύπος, παρά τις επικρίσεις επίσημων κυ­βερνητικών φορέων, προσφέρει αμέριστη τη συνδρομή του˙ οι υποψή­φιοι και οι γονείς εκβιάζονται ιδεολογικά να δεχτούν τα αποτελέσμα­τα ως «φυσιολογικά», «ουδέτερα» και «αντικειμενικά».

Θα δανειστούμε αποσπάσματα από τον αστικό τύπο του θέρους του 1985 για να δείξουμε τον ιδεολογικό χαρακτήρα αυτού του «πυρετού», μέσα από τον οποίο επιδιώκεται η νομιμοποίηση και της παρέμβασης του κράτους και των αποτελεσμάτων των εξετάσεων. Όπως είναι φα­νερό, το όλο ζήτημα είναι πολύπλοκο και τεράστιο γι’ αυτό θα περιο­ριστούμε σε καίριες επισημάνσεις, όπως τις κυβερνητικές εξαγγελίες, τα ειδικά μέτρα που παίρνονται και τη συμμαχία του αστικού τύπου.

 

 

Υπουργικές παραινέσεις

Το «μήνυμα Κακλαμάνη» για τις εξετάσεις του 1985, οι παραινέσεις του γενικού γραμματέα του Υπουργείου Παιδείας και οι άλλες δηλώ­σεις τους είναι ντοκουμέντα που εκφράζουν την κυρίαρχη αστική ιδεο­λογία για το ρόλο των εξετάσεων. Έτσι π.χ. δηλώνεται η «συμπαρά­σταση και κατανόηση, σε όλους (sic) τους υποψήφιους», υπογραμμίζε­ται η αύξηση του αριθμού των εισακτέων, ο εκσυγχρονισμός των προ­γραμμάτων και η προετοιμασία στα μεταλυκειακά προπαρασκευαστι­κά κέντρα με τα οποία «δίνεται στους υποψήφιους η δυνατότητα κα­λύτερης προπαρασκευής χωρίς την ανάγκη (sic) προσφυγής σε φροντι­στήρια» κ.ά. Τονίζεται ιδιαίτερα ότι το Υπουργείο έχει πάρει όλα τα μέτρα για την αντιμετώπιση της ανισότητας και της αδικίας στην επι­λογή. Η ανισότητα αντιμετωπίζεται με τη βαθμολόγηση των γραπτών, την αδιάβλητη διεξαγωγή των εξετάσεων, την εμπιστοσύνη στα μέλη της ΚΕΓΕ, την εμπιστοσύνη στους επιτηρητές και την αμερόληπτη και δίκαιη κρίση των βαθμολογητών. Ο μεγάλος κίνδυνος της διαρροής των θεμάτων έχει εκλείψει μαζί με το άγχος και την αγωνία των προη­γούμενων υπουργών που δεν είχαν ή δε θέλησαν να χρησιμοποιήσουν προηγμένη τεχνολογία τηλεομοιοτυπίας. Ο γενικός γραμματέας του Υ­πουργείου θα πει: «την επιτυχή διεξαγωγή των εξετάσεων τη διασφα­λίζουν κυρίως τα πρόσωπα της ΚΕΓΕ και τα τεχνολογικά μέσα» (Το Έθνος της Κυριακής, 9.6.85).

Όλα τα παραπάνω ιδεολογήματα δεν είναι αρκετά και γι’ αυτό η σχετική ρητορική εμπλουτίζεται και με στοιχεία ψυχολογισμού. Έτσι π.χ. ο γενικός γραμματέας θα κάνει την ευχή:«όλα (sic) τα παιδιά να μπορέσουν να δείξουν τις ικανότητές τους» και τη σύσταση «Να μη πανικοβάλλονται και να έχουν αυτοπεποίθηση. Να επιστρατεύσουν όλη την προσοχή και την αισιοδοξία τους. Δεν έχουν τίποτα να φοβη­θούν... Οι συνθήκες είναι πλήρως ελεγχόμενες» (Έθνος της Κυριακής, 9.6.85). Μετά από όλα αυτά στοιχειοθετείται η ιδεολογική κατακλείδα πως «κάθε υποψήφιος ανάλογα με την επιμέλειά του, την κλίση και τις επιθυμίες του, μπορεί να διαγωνιστεί για την εισαγωγή του στην τριτοβάθμια εκπαίδευση με ίσους όρους και με διαφανείς αξιοκρατι­κές διαδικασίες» (Α. Κακλαμάνης, Το Βήμα, 9.6.85. υπογραμμίσεις δικές μας).

Η φανταστική ανάπλαση της πραγματικότητας έχει γίνει και η ιδεο­λογική συγκάλυψη έχει σκηνοθετηθεί: η κοινωνική ανισότητα αντιμε­τωπίζεται με την τεχνολογία και την εμπιστοσύνη σε πρόσωπα˙ το σχο­λείο προσφέρει ίσους όρους σε όλους˙ η επιτυχία οφείλεται στη μελέτη, την προσοχή, την αυτοπεποίθηση, την αισιοδοξία˙ η αποτυχία οφείλε­ται στην άγνοια, την αδιαφορία, τον πανικό, το φόβο κ.ά. Η αξιοκρα­τία είναι αποτέλεσμα διαφάνειας και οι Γενικές Εξετάσεις είναι κοι­νωνικά «ουδέτερες»˙ το σχολείο γίνεται αταξικό χάρη στη συμπαρά­σταση και την κατανόηση του κράτους.

 

Τα μέτρα και ο αστικός τύπος

Οι νουθεσίες, οι ευχές, τα μηνύματα και οι δηλώσεις των αρμοδίων δεν είναι ικανές προϋποθέσεις για τη νομιμοποίηση και την αποδοχή των αποτελεσμάτων της τελικής ιεράρχησης, κατάταξης και επιλογής των υποψηφίων, χωρίς τη λήψη συγκεκριμένων μέτρων. Εδώ ιδιαίτερα σημαντική είναι η συμβολή του αστικού τύπου με τα ρεπορτάζ, τα σχόλια, την άκριτη καταχώρηση των δηλώσεων των υπεύθυνων του Υ­πουργείου, τους τίτλους, τους υπότιτλους κ.ά. Θα περιοριστούμε σε χαρακτηριστικές περιπτώσεις που συνιστούν αυτό που ονομάζουμε «άσκηση ιδεολογικής βίας».

Καθώς πλησιάζουν οι ημερομηνίες έναρξης των εξετάσεων ο ανα­γνώστης «διαβάζει»: «πέτυχε απόλυτα η πρόβα τζενεράλε... για τη γρήγορη και αδιάβλητη μετάδοση των θεμάτων»˙ «ετοιμότητα σε... ξη­ρά, αέρα και θάλασσα»˙ «αεροπλάνα, ελικόπτερα, περιπολικά και τα­χύπλοα σε επιφυλακή». Άλλοτε ο τύπος γράφει: «ολόκληρος ο κρατι­κός μηχανισμός στο πλευρό των μαθητών για να διασφαλίσει τη σωστή διενέργεια των εξετάσεων». Οι περιγραφές που συνήθως ακολουθούν τους παραπάνω τίτλους ή υπότιτλους είναι πιο αποκαλυπτικές. Έτσι, «διαβάζουμε» πως «ο συναγερμός για τις Γενικές Εξετάσεις έχει ήδη σημάνει. Το Υπουργείο Παιδείας, ο Στρατός, η Αστυνομία, η Ολυμ­πιακή, ο ΟΤΕ, η ΔΕΗ και η ΚΥΠ ακόμη, βρίσκονται σε θέση μάχης».  Άλλοτε με κάποιες παραλλαγές: «Στο πλευρό των υποψηφίων, για την περίπτωση που θα παρουσιαστούν προβλήματα στη μετάδοση των θε­μάτων, βρίσκονται επτά ελικόπτερα, ένα αεροσκάφος, τρία ταχύπλοα σκάφη, η ΕΡΤ, η Άμεσος Δράση και βεβαίως ο ΟΤΕ». η όλη εικόνα συμπληρώνεται με αναλύσεις, όπως: «για την περιφρούρηση της όλης διαδικασίας είχαν ληφθεί αυστηρά μέτρα, ενώ ραδιογωνιόμετρα του ΟΤΕ περιπολούν σε όλη την Αττική για τον εντοπισμό όσων θα επιχει­ρούσαν να μεταδώσουν απαντήσεις με μικροπομπούς» κ.τ.ό. Ο ίδιος ο Υπουργός Παιδείας για να επιβεβαιώσει το προσωπικό του ενδια­φέρον και κατ’ επέκταση το ενδιαφέρον του κράτους «θα είναι στο πόδι» ενωρίς το πρωί, πολύ πιο πριν κι απ’ τους γονείς και τους υπο­ψήφιους... Όσο για τα μέλη της ΚΕΓΕ βρίσκονται κάτω από αυστηρή περιφρούρηση στο Υπουργείο Παιδείας από τις 2 τα μεσάνυχτα...

Όπως γίνεται φανερό, το παραπάνω ρεπορτάζ και οι αναλύσεις του αστικού τύπου ενορχηστρώνονται γύρω από τον άξονα της κυ­ρίαρχης ιδεολογίας για το κράτος και τις εξετάσεις. Έτσι, το κράτος δε δηλώνει απλώς, αλλά εμπράκτως εκδηλώνει το αμέριστο ενδιαφέρον για όλους τους υποψήφιους˙ ολόκληρος ο κρατικός μηχανισμός είναι στο πλευρό όλων των μαθητών για την αδιάβλητη διεξαγωγή των εξε­τάσεων και την αντικειμενική και ουδέτερη επιλογή των υποψηφίων. Το «κράτος πρόνοιας» και το «κράτος δικαίου» διεκδικεί τη συναίνεση όλων των πολιτών, καθώς προβάλλεται ως ουδέτερος μεσολαβητής. Η κοινωνική ανισότητα ή αδικία αντιμετωπίζεται με τα ραδιογωνιόμε­τρα, η γεωγραφική ανισότητα με ταχύπλοα σκάφη, το άγχος και η α­γωνία των υποψήφιων με την τεχνολογία της τηλεομοιοτυπίας κ.ά. Η γενική κρατική επιφυλακή, ο γενικός συναγερμός όλων των κατασταλ­τικών κρατικών μηχανισμών και διάφορων κοινωνικών οργανισμών, όπως προβάλλονται από τον αστικό τύπο, ασκούν την απαραίτητη «ι­δεολογική βία» για την τελετουργική επισφράγιση της κοινωνικής επι­λογής που έχει τις ρίζες της στις ίδιες τις δομές της ελληνικής κοινω­νίας.

Όταν ανακοινωθούν τα αποτελέσματα, ο αστικός τύπος θα δώσει συνέχεια στην ιδεολογική αυτή ενορχήστρωση προβάλλοντας με τίτ­λους ή υπότιτλους ζητήματα όπως «πανελλήνια σφαγή», «οι μαθητές κάνουν την αυτοκριτική τους», «απέτυχα γιατί δε διάβασα όσο έπρε­πε», «έπεσαν οι βάσεις» (: της βαθμολογίας!), «Πρώτη η Χίος στις εξε­τάσεις», «Η Αριστέα με τα 16 άριστα... είναι Αιγόκερως, φιλόδοξη και πολύ εγωίστρια», κ.τ.ό.

Όπως κάθε χρόνο, έτσι κι εφέτος τα μηνύματα, οι ευχές, τα μέτρα, η κοινή γνώμη, οι υποψήφιοι, θα ενορχηστρωθούν στην παράσταση της ιδεολογικής συγκάλυψης και της ιδεολογικής βίας. Οι διαμαρτυ­ρίες που θα διατυπωθούν στον αστικό τύπο δε θα αφορούν την ίδια την κοινωνία και τον αναπαραγωγικό ρόλο των εξετάσεων και του σχολείου, όσο τη δυσκολία ή την ευκολία των θεμάτων, την καθυστέ­ρηση στη μετάδοσή τους κ.τ.ό. Πολλοί υποψήφιοι που θα ερωτηθούν θα απαντήσουν πως «το σύστημα των εξετάσεων είναι αντικειμενικό και αδιάβλητο».

 

 

Φροντιστηριακό Ιδεολογικό Επιμύθιο

Όπως κάθε χρόνο, έτσι κι εφέτος οι δηλώσεις των υπεύθυνων του υπουργείου παιδείας, οι εκτιμήσεις του αστικού τύπου και οι απόψεις επώνυμων καθηγητών-φροντιστών ή μεγάλων φροντιστηριακών οργα­νισμών θα ενορχηστρώσουν τον πανηγυρικό έναρξης και λήξης της τελετουργίας των εξετάσεων. Αρχίσαμε τις επισημάνσεις με αναφορά στις δηλώσεις των αρμόδιων φορέων του Υπουργείου Παιδείας. Θα κλείσουμε με αποσπάσματα από τα «προλεγόμενα... και επιλεγόμενα» του Α. Βαρνακιώτη (φροντιστή-καθηγητή) (στον Ελεύθερο Τύπου, 14.6.85):

...β) προς γονείς και κηδεμόνες: Ξέρω και σεις αγωνιστήκατε, κουρα­στήκατε φτιάξατε κάποια όνειρα και μπορεί να δημιουργήθηκαν ακόμη και οικογενειακά προβλήματα.

Όμως μη μεγενθύνετε το πρόβλημα με τη στάση σας. Σκεφτείτε ότι όλα τα παιδιά έχουν κάποιους γονείς που θέλουν κι αυτοί να περάσουν τα δικά τους. Σκεφτείτε ότι παντού υπάρχουν διαγωνισμοί. Σκεφτείτε ότι παντού υπάρχουν διαγωνισμοί. Σκεφτείτε ότι υπάρχουν ακόμη και διαγωνισμοί πτυχιούχων για να μπουν σε μια θέση. Λίγους μήνες πριν σε διαγωνισμό μιας τράπεζας ήταν 50.000 υποψήφιοι για να μπουν 1.500. Ας μην τραγικοποιούμε περισσότερο τα πράγματα. Τα γράφω αυ­τά γιατί μπορεί να κάνατε κάποια υπομονή -όπως συνηθίζεται να λέγε­ται- όσο καιρό διάβαζαν τα παιδιά σας και τώρα να αρχίσετε τις φωνές και προς αυτά. Κι επειδή μέχρι που να βγουν τα αποτελέσματα είναι μια επικίνδυνη ψυχολογική περίοδος αναμονής, συνιστώ σαν δάσκαλός τους: Ψυχραιμία. Ασχοληθείτε με κάτι άλλο. Αρκεί που ο καθένας μας έκανε το καθήκον του.

γ) Προς υποψήφιους τώρα: Φίλοι μου, το άγχος σας τέλειωσε. Ο α­γώνας έληξε. Χωρίς να αυξάνετε τη λύπη ή την αγωνία σας, ώσπου να βγουν τα αποτελέσματα, προσπαθήστε να ασχοληθείτε λίγο με τη σωμα­τική και ψυχική σας υγεία που σίγουρα ταράχτηκε. Κάποιοι άνθρωποι, ευσυνείδητοι, κουράζονται τώρα μέσα στη ζέστη του καλοκαιριού για να βγάλουν τα δικά σας αποτελέσματα. Με σκεπασμένο το όνομά σας και βαθιά τη συναίσθηση του χρέους που επιτελούν, μοχθούν με γνώμο­να τη δικαιοσύνη...

Σας ευχαριστώ όλους όσους είχατε την καλή διάθεση να με διαβάσετε όλους αυτούς τους μήνες και σας εύχομαι η τύχη να είναι μαζί σας.

       Υπουργείο Παιδείας, αστικός τύπος και φροντιστήρια συνυπάρ­χουν σε μια αρμονική αστική ιδεολογική ενορχήστρωση. Το ζητούμενο είναι η αναπαραγωγή, η διαιώνιση και η νομιμοποίηση του status quo. Η ιδεολογική ενορχήστρωση, η άσκηση ιδεολογικής βίας και η φαντα­στική ανάπλαση της κοινωνικής πραγματικότητας είναι απαραίτητες προϋποθέσεις σε μια ταξική κοινωνία. Όταν τα ζητήματα τεχνολο­γίας, αποτελεσματικότητας αστυνόμευσης, «συμπαράστασης» κ.ά. πα­ραχωρήσουν τη θέση τους σε θέματα κοινωνικών παραμέτρων, όπως ανισότητα, κοινωνικό έλεγχο, ταξικό χαρακτήρα της γνώσης, κοινωνι­κή αλλαγή, τότε μόνο θα έχουμε διαμορφώσει την ημερήσια διάταξη των θεμάτων που προσφέρονται για/και απαιτούν τις αγωνιστικές κι­νητοποιήσεις των καταπιεσμένων κοινωνικών στρωμάτων για σοσιαλι­στικό μετασχηματισμό. Μη περιμένουμε να συνταχτεί μια τέτοια ημε­ρήσια διάταξη από το αστικό κράτος και τον αστικό τύπο...

 

 

Η τελετουργία διεξαγωγής των εξετάσεων επιλογής

Η κατάργηση των διάφορων πρoαγωγικών και εισαγωγικών εξετά­σεων στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση και η μετάθε­ση των εξετάσεων εισαγωγής για τα ΑΕΙ στο τέλος του λυκείου, ουσια­στικά, συνιστούν ένα είδος μεταφοράς της τελετουργίας της επιλογής στο τέλος της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Η κοινωνική επιλογή έχει ήδη προδιαγραφεί και συντελεστεί στο δημοτικό, στο γυμνάσιο και στο λύκειο. Απομένει η τελετουργία νομιμοποίησης της κοινωνικής ε­πιλογής. Οι εκπαιδευτικές τελετουργίες μπορούν να θεωρηθούν ως διαδικασίες με πολιτικο-ιδεολογικό χαρακτήρα˙ βασική λειτουργία τους είναι να πείσουν τους άμεσα ή έμμεσα ενδιαφερόμενους φορείς να δέχονται και να υποστηρίζουν την ισχύουσα εκπαιδευτική και κοι­νωνική κατάσταση. Με αυτόν τον τρόπο, επιτυγχάνεται η νομιμοποίηση του συστήματος άνισης κατανομής προνομίων και διαχείρισης των κοινωνικών αντιθέσεων.

Στην περίπτωση των εξετάσεων εισαγωγής για την τριτοβάθμια εκ­παίδευση μπορούμε να πούμε ότι έχουμε μια τελετουργία νομιμοποίη­σης με διπλό και αντιφατικό ρόλο: α) την ομοιογενοποίηση, την ομοιο­μορφία, την τυποποίηση της εκπαιδευτικής διαδικασίας (γνώσης, μα­θητών, εκπαιδευτικών, δραστηριοτήτων κ.ά.)  και β) τη διάκριση της εκ­παιδευτικής διαδικασίας (γνώσης, μαθητών, εκπαιδευτικών κ.ά.). Οι προδιαγραφές των εξετάσεων, η προετοιμασία γι’ αυτές, η συμμετοχή σ’ αυτές, η διεξαγωγή τους και η ανακοίνωση των αποτελεσμάτων εμ­περιέχουν χαρακτηριστικά της διπλής και αντιφατικής αυτής λειτουρ­γίας: της ομοιομορφίας (: ισότητας ευκαιριών) και της διάκρισης (: α­ξιοκρατικής επιλογής). Έτσι π.χ. όλοι οι μαθητές απόφοιτοι διάφο­ρων λυκείων εξομοιώνονται ως προς τη δυνατότητα συμμετοχής τους, αλλά ταυτόχρονα διακρίνονται σε «κοινωνικές κατηγορίες» ως προς τις δέσμες, τις σχολές της δέσμης, την εισαγωγή ή τον αποκλεισμό. Ο διπλός αυτός αντιφατικός ρόλος της τελετουργίας των εισαγωγικών ε­ξετάσεων παρουσιάζει σημαντικές προεκτάσεις για την εκπαιδευτική διαδικασία του λυκείου που προηγείται, ως ένα είδος προετοιμασίας, για τη συμμετοχή στο τελετουργικό.  Συνεπώς, ο νομιμοποιητικός χαρα­κτήρας που έχει η τελετουργία των εξετάσεων συνδέεται με την άσκη­ση συγκεκριμένου κοινωνικού ελέγχου στην ίδια την εκπαιδευτική δια­δικασία του λυκείου.

             Η όλη τελετουργία της διεξαγωγής των εισαγωγικών εξετάσεων δεν περιορίζεται μόνο σε μία κοινωνική κατηγορία μαθητών. Από αυτή την άποψη οι εισαγωγικές εξετάσεις εμπεριέχουν μια πολιτική προέ­κταση με το να αποκρύπτουν τον ταξικό ανταγωνισμό. Κατά τη διεξα­γωγή των εξετάσεων οι κοινωνικές τάξεις μετατρέπονται σε άτομα, κα­θώς όλοι οι υποψήφιοι είναι ίσοι μπροστά στις εξετάσεις, όπως ακρι­βώς «όλοι οι πολίτες είναι ίσοι μπροστά στο νόμο». Έτσι, πολιτικά ζητήματα μεταμφιέζονται σε ψυχολογικά θέματα ικανότητας και ευφυΐας ή τεχνικά ζητήματα προσόντων. Η προετοιμασία και η συμμετο­χή στη διεξαγωγή των εξετάσεων έχουν και συγκεκριμένες ιδεολογικές προεκτάσεις για τους υποψήφιους, καθώς ασκούν σημαντική επίδραση στη διαδικασία διαμόρφωσης της υποκειμενικής τους συνείδησης. Η επιτυχία και η εισαγωγή στα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα δεν εξα­σφαλίζει μόνο την πρόσβαση σε ανώτερες βαθμίδες εκπαίδευσης, αλλά ενισχύει την αυτο-αντίληψη και την κοινωνική υπόληψη των επιτυχόν­των. Οι εισαγωγικές εξετάσεις, δηλαδή, προσφέρουν επικύρωση και συ­νοχή σε κατηγορίες επιτυχίας και αποτυχίας. Κάτω από αυτές τις προϋποθέσεις, οι εισαγωγικές εξετάσεις αποκτούν τα χαρακτηριστικά τελετών μετάβασης (rites de passage) στη διαδικασία κοινωνικής κινη­τικότητας.

Η έννοια των «τελετών μετάβασης» μας βοηθάει να αναλύσουμε τους τρόπους με τους οποίους κρίσιμες φάσεις της ζωής προσδιορίζον­ται κοινωνικοπολιτικά. Ως κρίσιμες φάσεις ορίζονται εκείνες που ση­ματοδοτούν τη μετάβαση από μία κοινωνική κατάσταση σε άλλη, και ως τέτοιες, επικυρώνονται με τελετουργίες. Εννοείται ότι στην περί­πτωση αυτή μας ενδιαφέρουν οι τελετουργίες έξω από τα κλασικά πλαίσια των μαγικοθρησκευτικών καταστάσεων. Η επιλογή μας να α­σχοληθούμε με τις εισαγωγικές εξετάσεις ως τελετουργίες αντλεί τις θεωρητικές οροθετήσεις από τις σχετικές αναλύσεις για την αναπαρα­γωγική και νομιμοποιητική λειτουργία της εκπαίδευσης.

Κατ’ αρχήν, τα σχολεία είναι θεσμοί εμποτισμένοι και πολύ πλού­σιοι σε τελετουργίες. Τα τελετουργικά στοιχεία παίζουν πολύ σημαντι­κό ρόλο στην παιδαγωγική συνάντηση, το περιεχόμενο της σχολικής ζωής, τη διδασκαλία, την αξιολόγηση κ.ά. Ωστόσο, δεν εννοούμε μόνο τις τελετουργίες της πρωινής προσευχής, της πρωινής παράταξης των μαθητών, των σχολικών εορτών κ.τ.ό. Η εκπαιδευτική διαδικασία εί­ναι δυνατό να προσεγγισθεί ως τελετουργική παράσταση που συμβολι­κά εκφράζει συγκεκριμένες κοινωνικές και πολιτικές αξίες και αντι­λήψεις και, ως τέτοια, όχι μόνο αντανακλά, αλλά και δομεί την εκπαι­δευτική και ευρύτερα την κοινωνική πραγματικότητα. Μέσα από τις διδακτικές και εξεταστικές τελετουργίες της εκπαιδευτικής διαδικα­σίας οι μαθητές εκτίθενται σε κανονιστικές συμπεριφορές και διαμορ­φώνουν κυρίαρχα επιστημολογικά πλαίσια γνώσης και αντιλαμβάνον­ται τον κόσμο με συγκεκριμένους τρόπους. Βέβαια, οι όποιες εκπαι­δευτικές τελετουργίες δημιουργούν σημασίες και νοήματα στους μαθη­τές, κάτω από συγκεκριμένους υλικούς και ιδεολογικούς όρους. Οι τελετουργίες έχουν κοινωνικό και πολιτικό χαρακτήρα και δεν είναι δυνατό να κατανοηθούν έξω από τους ταξικούς και πολιτισμικούς προσδιορισμούς των υποκειμένων που συμμετέχουν σ’ αυτές.

Στη σχετική βιβλιογραφία δε βρίσκουμε πολλές συστηματικές έρευ­νες και μελέτες για τις τελετουργίες στην εκπαίδευση. Οι περισσότερες από τις μελέτες που έχουν γίνει, εξάλλου, υιοθετούν δομολειτουργικές θεωρητικές αφετηρίες παραγνωρίζοντας τόσο τις αντιφάσεις που οι τελετουργίες εμπεριέχουν, όσο και τις διάφορες μορφές ρήξης ή αντί­στασης που εκδηλώνονται μέσα από το πλέγμα κοινωνικών ή πολιτι­σμικών αντιθέσεων (McLaren, Ρ., 1986). Υιοθετούμε ως αφετηρία την άποψη ότι το σχολείο είναι ένα πεδίο πάλης στο οποίο ορίζονται ση­μασίες και νομιμοποιούνται γνώσεις και στο οποίο γενικά διεξάγεται ιδεολογική και πολιτισμική πάλη με άνισους όρους και προϋποθέσεις. Αν δεχτούμε αυτή την άποψη, τότε αποκτάει προτεραιότητα και ι­διαίτερη σημασία η διερεύνηση των σχέσεων ανάμεσα στις εκπαιδευτι­κές τελετουργίες και στους τρόπους με τους οποίους η ανισότητα ανα­παράγεται και ιδεολογικά νομιμοποιείται στο σχολείο. Ο AppIe, Μ. (1978) είχε θέσει ως σημαντικό ερευνητικό ερώτημα τη διερεύνηση του πώς οι ρουτίνες και οι τελετουργίες στις αίθουσες διδασκαλίας επη­ρεάζουν την κοινωνική λειτουργία του σχολείου ως κοινωνικού και οι­κονομικού θεσμού. Η R. Sharp (1980) έχει υποστηρίξει ότι οποιαδήπο­τε ανάλυση που παραγνωρίζει τα στοιχεία της ιδεολογίας που ενσωμα­τώνονται σε κοινωνικές ρουτίνες και τελετουργίες σε όλα τα επίπεδα της κοινωνικής δράσης είναι ελλειμματική. Όπως χαρακτηριστικά γράφει, η κατανόηση της αστικής ιδεολογίας απαιτεί «τη διερεύνηση των διάφορων μορφών αυτοαναπαράστασης μέσα από τις τελετουρ­γίες, τις πρακτικές και τους μύθους που διαποτίζουν την καθημερινή δράση» (Sharp, R., ό.π.: 108) για να συμπληρώσει πως οι όποιες ανα­παραστάσεις και αντιλήψεις για τον άνθρωπο και την κοινωνία «δεν αποθηκεύονται απλώς ως αφηρημένες ιδέες στο κεφάλι, αλλά υλοποι­ούνται σε κοινωνικές πρακτικές και τελετουργίες που έχουν ερμηνευτι­κή δύναμη» (ό.π.: 109). Ήδη πολύ νωρίτερα ο Β. Bemstein (1966), παρόλο που συμπεριλάμβανε τις ρουτίνες και τις τελετουργίες στους «εργαλειακούς» και «εκφραστικούς» τομείς της σχολικής κουλτούρας, θεωρούσε ότι η βασική τους κοινωνική λειτουργία ήταν η άσκηση κοινωνικού ελέγχου.

Στην περίπτωση των εισαγωγικών εξετάσεων μπορούμε να υποστη­ρίξουμε ότι η διεξαγωγή τους γίνεται υπόθεση τελετουργίας με προσ­διοριστικές μεταβλητές το φορμαλισμό και την τυπικότητα, την κανο­νικότητα, την επανάληψη, τη σταθερότητα της μορφής, την ομοιομορ­φία, το πρωτόκολλο, τη λειτουργική αποτελεσματικότητα, την αυστη­ρότητα κ.τ.ό. Με άλλα λόγια, η τελετουργία των εισαγωγικών εξετά­σεων είναι η πολιτική της βεβαιότητας, της εμπιστοσύνης, της επιβε­βαίωσης και της επικύρωσης, μια πολιτική ρύθμισης και ελέγχου για την εξασφάλιση της διαφάνειας αλλά και του  απόρρητου. μια πολιτική που επιδιώκει υψηλούς βαθμούς αποδοχής και συναίνεσης. Aυτό, σε τελευταία ανάλυση, σημαίνει ότι η τελετουργία των εισαγωγικών εξε­τάσεων προσφέρεται για την αντικειμενικοποίηση της διεξαγωγής τους και κατ’ επέκταση για την αποδοχή της επιτυχίας, της αποτυχίας, της επιλογής, του αποκλεισμού. Καθώς έχουν επικυρωτικό και νομιμο­ποιητικό χαρακτήρα οι εισαγωγικές εξετάσεις απαιτείται να έχουν και υψηλούς βαθμούς «δημόσιας» εγκυρότητας και αξιοπιστίας, αν σκε­φτούμε ότι τα δύο-τρίτα των υποψηφίων που αποκλείονται κάθε φορά πρέπει να αποδέχονται την αποτυχία τους. Η σπουδαιότητα των εξε­τάσεων, από αυτή την άποψη, έγκειται όχι τόσο στο ότι είναι ένας α­ποτελεσματικός θεσμός επιλογής των μαθητών-υποψηφίων, όσο στο ότι προσφέρονται για την αποτελεσματική συγκάλυψη των διαφόρων μορφών κοινωνικής μεροληψίας (προέλευση, φύλο, διαμονή κ.ά.) με πρόσχημα τις αρχές των ίσων ευκαιριών συμμετοχής και της αξιοκρα­τικής επιλογής.

Ο αποκλεισμός μεγάλου αριθμού υποψηφίων, καθώς νομιμοποιεί­ται με την τελετουργία της διεξαγωγής των εισαγωγικών εξετάσεων, αποκτάει τα προσδιοριστικά στοιχεία ενός εξαγνισμού και καθαρμού: το εκπαιδευτικό σύστημα αποβάλλει τους ανεπιθύμητους. Η αποτυχία των «κακών» μαθητών λειτουργεί ως ένα είδος «θυσίας» και εξιλασμού για το καλό του εκπαιδευτικού συστήματος. Δεν είναι μόνο πως ορι­σμένοι μαθητές «σφαγιάζονται», αλλά και ενοχοποιούνται για τον απο­κλεισμό τους, την αποτυχία τους. Πρόκειται για ένα από τα βασικά σενάρια της απολογητικής του αστικού σχολείου: η ακαδημαϊκή απο­τυχία αποδίδεται αποκλειστικά στις ατομικές ανεπάρκειες και ελλεί­ψεις αυτών που αποτυγχάνουν. Η «θυσιαστική» και «σφαγιαστική» πλευρά των εξετάσεων επιλογής προβάλλεται ως ένα είδος «εμβολια­σμού» και «κάθαρσης» κατά της αδιαφορίας, της τεμπελιάς, της «ήσ­σονος προσπάθειας», κατά της κρίσης στην εκπαίδευση. Αυτή είναι και η λογική που υποβαστάζει την επαναφορά εξετάσεων που έχουν καταργηθεί ή την καθιέρωση νέων. Το εκπαιδευτικό σύστημα, όταν δεν αποβάλλει ή δεν αποκλείει έγκαιρα τους μέτριους μαθητές, σύμ­φωνα με αυτή τη λογική, αντιμετωπίζει προβλήματα που συνδέονται με αυτό που ονομάζεται «πτώση» επιπέδου σπουδών.

Η διεξαγωγή των εξετάσεων εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευ­ση έχει πολλά τελετουργικά στοιχεία. Έτσι π.χ. οι εξετάσεις γίνονται σε ειδικούς προκαθορισμένους χώρους και σε προσδιορισμένη ημερομηνία και ώρα. οι υποψήφιοι γράφουν σε ειδικά τετράδια μετά από ειδική προσωπική προετοιμασία, υπάρχουν επιτηρητές της «τάξης» σε μια ατμόσφαιρα απρόσωπης σχέσης, μυστικότητας, απορρήτου, τυπο­ποίησης και ομοιογενοποίησης κ.τ.ό. Η διαδικασία διεξαγωγής τους επικυρώνει ό,τι έχει προηγηθεί στην προηγούμενη μαθητική ζωή και υποδηλώνει, για όσους συμμετέχουν, την ολοκλήρωση της προηγούμε­νης σχολικής βαθμίδας. Η συμμετοχή τους σ’ αυτές έχει το νόημα ότι οι υποψήφιοι καλούνται να αποδείξουν πως είναι έτοιμοι με τη μελέτη τους να ενταχθούν στην ομάδα αυτών που επιλέγονται για την επόμενη .εκπαιδευτική βαθμίδα.

Όπως γίνεται αντιληπτό, η οργάνωση και η διεξαγωγή των εξετά­σεων εισαγωγής, τα κριτήρια, οι όροι, οι απαιτήσεις, η προετοιμασία κ.τ.ό. συγκροτούν ένα πλαίσιο κοινωνικοποίησης που ασκεί και εξα­σκεί τους μαθητές ώστε να δέχονται αξιολόγηση, επιβράβευση και έ­λεγχο από εξωτερικούς κριτές και αξιολογητές. Αυτή είναι, άλλωστε, η λογική που υποβαστάζει προτάσεις για έγκαιρη εξοικείωση των μα­θητών με τυπικές μορφές αξιολόγησης. Προτείνεται, δηλαδή, η καθιέ­ρωση διάφορων εξετάσεων πολύ ενωρίς στην εκπαίδευση, ώστε οι μα­θητές να είναι έτοιμοι μπροστά στις εξετάσεις εισαγωγής ή στις διάφο­ρες «εξετάσεις» της ζωής που είναι μάλιστα, όπως υποστηρίζεται, και πιο σκληρές. Κεντρικός άξονας της εξοικείωσης και της κοινωνικο­ποίησης των μαθητών στην αξιολόγηση είναι ότι η συμμετοχή σ’ αυτές, η επιτυχία και η αποτυχία προβάλλονται ως ατομική υπόθεση και ευ­θύνη. Αυτό αναδεικνύεται και εκδηλώνεται σαφέστατα στην τελετουρ­γία των εισαγωγικών εξετάσεων. Δραστηριότητες, διαδικασίες, αντι­κείμενα και πρόσωπα (μαθητές, επιτηρητές, βαθμολογητές, γονείς κ.ά.) εμπλέκονται και σε ένα συμβολισμό που εκφράζει συγκεκριμένες κοινωνικές και πολιτισμικές αξίες ως αντανάκλαση της κυρίαρχης κοι­νωνικής και πολιτικής λογικής: τον ατομικισμό και τον ανταγωνισμό, τα δομικά στοιχεία μιας κοινωνίας που προσδιορίζεται από όρους ά­νισης κατανομής προνομίων, πλούτου και εξουσίας. Τα ορατά, εργα­λειακά, τεχνικά και οργανωτικά στοιχεία της διεξαγωγής των εισαγω­γικών εξετάσεων αποκρύπτουν, ωστόσο, τη «γραμματική» της βαθιάς κοινωνικής δομής των ανισοτήτων μπροστά σ’ αυτές.

Θα προσπαθήσουμε να εξειδικεύσουμε τις παραπάνω επισημάνσεις επικεντρώνοντας τη σχετική ανάλυση σε δύο βασικές δραστηριότητες που συνδέονται με την τελετουργία των εισαγωγικών εξετάσεων: τη δήλωση συμμετοχής στις εξετάσεις και την επιτήρηση των υποψηφίων κατά τη διεξαγωγή των εξετάσεων.

Η δήλωση συμμετοχής:

Από την ελεύθερη συμμετοχή στα δεσμά της δέσμης

Κατά το Μάρτιο κάθε σχολικού έτους, οι υποψήφιοι για εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση καλούνται να συμπληρώσουν το «μηχα­νογραφικό δελτίο υποψηφίου». Το Υπουργείο Παιδείας με ειδικό συ­νοδευτικό έντυπο προσφέρει τις απαραίτητες οδηγίες για τη συμπλή­ρωσή του. Θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι η συμπλήρωση του μηχανογραφικού δελτίου υποδηλώνει την έναρξη της τελετουργίας των εισαγωγικών εξετάσεων με την απαραίτητη δήλωση συμμετοχής. Ό­πως συχνά υποστηρίζεται, η συμπλήρωση του δελτίου σηματοδοτεί μια μορφή «αντίστροφης μέτρησης», ενόψει των εξετάσεων που θα ακολου­θήσουν.                                                                                                                                                   

Το μηχανογραφικό δελτίο περιλαμβάνει μια μεγάλη σειρά κωδικών για το μαθητή, το λύκειο, τη διεύθυνση, τις σχολές και τα τμήματα κ.ά. Φαίνεται πως ιδιαίτερα σημαντική θέση για τη συμπλήρωση του δελτίου έχει η στήλη «Είμαι υποψήφιος της Δέσμης...» και η στήλη που προβλέπεται για τη δήλωση της «σειράς προτίμησης» (βλ. παράρ­τημα). Η συμπλήρωση του μηχανογραφικού δελτίου εμπεριέχει πράγ­ματι μια τεχνική, ορατή, γραφειοκρατική διάσταση. Tαυτόχρονα, ω­στόσο, η συμπλήρωση συνδηλώνει και μια σειρά συμβολικών και ιδεο­λογικών σημασιών που συνδέονται με την τελετουργική πλευρά των ε­ξετάσεων.

Όπως ήδη αναφέραμε, η διεξαγωγή των εξετάσεων δεν είναι παρά η επικύρωση μιας σιωπηλής κοινωνικής επιλογής που ως ένα μεγάλο βαθμό έχει συντελεστεί κατά τα δώδεκα χρόνια εκπαίδευσης που έ­χουν προηγηθεί. Το ίδιο ισχύει, ως ένα μεγάλο βαθμό, και στην περί­πτωση της συμπλήρωσης του μηχανογραφικού δελτίου συμμετοχής. Αν και συμπληρώνεται τυπικά στο τέλος της τρίτης τάξης του λυκείου, λί­γο πριν από τη διεξαγωγή των εξετάσεων, για την πλειοψηφία των υ­ποψηφίων ο προσανατολισμός και η επιλογή της δέσμης έχει γίνει πο­λύ νωρίτερα, ακόμα και από την πρώτη τάξη του λυκείου. Δηλαδή, η προοπτική της δέσμης, ως ένα μεγάλο βαθμό, επηρεάζει τη συνολική εκπαιδευτική διαδικασία του λυκείου με διαφορετικό, βέβαια, τρόπο για τις διαφορετικές κατηγορίες μαθητικού πληθυσμού. Με τη συμ­πλήρωση του δελτίου και την υπογραφή του γίνεται, ουσιαστικά, η τυ­πική επισφράγιση «αποφάσεων» που, ως ένα μεγάλο βαθμό, έχουν δρομολογηθεί ενωρίτερα. Αυτό, βέβαια, είναι κάτι που η ορατή και τεχνική διαδικασία της συμπλήρωσης το αποκρύπτει: αποκρύπτει δη­λαδή τη συγκεκριμένη μορφή κοινωνικού ελέγχου που ασκείται με τις δέσμες στο αναλυτικό πρόγραμμα του λυκείου, στους μαθητές και στους εκπαιδευτικούς.

Ωστόσο, η συμπλήρωση του μηχανογραφι­κού δελτίου είναι απαραίτητη και για άλλους λόγους. Με την υπογρα­φή του μηχανογραφικού δελτίου και της αίτησης συμμετοχής συμβολι­κά ενισχύεται η ιδεολογία της ελεύθερης συμμετοχής, της ελεύθερης ε­πιλογής δέσμης, της ατομικής προτίμησης, της κοινής αφετηρίας και του κοινού εισιτηρίου, της αυτοκατάταξης, της αξιοκρατίας και της αντικειμενικότητας. Πρόκειται, δηλαδή, για μια πράξη με την οποία συ­νυπογράφεται από όλους -και από αυτούς που θα επιτύχουν και από αυτούς που θα αποτύχουν- ο αποκλεισμός της πλειοψηφίας των υπο­ψηφίων μέσω συμμετοχής και μετά από ελεύθερη επιλογή. Η δήλωση συμμετοχής, ουσιαστικά, νομιμοποιεί την τυπική συμμετοχή πολλών υ­ποψηφίων που «ξέρουν» εκ των προτέρων ότι έχουν ελάχιστες προο­πτικές επιτυχίας. Συνυπογράφεται, επομένως, η ιδεολογική παραδοχή της ευθύνης του θύματος. Με αυτή την έννοια, η δήλωση συμμετοχής (:«Είμαι υποψήφιος της Δέσμης...») σημαίνει, ως ένα μεγάλο βαθμό, παραδοχή των «δεσμών» της δέσμης που δηλώνεται. Αν και η εκτέλεση και η συμμετοχή σε μια τελετουργική διαδικασία δε σημαίνει κατ’ ανάγκη και πίστη στις αξίες που συμβολίζονται, παρά ταύτα εκφράζει μια μορφή αποδοχής και υποχρέωσης.

Ένα μηχανογραφικό δελτίο και η συμπλήρωσή του μορφοποιεί την υποκειμενικότητα του μαθητή κάτω από συγκεκριμένους θεσμικούς, υ­λικούς και ιδεολογικούς όρους. Έτσι π.χ. η δήλωση δέσμης σημαίνει δήλωση ομαδοποίησης. Οι μαθητές ομαδοποιούνται με δήλωσή τους. Ήδη έχουν συνηθίσει σε ομαδοποιήσεις κατά τάξη, ηλικία, κατά τύπο σχολείου, κατά φύλο κ.ά. Η δήλωση δέσμης είναι ουσιαστικά μια δια­ταξική και διαφυλική ομαδοποίηση, ανεξάρτητα από τον τόπο διαμο­νής των υποψηφίων. Αυτή η ομαδοποίηση των υποψηφίων σε τέσσερις δέσμες συνδέεται με αντίστοιχα πρότυπα επαγγελματικής καριέρας. Η συμπλήρωση του δελτίου, παράλληλα, εξατομικεύει τα κοινωνικά και πολιτισμικά στοιχεία των ομαδοποιημένων υποψηφίων και κατα­σκευάζει το μαθητή ως άτομο-υποψήφιο. Ο υποψήφιος με την υπο­γραφή του ουσιαστικά δέχεται να αποτελέσει αντικείμενο διαχείρισης, επεξεργασίας και ελέγχου. Τα ατομικά του στοιχεία, τις προτιμήσεις του και τις επιλογές του τις θέτει στη διάθεση των επιτροπών, των ει­δικών, των βαθμολογητών κ.ά. προκειμένου να τα επεξεργαστούν. Το μηχανογραφικό δελτίο, με τις συγκεκριμένες χρήσεις του, μετατρέπει τον υποψήφιο σε «περίπτωση» που προσφέρεται ως αντικείμενο κατα­γραφής, ποσοτικής μέτρησης, αξιολόγησης, σύγκρισης, αποκλεισμού κ.τ.ό.

 Το μηχανογραφικό δελτίο και η συμπλήρωσή του εισάγει και με­τατρέπει τον υποψήφιο σε ντοκουμέντο που προσφέρεται για μελλον­τική χρήση (Φουκώ, Μ., 1976).

Στην πραγματικότητα, η συμπλήρωση και υπογραφή του μηχανογρα­φικού δελτίου αποκρύπτει μια σειρά από μύθους. Κατ’ αρχήν η δυνα­τότητα επιλογής είναι περιορισμένη ανάμεσα σε τέσσερις δέσμες, αν και ορισμένες κατηγορίες μαθητών έχουν περισσότερες επιλογές από άλλους. Μαθητές με διαφορετική κοινωνική προέλευση εκτίθενται σε διαφορετικές εκπαιδευτικές εμπειρίες οι οποίες ενισχύονται από το κυρίαρχο παιδαγωγικό παράδειγμα. Παρά τη ρητορική της ελεύθερης επιλογής και της αξιοκρατίας, οι περισσότεροι μαθητές έχουν αποδε­χτεί τη θέση τους, τη δέσμη τους, κάτω από τους ορισμούς των τυπι­κών και άτυπων μορφών αξιολόγησης, τους ορισμούς επιτυχίας και α­ποτυχίας στους οποίους έχουν εκτεθεί όλα τα προηγούμενα χρόνια. Η επιλογή της δέσμης έχει διαφορετικές σημασίες για διαφορετικές κατη­γορίες μαθητών. Οι «καλοί» και οι «άριστοι» μαθητές κάνουν την επι­λογή προσεκτικά, με συστηματικό τρόπο, με προσανατολισμό και ανα­φορά στο επάγγελμα που θέλουν να ακολουθήσουν, τις ικανότητές τους και τις προοπτικές τους. Οι μαθητές που προέρχονται από προ­νομιούχα κοινωνικά στρώματα είναι εξοικειωμένοι με τη λογική που υποβαστάζει τη συμπλήρωση του δελτίου. Αντίθετα, οι «μέτριοι» και «κακοί» μαθητές υιοθετούν, κατά τη συμπλήρωσή του, στρατηγικές αντίστασης, εκμετάλλευσης του τυχαίου και αξιοποίησης των αστάθ­μητων παραγόντων και όρων. Μπορούμε, δηλαδή, να πούμε ότι η επι­λογή της δέσμης και η ελεύθερη δήλωση της σειράς προτίμησης είναι κοινωνικά προσδιορισμένες και συνδέονται με την κοινωνική προέλευ­ση, τις προσδοκίες και τις φιλοδοξίες των γονέων, την ομάδα αναφο­ράς, τις διάφορες μορφές σχολικού επαγγελματικού προσανατολισμού, τις οποίες έχουν υποστεί, το φύλο, κ.τ.ό. Από αυτή την άποψη, η τυπική συμπλήρωση ενός μηχανογραφικού δελτίου συμμετοχής εγγράφει και αντανακλά επιλογές και δηλώσεις που είναι κοινωνικά και ιδεολο­γικά προσδιορισμένες.

 

Η επιτήρηση στις εξετάσεις:

Από το θρανίο των δύο στο θρανίο του ενός

Οι εξετάσεις γίνονται σε προκαθορισμένο χώρο, ημερομηνία και ώρα. Η διεξαγωγή τους περιλαμβάνει και την επιτήρηση που γίνεται από ειδικό σώμα επιτηρητών οι οποίοι ενεργούν αυστηρά σύμφωνα με συγκεκριμένες οδηγίες. Η επιτήρηση καλύπτει μια μεγάλη σειρά δρα­στηριοτήτων, διευθετήσεων και απαγορεύσεων οι οποίες ρητά προ­βλέπονται από τον κανονισμό διεξαγωγής των εξετάσεων. Με τον κα­νονισμό και τις οδηγίες αυτές ρυθμίζονται ζητήματα που αναφέρονται στην προσέλευση και αποχώρηση των υποψηφίων, αλφαβητική κατά­ταξη και θέση στο χώρο, έλεγχο των στοιχείων, επικάλυψη των στοι­χείων, διαγραφή λευκών σελίδων, εκφώνηση θεμάτων, χρώμα μελάνης, συμπεριφορά κατά τη διάρκεια των εξετάσεων, έναρξη και λήξη, κ.τ.ό. (βλ. παράρτημα). Με άλλα λόγια προωθείται ένα ομοιόμορφο κανονιστικό πλαίσιο για όλους τους υποψήφιους σε όλη την επικρά­τεια, και καλύπτει το χρόνο, τη δραστηριότητα, τη συμπεριφορά, το λόγο, το σώμα (επιλήψιμη στάση κ.ά.), κ.τ.ό. Όπως γίνεται φανερό, η επιτήρηση στο πρακτικό και τεχνικό της μέρος συνδέεται με τον έ­λεγχο περιπτώσεων πλαστοπροσωπίας, αντιγραφής ή συνεργασίας α­νάμεσα σε υποψηφίους. Ο έλεγχος αυτός είναι απαραίτητος για την αδιάβλητη διεξαγωγή των εξετάσεων και την εξασφάλιση εμπιστευτι­κότητας.

Εντούτοις, σε συμβολικό επίπεδο, η επιτήρηση υποθάλπει, αναπαρά­γει ή κατασκευάζει, επικυρώνει και νομιμοποιεί, αντανακλά και εκ­φράζει μια σειρά από σημαντικές πολιτικο-ιδεολογικές παραδοχές και προεκτάσεις. Η εξονυχιστική ανάλυση των «λεπτομερειών» της επιτή­ρησης μας δείχνει ότι πρόκειται για ένα σύνολο τεχνικών, διευθετήσεων, τυπικών διαδικασιών και κανόνων που συγκροτούν ένα τυπικό που δίνει έμφαση στην τάξη, την πειθαρχία, την αποδοχή κανόνων και όρων, την απομόνωση, τον ατομικισμό και τον ανταγωνισμό.

Απαραίτητη προϋπόθεση για την επιτήρηση είναι η κατανομή των υποψηφίων στο χώρο που προβλέπεται. Η κατανομή και τοποθέτηση των υποψηφίων μέσα στο χώρο γίνεται με αλφαβητική σειρά, ένας σε κάθε θρανίο που φέρνει ένα αυτοκόλλητο με το όνομα ενός υποψη­φίου. Είναι φανερό ότι η διευθέτηση αυτή διευκολύνει την περιφρού­ρηση, αποτρέπει την ελεύθερη επιλογή θρανίου και τις ενδεχόμενες ομαδοποιήσεις, επιτρέπει τον αποτελεσματικό έλεγχο απουσιών και παρουσιών και διευκολύνει την υπόθεση της επιτήρησης και την επιβολή της τάξης. Αυτή η ταξιθέτηση των υποψηφίων προσφέρεται κυρίως για την κατασκευή μιας πλασματικής εικόνας: οι αγχωμένοι υποψή­φιοι που ανταγωνιστικά διεκδικούν μια θέση προβάλλονται ως φρόνι­μα και πειθαρχημένα άτομα, αραιωμένα μέσα στο χώρο. Η αραιωμένη και κατ’ αλφαβητική σειρά τοποθέτηση των υποψηφίων μέσα στο χώ­ρο προσφέρεται για την κατασκευή του υποψηφίου-ατόμου, αλλά και για την αποτελεσματική διαχείριση της πολλαπλότητας. Η «αδιάκριτη» επιτήρηση και οπτική παρακολούθηση με τη διευθέτηση των υποψη­φίων κατ’ αλφαβητική σειρά προσφέρεται για την αδιάβλητη διεξαγω­γή των εξετάσεων.

Πέρα απ’ αυτό, οι διευθετήσεις αυτές στο σύνολό τους αποκρύ­πτουν την πολιτισμική και κοινωνική μεροληψία της διεξαγωγής των εξετάσεων, ισοπεδώνουν τις πολιτισμικές και κοινωνικές διαφορές των υποψηφίων και σε συμβολικό επίπεδο υποδηλώνουν την εξίσωση των όρων διεξαγωγής. Πρόκειται για μια διαδικασία ορατής, ωστόσο, συμβολικής εξίσωσης που έχει ως μη ορατή προέκταση την προετοιμα­σία και την κατασκευή των αποδιοπομπαίων τράγων. Κάτω από αυτές τις προϋποθέσεις, η επιτήρηση νομιμοποιεί ως κοινωνικά ουδέτερες, α­μερόληπτες και αδιάβλητες τις ποσοτικές μετρήσεις της επίδοσης των υποψηφίων, την κατάταξή τους, την ταξινόμησή τους, τη σύγκριση, τη διάκριση, τον αποκλεισμό κ.τ.ό. Η επιτήρηση, καθώς υποδηλώνει ό­ρους ισοπέδωσης, εξομοίωσης και εξίσωσης των όρων διεξαγωγής των εξετάσεων, επιτρέπει την αναγωγή των ατομικών συμπεριφορών και επιδόσεων σε ένα σύνολο που αποτελεί ταυτόχρονα πεδίο σύγκρισης και διαφοροποίησης (Sarup, Μ. 1982).

Η μηχανoδoμή της αποτελεσματικής επιτήρησης ενσωματώνεται, βέβαια, στους ίδιους τους όρους διεξαγωγής των εξετάσεων επιλογής. Ο έντονος ανταγωνισμός ο αποκλεισμός μεγάλου αριθμού υποψηφίων ο ατομικισμός και η ιδεολογία τής αξιοκρατίας εμπλέκουν επί­σης και επιτηρούμενους σε σχέσεις αμοιβαίας επιτήρησης. Καθώς η επιτυχία του ενός είναι συνάρτηση της αποτυχίας του άλλου, οι υπο­ψήφιοι υφίστανται μιαν επιτήρηση της οποίας οι ίδιοι γίνονται και φορείς. Οι υποψήφιοι πρέπει να είναι σίγουροι ότι γίνεται αποτελε­σματική επιτήρηση σε κάθε δεδομένη στιγμή.  Κατά συνέπεια, οι υποψή­φιοι με τη συμμετοχή τους στην τελετουργία της επιτήρησης γίνονται αντικείμενα, αλλά ταυτόχρονα και όργανα για την άσκησή της  (Φουκώ, Μ. ό.π.). 

 Η αυστηρή επιτήρηση, με όλες  τις παραπάνω προεκτάσεις που παρουσιάζει, φαίνεται πως συνδέεται ιδιαίτερα και με το είδος των θε­μάτων στα οποία καλούνται οι υποψήφιοι να απαντήσουν. Οι εξετάσεις δίνουν έμφαση στη μηχανική και παθητική απομνημόνευση που προσφέρεται για επινόηση πολλών ευρηματικών τρόπων αντιγραφής από τη μεριά των υποψηφίων. Όσο οι εξετάσεις, με τη μορφή και το περιεχόμενό τους, ευνοούν τη μηχανιστική αναπαραγωγή των απαντήσεων, άλλο τόσο η αναζήτηση αποτελεσματικών τρόπων επιτήρησης γίνεται όλο και πιο επιτακτική. Τόσο όμως η μηχανική απομνημόνευση, όσο και η επιτήρηση σε συνδυασμό συγκροτούν στοιχεία μιας εκπαιδευτικής διαδικασίας και ασκούν συγκεκριμένη μορφή κοινωνικού ελέγχου: ευνοούν την κατασκευή μιας παραλλαγής παθητικού και πειθαρχημένου υποψηφίου που δεν ενισχύεται στην ανάπτυξη δημιουργικής και κριτικής σκέψης.

Πέρα από όλα  τα παραπάνω, οι συγκεκριμένες διευθετήσεις που υιοθετούνται κατά την επιτήρηση αντανακλούν και ενισχύουν την απομόνωση των υποψηφίων, την ατομική προσπάθεια, την ατομική ευθύνη και τον έντονο ατομικισμό.  Η επιτυχία προβάλλεται ως ατομική υπόθεση και ικανότητα και η αραίωση των υποψηφίων μέσα στο χώρο υποδηλώνει

ένα μεγάλο φορτίο ατομικής ευθύνης. Η εκπαιδευτική και  κοινωνική δομή αποσύρεται από το προσκήνιο και η ατομική προσπάθεια ανάγεται σε μοναδικό παράγοντα επιτυχίας και αποκτάει μυθικές διαστάσεις. Η αραίωση των μαθητών  μέσα στο χώρο κάνει έτσι κι αλλιώς ορατή μια αλλαγή: το θρανίο των δύο έχει γίνει θρανίο για έναν.  Πρόκειται για μια  διευθέτηση που σε τελευταία ανάλυση ευνοεί την επιτήρηση και την αποθέωση της ιδεολογίας του ατομικισμού και του ανταγωνισμού. Η επιτήρηση, δηλαδή, αντανακλά και δικαιώνει τον ατομικισμό, προφυλάσσει και ενισχύει τον ανταγωνισμό με φανερές τις αφετηριακές παραδοχές ενός κοινωνικού «δαρβινισμού»: ο σκληρός ανταγωνισμός δεν είναι μόνο αποτελεσματικός για την επιλογή των ικανότερων αλλά και για τη συνέχιση της εξέλιξης.

            Η ιδεολογία του ατομικισμού αντανακλάται, υποθάλπεται και αναπαράγεται στο σχολείο με πολλούς τρόπους: τη μορφή και το περιεχόμενο των προγραμμάτων, το μεθοδολογικό ατομικισμό, την ατομική κατάκτηση και επικύρωση της γνώσης, τη διεξαγωγή της διδασκαλίας, τις άτυπες μορφές ατομικής αξιολόγησης, την υποτίμηση της συλλογικής εργασίας, την έμφαση στο γραπτό λόγο κ.τ.ό. Χωρίς εξαίρεση, η μάθηση προβάλλεται ως ατομική υπόθεση. Οι μαθητές διαθέτουν το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου απομονωμένοι στα θρανία, λύνουν ασκήσεις σε ατομικά τετράδια, δίνουν τεστ ατομικά, παίρνουν το λόγο ατομικά κ.ά. Αυτά, βέβαια, πολύ λίγη σχέση έχουν με την αρχή του σεβασμού της ατομικότητας του μαθητή, της δημιουργικότητας, της πρωτοτυπίας και της μοναδικότητάς του. Μάλλον συγκροτούν μια πρακτική ιδεολογία που αποχωρίζει και αποκόπτει τη μάθηση του κάθε μαθητή απ’ τη μάθηση και την εμπειρία των άλλων. Ένα από τα προβλήματα που τίθενται, όταν γίνεται συζήτηση για τις ομαδικές και συλλογικές μορφές σχολικής εργασίας, είναι η δυσκολία αξιολόγησης. Καθώς υιο­θετείται ως θεμελιακή μονάδα το άτομο, προβάλλεται ως δύσκολη υ­πόθεση η αξιολόγηση της συλλογικής και ομαδικής εργασίας, της συ­νεργασίας κ.τ.ό. Έτσι οι μαθητές μελετούν ατομικά, προετοιμάζονται ατομικά, δίνουν εξετάσεις ως άτομα σε ένα πλαίσιο έντονου ανταγωνι­σμού, επιτυγχάνουν ή αποκλείονται ατομικά κ.ά. Το άτομο και τα α­τομικά κίνητρα βρίσκονται στο κέντρο της συνολικής εκπαιδευτικής διαδικασίας και ο ανοιχτός ανταγωνισμός ανάγεται σε προϋπόθεση για την ατομική και κοινωνική ανάπτυξη και εξέλιξη.

Η αυστηρή επιτήρηση, η αραίωση των μαθητών στο χώρο και η αυ­στηρή τήρηση του κανονισμού διεξαγωγής των εξετάσεων δεν είναι παρά οι πρακτικοί και υλικοί όροι που εκφράζουν, αντανακλούν και ενισχύουν την ιδεολογία αυτού του ανταγωνισμού και του ατομικι­σμού που κυριαρχεί στη συνολική εκπαιδευτική διαδικασία. Οι διάφο­ρες πρακτικές διευθετήσεις, ωστόσο, που υιοθετούνται κατά τη διεξα­γωγή των εξετάσεων, παρά τον έντονο ατομικισμό τους, ως στοιχεία της τελετουργίας εκθέτουν και εξαναγκάζουν τα άτομα σε συμμόρφω­ση: αν και οι μαθητές είναι απομονωμένοι στο χώρο, στην πραγματι­κότητα κάνουν ή καλούνται να κάνουν την ίδια ακριβώς εργασία, πά­νω στο ίδιο περιεχόμενο και στα πλαίσια προκαθορισμένου χρόνου και ρυθμού. Έτσι, αναιρούνται βασικές αρχές της ατομικότητας, της αυτονομίας, της ελεύθερης έκφρασης, της μοναδικότητας, της διαφο­ράς, της πρωτοβουλίας, της δημιουργικότητας, κ.τ.ό. Με άλλα λόγια, υποθάλπεται η ιδεολογία του ατομικισμού με όρους και προϋποθέσεις που ευνοούν την παθητική ομοιομορφία και τη συμμόρφωση. Η απο­θέωση της ιδεολογίας του ατομικισμού με την τελετουργία της επιτή­ρησης κατά τη διάρκεια των εξετάσεων επιτελεί, ως φαίνεται, μια ση­μαντική κοινωνική λειτουργία: συμβάλλει ώστε η επιτυχία και η απο­τυχία να νομιμοποιείται ως ατομική υπόθεση, παρά ως ζήτημα που προσδιορίζεται ως ένα μεγάλο βαθμό από τους όρους άνισης κατανο­μής προνομίων και εξουσίας. Η επιτήρηση των υποψηφίων-ατόμων, η εξίσωσή τους και η εξομοίωσή τους, κατά την τελετουργία της διεξα­γωγής των εξετάσεων, αποκρύπτουν την πραγματικότητα των κοινωνι­κών προνομίων.

Η δήλωση συμμετοχής και η επιτήρηση κατά τη διεξαγωγή των εξε­τάσεων, ως τελετουργικές παραστάσεις συμπληρώνονται με άλλες τελε­τουργίες που συνδέονται με τη βαθμολόγηση, την ανακοίνωση των α­ποτελεσμάτων, την υποδοχή και την ορκωμοσία των πρωτοετών φοιτη­τών κ.ά. Στο σύνολό τους οι σχετικές διευθετήσεις συγκροτούν μια τελετουργία δημόσιας επικύρωσης και νομιμοποίησης των αποτελε­σμάτων και από τη μεριά αυτών που επιτυγχάνουν και από τη μεριά αυτών που αποκλείονται από την ένταξη και μετάβαση στην τριτοβάθ­μια εκπαίδευση. Η κοινωνική αυτή λειτουργία της επικύρωσης είναι πολύ σημαντική, αν λάβουμε υπόψη: (i ) την αύξηση του αριθμού των μαθητών του λυκείου και την αύξηση του αριθμού των υποψηφίων, (ii) το μεγάλο ποσοστό των υποψηφίων που αποκλείονται, (iii) το βα­θιά κοινωνικό χαρακτήρα της επιλογής υποψηφίων για την τριτοβάθ­μια εκπαίδευση, (iv) τον πληθωρισμό προσόντων στην αγορά εργα­σίας, και (v) την κρίση νομιμοποίησης που αντιμετωπίζει το εκπαιδευ­τικό σύστημα.

Φαίνεται πως όσο οξύνονται οι αντιφάσεις και οι συγκρούσεις στην εκπαίδευση και για την εκπαίδευση, οι εξετάσεις, τα μέτρα που υιοθε­τούνται και οι σχετικές διαδικασίες θα αποτελούν αντικείμενο τεχνο­λογικού εκσυγχρονισμού και θα αποκτούν όλο και πιο εκλεπτυσμένες μορφές τελετουργικής έκφρασης και παράστασης. Ήδη από το 1892 (ένα αιώνα πριν), σε ανώνυμο άρθρο που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Εκπαίδευσις, διαβάζουμε πως:

 

«Τάς εξετάσεις τάς δημοσίας θεωρούμεν είδός τι φωνασκιών, ας άκούομεν πολλάκις έμπροσθεν τών διαλυομένων εμπορικών καταστημά­των, νομίζομεν δέ ότι τούτο ήκιστα συμβιβάζεται πρός τήν σοβαρότητα, ήν έχει τό παιδαγωγικόν έργον καί διά τούτο επιθυμούμεν νά ιδωμεν αύτάς δι' ους λόγους εv τοίς έμπροσθεν εξεθέσαμεν όσον τό δυνατόν τα­χύτερον καταργουμένας»* .

 

Είναι μια πρόταση που υποστηρίζεται από πολλές πλευρές και σή­μερα...

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

Ελληνόγλωσση

Φουκώ, Μ. (1976), Επιτήρηση και Τιμωρία: Η γέννηση της φυλακής, μτφρ. Κ. Χατζηδήμου - Ι. Ράλλη, εκδόσεις Ράππα, Αθήνα.

 

 

Ξενόγλωσση

 

Apple, Μ. (1978), «The new sociology of Education: Analyzing Cultural and Economic Reproduction», Harvard Educational Review, 48, 495-503.

Bernstein, Β. (1977), Class. Codes and Control, Volume 3: Towards α Theory of Educational Transmission, R.K.P., London.

McLaren, Ρ. (1986), Schooling as α Ritual Performance: Towards α Political Eco­nomy of Educational Symbols and Gestures, R.K.P., London.

Sarup, Μ. (1982), Education, State and Crisis: Α Marxist Perspective, R.K.P.,         London.

Sharp, R. (1980), Knowledge ldeology and the Politics ΟΙ Schooling: Towards α Marxist Analysis of Education, R.K.P., London.

 

 



 

 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Ένας Πανηγυρικός της «Ημέρας των Γραμμάτων» στην αγορά των Χρηματικών Ενταλμάτων

Τα "μυστήρια" του πολλαπλού βιβλίου

ΑΣΚΗΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΑΣΚΗΣΗ ΒΙΑΣ ΣΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ Η «βία» του λόγου για τη βία στο σχολείο