Τα Κοινοτικά Κονδύλια, τα Πανεπιστήμια και οι λεγόμενοι «σαρωτικοί έλεγχοι»
Τα Κοινοτικά Κονδύλια, τα Πανεπιστήμια και οι λεγόμενοι «σαρωτικοί έλεγχοι»
«Κυριακάτικη Αυγή»,2-2-2003) Γιώργος Μαυρογιώργος
Η εκπαιδευτική ανασυγκρότηση που επιχειρείται από το Υπουργείο Παιδείας αποκρυσταλλώνεται στα Επιχειρησιακά Προγράμματα Εκπαίδευσης και Αρχικής Επαγγελματικής Κατάρτισης ( ΕΠΕΑΕΚ Α΄,1994-99 και ΕΠΕΑΕΚ Β΄, 2000-2006). Στο πλαίσιο αυτής της ανασυγκρότησης μπορούμε να καταγράψουμε μια σειρά από θεσμικές αλλαγές, με τις όποιες μεταγενέστερες διορθωτικές παρεμβάσεις(Ολοήμερο σχολείο, Ενιαίο λύκειο και Τ.Ε.Ε., Σχολεία δεύτερης ευκαιρίας , Διεύρυνση της πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, Αξιολόγηση εκπαιδευτικού, κ.α.).Όλες αυτές οι αλλαγές ,βέβαια, δε σημαίνει ότι κινούνται σε μεταρρυθμιστική τροχιά.
Τα προγράμματα του Υπουργείου Παιδείας αντανακλούν πράγματι έναν έντονα διαρθρωτικό προσανατολισμό προς τη λεγόμενη «Ευρωπαϊκή σύγκλιση».Αν και αυτά βρίσκονται σε εξέλιξη, μπορούμε να κάνουμε ορισμένες επισημάνσεις για τις σχετικές τάσεις που σημειώνονται. Όσα ακολουθούν έχουν την «εσωτερική» εγκυρότητά τους, από τη συμμετοχή μας σε ορισμένα κοινοτικά προγράμματα. Έγκαιρα, εξάλλου, έχουμε δημοσιοποιήσει τις σχετικές μας απόψεις στα διάφορα πανεπιστημιακά όργανα και στον τύπο ή σε σχετικές αναλύσεις για την ασκούμενη εκπαιδευτική πολιτική.
Ποια είναι η κοινωνική δυναμική;
Χωρίς να μυθοποιούμε τα κοινοτικά προγράμματα, μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι η σύλληψη, ο σχεδιασμός και η εφαρμογή τους θα ήταν δυνατόν να αξιοποιηθούν για τη συνολική ανασυγκρότηση της εκπαίδευσης με σαφείς εθνικούς στρατηγικούς στόχους και κοινωνικές προτεραιότητες. Η εκπαίδευση αντιμετωπίζει πολλά «επεισόδια κρίσης».Αυτά είναι το αναπόφευκτο τίμημα της λειτουργίας και ανάπτυξής της σε μια κοινωνία που προσδιορίζεται από δομικές ανισότητες και διακρίσεις στην κατανομή του πλούτου και των προνομίων που απορρέουν από αυτές. Πίσω από τις κρίσεις της εκπαίδευσης βρίσκεται η όξυνση των κοινωνικών αντιθέσεων και αντιφάσεων ,κάτω από την επίδραση των οποίων η εκπαίδευση αναδεικνύει τις δικές της .
Η απόληξη μιας κρίσης, ωστόσο, δεν υπακούει σε «τσελεμεντέ» εκπαιδευτικής πολιτικής, όπως αυτός αποτυπώνεται στα προγράμματα του ΥΠΕΠΘ. Ο προσανατολισμός και το περιεχόμενο των εκπαιδευτικών αλλαγών είναι συνάρτηση και της δυναμικής που αναπτύσσουν κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις σε κάθε δεδομένη ιστορική στιγμή. Αυτό σημαίνει ότι οι δυνατότητες που ανοίγονται με την υλοποίηση των διάφορων προγραμμάτων διαμορφώνονται στο πλαίσιο της κοινωνικής δυναμικής, που αναπτύσσεται κατά τη διαδικασία σύλληψης, σχεδιασμού, προγραμματισμού και εφαρμογής τους. Να το πούμε και αλλιώς:Οι αντιλήψεις και οι πρακτικές που κυριαρχούν κατά την υλοποίηση αυτών των προγραμμάτων αντανακλούν και την αντίστοιχη κοινωνική δυναμική, που «ανέχεται» τις εξελίξεις που σημειώνονται.
Με ποιες διαδικασίες;
Αν λάβουμε υπόψη τα όσα διαδραματίστηκαν, μέχρι σήμερα, στο πλαίσιο του Α΄και Β΄ ΕΠΕΑΕΚ , είναι δυνατό να υποστηριχθεί ότι η σύλληψη και ο σχεδιασμός των προγραμμάτων γίνονται χωρίς την ουσιαστική συμμετοχή της εκπαιδευτικής κοινότητας και των άλλων κοινωνικών και πολιτικών φορέων. Πώς είναι δυνατό να προσβλέπουμε σε μια δημοκρατική εκπαίδευση, χωρίς δημοκρατικές-συμμετοχικές διαδικασίες ,με εμπεριστατωμένη ενημέρωση και διαφάνεια στη σύλληψη και στο σχεδιασμό των προγραμμάτων;
Σε επίπεδο διαχείρισης και υλοποίησης, τα πράγματα φαίνεται ότι εκ πρώτης όψεως έχουν δρομολογηθεί προς τη σωστή κατεύθυνση από τους αρμόδιους φορείς. Το Υπουργείο Παιδείας, και ιδιαιτέρως η Ειδική Υπηρεσία Διαχείρισης του ΕΠΕΑΕΚ, πρόσφατα, καθιέρωσε «Οδηγό Διαχείρισης ΕΠΕΑΕΚ»,με αρκετά αυστηρές και χρονοβόρες διαδικασίες. Αυτές αφορούν στην πρόσκληση ενδιαφέροντος και την ενημέρωση, την αξιολόγηση, την παρακολούθηση ,τον έλεγχο, κ.α.
Κυβερνητικοί παράγοντες εκτιμούν ότι το ζήτημα, πλέον, δεν είναι η απορρόφηση των κονδυλίων όσο ο «σαρωτικός» και εξουθενωτικός εσωτερικός και εξωτερικός (κοινοτικός) έλεγχος. Αυτό σημαίνει ότι θέμα προτεραιότητας είναι«οι κοινοτικοί κανόνες να τηρούνται με θρησκευτική ευλάβεια»!Ανεξάρτητα από το αν συμφωνεί κανείς με το σύνολο των ρυθμίσεων που έχουν γίνει, το ερώτημα που τίθεται είναι:πώς συμβαίνει ώστε αυτές οι διαδικασίες, οι κανόνες και οι έλεγχοι να καταστρατηγούνται και να παρακάμπτονται ,πολλές φορές με κυνικό τρόπο, από φορείς που αναλαμβάνουν την υλοποίηση των προγραμμάτων; Και ,τέλος πάντων ,τι νόημα έχει αυτή η «επίδειξη» των ελέγχων; Μήπως η έξαρση των ελέγχων προσφέρεται για την ιδεολογική διαχείριση των σχετικών ζητημάτων ; Οι συζητήσεις, που γίνονται τελευταία αναφορικά με τα όρια ενδεχόμενης δικαστικής παρέμβασης για την πάταξη της διαφθοράς, έχουν υπογραμμίσει τα περιορισμένα όρια των ελέγχων.
Υπηρεσιακός παράγοντας του ΥΠΕΠΘ μου έλεγε ότι δεν έχουν τη δυνατότητα να παρεμβαίνουν στις διαδικασίες που υιοθετούνται στο εσωτερικό π.χ. των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων, γιατί υπάρχει πρόβλημα με την αρχή της αυτοτέλειας! Δεν είναι ,βέβαια, να συμφωνεί κάποιος με αυτή την άποψη. Ο φορέας χρηματοδότησης μπορεί να απαιτεί τις βασικές διαδικαστικές εσωτερικές εγγυήσεις από το φορέα που υποβάλλει πρόταση προγράμματος.Τι άραγε συμβαίνει στο εσωτερικό των πανεπιστημίων ώστε να καταστρατηγούνται θεμελιώδεις κανόνες ενημέρωσης, διαφάνειας, ελέγχου, συλλογικής ευθύνης και δημόσιου απολογισμού; Γιατί τόση εμμονή σε πρακτικές του εμπιστευτικού και της μυστικοπάθειας;
Εδώ θα επικαλεστούμε τις απόψεις του καθηγητή στον Τομέα Παιδαγωγικής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, του Α.Ε. Γκότοβου. Έχει ασχοληθεί συστηματικά με ζητήματα «παραβατικότητας» στους εκπαιδευτικούς θεσμούς και έχει συγκεκριμένη εμπειρία από κοινοτικά προγράμματα.Ως παιδαγωγός ενδιαφέρεται για το ερώτημα: Ποια είναι σήμερα «η αποδοχή του κράτους δικαίου από τους νέους;» Στο πρόβλημα της σχολικής παραβατικότητας εντοπίζει πτυχές «μόδας»,αδυναμία και ανοχή του εκπαιδευτικού οργανισμού, απουσία αιτήματος για νομιμότητα, ασαφή διάκριση ανάμεσα στο θεμιτό και στο μη-θεμιτό, εθισμό των κοινωνικών υποκειμένων στην ανομία κ.α.* Βρίσκει «ιδιωτική νοηματοδότηση» στις συμπεριφορές ανομίας! Ως θεωρητικός της αλληλεπίδρασης υποστηρίζει την άποψη ότι: «Η κοινωνική αλληλεπίδραση σε τέτοιες κοινωνίες αποκτά κατ' ανάγκη έναν συνωμοτικό χαρακτήρα με την έννοια ότι ενώ διεξάγεται βάσει θεσμικά ανορθόδοξων μεθόδων, πρέπει να παρουσιάζεται ως θεσμικά καθαρή» .Ανησυχεί ιδιαίτερα όταν δε μετράει «η τήρηση των κανόνων του παιγνιδιού(η «εντιμότητα»)αλλά το αποτέλεσμα».Όλα αυτά τα θεωρεί προβληματικά έως επικίνδυνα για τη λειτουργία της δημοκρατίας. Ανεξάρτητα από το αν συμφωνεί κανείς ή όχι με όλες τις παραπάνω εκδοχές, είναι να αναρωτιέται αν και κατά πόσο αυτές προσφέρονται για την κατανόηση της σχέσης: κοινοτικά προγράμματα και μη θεμιτές(«ανομικές») μορφές συμπεριφοράς από τη μεριά ορισμένων πανεπιστημιακών.
Δε θα επεκταθούμε σε αυτό το κείμενο σε όλες τις πτυχές του ζητήματος. Ενδεικτικά θα αναφερθούμε σε ορισμένα «παράθυρα»που ενδεχομένως ανοίγουν το χορό των παρενεργειών. Υπάρχουν π.χ. μέλη ΔΕΠ(καθηγητές) που έχουν οριστεί υπεύθυνοι προγραμμάτων( για τη δημιουργία νέων τμημάτων) και με αυτή την ιδιότητα ασκούν καθήκοντα προέδρων τμημάτων(χωρίς εκλογικές διαδικασίες). Αυτό τους δίνει τη δυνατότητα να έχουν τη θεσμική ιδιότητα του συγκλητικού ,με αποτέλεσμα να προκύπτει μια συγκεκριμένη σύνθεση κατά τη συγκρότηση των Συγκλήτων των ΑΕΙ. Αν σ'αυτούς υπολογίσουμε και άλλους συγκλητικούς στους οποίους ανατίθεται η θέση του «επιστημονικώς υπευθύνου» ή η θέση μέλους της ομάδας έργου, σε άλλα προγράμματα, τότε δημιουργείται ένας ιδιαίτερα ισχυρός πυρήνας ιδιότυπης συναδελφικής «αλληλεγγύης».Έτσι, στις Συγκλήτους ,με αυτή τη σύνθεση, όπως είναι ευνόητο, διαμορφώνεται και αντίστοιχη δυναμική.
Τα ίδια ,λίγο -πολύ, ισχύουν και στην περίπτωση των Επιτροπών Ερευνών(Ε.Ε.). Έτσι, π.χ είναι δυνατόν επιστημονικοί υπεύθυνοι «μεγάλων» προγραμμάτων να εκλέγονται μέλη των Επιτροπών, με αποτέλεσμα να επηρεάζουν με πολλούς τρόπους τις αποφάσεις τους. Υπάρχει, βέβαια, πάντα η δυνατότητα ένα μέλος της Ε. Ε. να είναι ο «αθέατος υπεύθυνος» προγράμματος και, ταυτόχρονα, επίσημο μέλος της ομάδας έργου και στέλεχος κυβερνητικού φορέα που εποπτεύει το πρόγραμμα .Το «ασυμβίβαστο» δηλαδή έχει μπει στο «καλάθι των αχρήστων»!Για τη διεκδίκηση προγραμμάτων επινοείται η λειτουργία «Κέντρων» ,δίχως θεσμική υπόσταση! Υποβάλλονται προτάσεις και ορίζονται/αλλάζουν υπεύθυνοι ,ερήμην των Τομέων και των Τμημάτων. Με δεδομένο τον καταιγισμό των προγραμμάτων, τις προθεσμίες και το φόρτο εργασίας είναι πολύ εύκολο να υφαρπάξεις(κυριολεκτικά!) την υπογραφή του Πρύτανη(ως «νόμιμου εκπροσώπου») ή εγκρίσεις του Πρυτανικού Συμβουλίου ή της Ε. Ε. Έχω συμμετάσχει σε συνεδρίαση της Ε.Ε. με 100 θέματα στην ημερήσια διάταξη!
Βέβαια, τα προβλήματα δεν εξαντλούνται στα θέματα που έχουν σχέση με τις διαδικασίες. Υπάρχουν σοβαρότατα ζητήματα που συνδέονται με τον προσανατολισμό και το περιεχόμενο των παρεμβάσεων που επιχειρούνται (έρευνα, εκπαιδευτικό υλικό,επιμόρφωση,κ.α.). Πάντως, η βασική δυσκολία στην υπόθεση της βιωσιμότητας αλλαγών ,που προσδιορίζονται από κάποιας μορφής κοινωνική ευαισθησία(διεύρυνση πρόσβασης, ενισχυτική διδασκαλία, ένταξη τσιγγανοπαίδων στο σχολείο κ.α.) έχει να κάνει με μια θεμελιακή αντίφαση:σε μια εποχή συρρίκνωσης του κράτους πρόνοιας εκπονούνται προγράμματα για την ισότητα των ευκαιριών και τη διεύρυνση της συμμετοχής των νέων στην εκπαίδευση. Όταν η ισότητα επαναπροσδιορίζεται και ορίζεται ως διαφορά και ως κάτι που εξασφαλίζει την ελευθερία επιλογής σε συνθήκες ανταγωνισμού, πώς είναι δυνατό να επιτυγχάνεται η διεύρυνση των ευκαιριών μάθησης; Βέβαια , πέρα από τους προσανατολισμούς των προγραμμάτων, σημαντικά ζητήματα διακυβεύονται και με τις πρακτικές υποδοχής τους και αξιοποίησής τους στα Πανεπιστήμια.
Το Κοινοτικό Χρήμα Εκμαυλίζει;
Ας σταθούμε λίγο στο θέμα του κοινοτικού χρήματος των δύο ΕΠΕΑΕΚ που έχουν διάρκεια 12 ετών(1994-2006) και συνολικό προϋπολογισμό περίπου 4 δισ. Ευρώ. Υπάρχουν προγράμματα με προϋπολογισμό δισεκατομμυρίων που τα χειρίζεται με αποκλειστικές αρμοδιότητες ένα μόνο μέλος ΔΕΠ, στο όνομα του φορέα(του Πανεπιστημίου). Η πολύχρονη διαχείριση των κοινοτικών κονδυλίων, όπως πολύ χαρακτηριστικά έχει υποστηριχθεί κι από άλλους** ,συνδέεται με την ανάδειξη μιας νέας κοινωνικής νομενκλατούρας που συμβάλλει στη διαμόρφωση ιδιότυπων κοινωνικών σχέσεων.
Η κατανομή των κονδυλίων και η «μοιρασιά» τους αγκαλιάζει όλη την ιεραρχική κλίμακα, επηρεάζει συμπεριφορές και δημιουργεί πολλαπλές εξαρτήσεις με εμφανή τον κίνδυνο του εκμαυλισμού, της εξαγοράς, του προσεταιρισμού, κ.α. Η διαχείριση των κονδυλίων ευνοεί τη δημιουργία πολύπλοκων εξουσιαστικών σχέσεων, με ιδεολογική υποστήριξη το μάνατζμεντ, τα τεχνικά δελτία, τις δράσεις, τα παραδοτέα πακέτα εργασίας, την επιχειρηματικότητα, την ανταγωνιστικότητα, κ.α. Όλα αυτά στο σύνολό τους συγκροτούν μια πολιτική «των δυνάμεων της αγοράς» για την εκπαίδευση, με εμφανείς τις επιπτώσεις στη φυσιογνωμία των Πανεπιστημίων. Έχω προσωπική εμπειρία από τη συμμετοχή μου σε πρόγραμμα, στο οποίο «συνάδελφος», ο λεγόμενος «επιστημονικώς» υπεύθυνος», συμπεριφερόταν ως τυπικός εργολάβος και εργοδότης! Πώς να συνεργαστεί κανείς και για ποιο επιστημονικό ,ερευνητικό ή επιμορφωτικό έργο;
Κάτω από αυτές τις συνθήκες, αναδεικνύονται θεατές και αθέατες πτυχές προβλημάτων που συνδέονται με τη διαφάνεια διαχείρισης, την αποτελεσματικότητα, τους ανταγωνισμούς, τον παραγοντισμό, τον εκφυλισμό θεσμών και διαδικασιών. Εκδηλώνονται και ενισχύονται φαινόμενα αλλοίωσης της συμπεριφοράς των εργαζομένων (ΔΕΠ, εκπαιδευτικών και διοικητικών) με πολιτικές σπατάλης και αδιαφανούς διαχείρισης σε μια περίοδο λιτότητας και συμπίεσης μισθών. Ομάδες και άτομα, μέσα σε ένα κλίμα έξαρσης των πελατειακών σχέσεων (ορισμός υπευθύνων έργου, συγκρότηση της ομάδας έργου, ύψος αμοιβών κλπ.) είναι εκτεθειμένα σε προτάσεις ενίσχυσης των κρατικοδίαιτων εισοδημάτων τους και υφίστανται αθόρυβα τις διαδικασίες προσεταιρισμού και ενσωμάτωσης. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, τόσο οι διαδικασίες για την ανάδειξη των πρυτανικών και των άλλων αρχών όσο και διαδικασίες εξέλιξης των μελών ΔΕΠ (εκλεκτορικά, εισηγήσεις, κ.α.)έχουν υποστεί πολύ σοβαρές στρεβλώσεις. Πάνω σ'αυτό θα χρειασθεί να πούμε περισσότερα κάποια άλλη φορά.
Ιδιαίτερα ευάλωτοι ,σε όλη αυτή την υπόθεση, είναι οι πτυχιούχοι άνεργοι που αναζητούν απασχόληση. Πολλοί από αυτούς εκτίθενται σε διάφορες πρακτικές ,που στο σύνολό τους διαμορφώνουν ένα ιδιαίτερα καταπιεστικό κλίμα διάκρισης, εξάρτησης και καταπάτησης της «ανθρώπινης αξιοπρέπειας».Θα έλεγα ότι η λεγόμενη «σεξουαλική παρενόχληση»,η οποία βρίσκεται στο στόχαστρο των πολιτικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι δευτερεύουσας σημασίας μπροστά στην ιδιότυπη «τρομοκρατία» της ανεργίας και άλλων παρεπόμενων εκβιαστικών πρακτικών. Έχω ακούσει πανεπιστημιακούς να υποστηρίζουν ότι τα «προγράμματα τα κάνουν για να δώσουν εργασία στους ανέργους». Όλα αυτά και άλλα, όταν εκδηλώνονται, δεν καταρρακώνουν μόνο την ανθρώπινη αξιοπρέπεια αλλά παραμορφώνουν και τη δυναμική των κοινωνικών παρεμβάσεων στην εκπαίδευση και στην κοινωνία..
Ανοιχτά ερωτήματα
Το μεγαλύτερο βάρος αυτών των παραμορφώσεων το έχουν δεχτεί τα Πανεπιστήμια.Τα τελευταία χρόνια υποβάλλονται, απορρίπτονται ή εγκρίνονται, υλοποιούνται και «αξιολογούνται» πολλά προγράμματα. Οι Επιτροπές Ερευνών και οι Σύγκλητοι έχουν ασχοληθεί επανειλημμένως με τον λεγόμενο «κώδικα δεοντολογίας»και τον «Οδηγό Διαχείρισης» και οι σχετικές διεργασίες έχουν αποτυπωθεί σε συγκεκριμένα κείμενα αποφάσεων. Όμως, οι «κώδικες»,οι κανόνες και οι νόμοι δεν αρκούν για να εξασφαλίζουν την υλοποίηση των προγραμμάτων, χωρίς τις παραπάνω σοβαρές εκτροπές και στρεβλώσεις.
Ένα ζήτημα που επείγει για τα Πανεπιστήμια, τώρα μάλιστα που αρχίζει να «ανοίγει» η εκταμίευση κονδυλίων του Β΄ ΕΠΕΑΕΚ, είναι να απαντήσουμε , ανάμεσα στα άλλα, σε ερωτήματα, όπως:ποια είναι τα προγράμματα που υποβάλλονται; Ποια εγκρίνονται και ποια απορρίπτονται; Με ποιες εσωτερικές «ιδρυματικές» διαδικασίες και με ποιες θεσμικές και ακαδημαϊκές εγγυήσεις; Με ποιους δείκτες διαφάνειας, ενημέρωσης και επιστημονικής εγκυρότητας; Υπάρχουν προγράμματα, τα οποία τα διαχειρίζεται ένα μόνο μέλος ΔΕΠ στο όνομα του Πανεπιστημίου; Ποιο είναι το πραγματικό αντίκρισμα αυτού του καταιγισμού προγραμμάτων στην έρευνα, στη διδασκαλία, στην επιμόρφωση και στις εκπαιδευτικές προϋποθέσεις των ομάδων-στόχων; Τελικά, με όλα αυτά τα προγράμματα(το περιεχόμενό τους, τον προσανατολισμό τους, τις διαδικασίες και τις πρακτικές)ποια είναι η φυσιογνωμία και οι προοπτικές για το Πανεπιστήμιο ; Τέλος πάντων, τι «παθαίνουν» οι πανεπιστημιακοί, οι διοικητικοί, οι φοιτητές/τριες, οι εκπαιδευτικοί, κ.α. μέσα σε αυτό τον καταιγισμό(μερικοί το λένε «φαγοπότι») των κοινοτικών «πακέτων»;
Η εκτίμηση μου είναι ότι, είτε «πνίγεται»κάποιος στα πακέτα είτε συναντιέται, λόγω των θεσμικών δεσμεύσεων, με αυτούς που «πνίγονται»,τελικά δε γλιτώνει! Εκτίθεται σε μια διαδικασία δραματικών αλλαγών. Ψάχνει για αρχές ακαδημαϊκής δεοντολογίας , δημοκρατικού ελέγχου και διαφάνειας και βρίσκεται, πολλές φορές ,μπροστά στον ορισμό της ασυδοσίας, του αυταρχισμού, του κυνισμού και της αυθαιρεσίας, στο όνομα της «ακαδημαϊκής ελευθερίας»,της αυτοτέλειας και της αρμοδιότητας του «επιστημονικώς υπεύθυνου».
Όταν διαθέτει κανείς χρόνο και ενέργεια για τη διεκδίκηση και την τήρηση του «αυτονόητου», του θεμελιώδους και του στοιχειώδους, συνειδητοποιεί ότι έχει «εκτροχιαστεί».Έχει σπαταληθεί! Με ποιες προϋποθέσεις και από πού να αντλήσει διάθεση, αντοχή, επιθυμία για συνεργασία, για έρευνα, για διδασκαλία; Έτσι, όμως , που εξελίσσονται τα πράγματα , είναι ιδιαιτέρως σημαντικό να παρακολουθεί κανείς και να καταγράφει τις παρενέργειες που έχουν εκδηλωθεί, ενόψει της αναθέρμανσης του ενδιαφέροντος για τις επικείμενες πρυτανικές εκλογές. Γι αυτό, άλλωστε, είναι και αυτές οι εκλογές ιδιαιτέρως κρίσιμες.
Ίσως χρειαστεί να επανέλθουμε με συγκεκριμένες απεικονίσεις αυτών των φαινομένων που, ακόμα και αν δεν είναι γενικευμένα, επηρεάζουν μάλλον ασφυκτικά και δηλητηριάζουν το σύνολο της εκπαιδευτικής διαδικασίας Είναι φορές που ακόμα και ένα πρόγραμμα, με τον προϋπολογισμό και τις περίτεχνες έως και εξόφθαλμες καταστρατηγήσεις του, μπορεί να λειτουργήσει ως όχημα για τη δημιουργία πυρήνων και δικτύων που να αρχίζουν από το επίπεδο του Τομέα, Τμήματος ή Σχολής και να εκτείνονται σε πολλές μονάδες του Πανεπιστημίου ή και σε όλη την επικράτεια, με τη γεωγραφική εμβέλεια του. Τα γνωστά προγράμματα για την «Εκπαίδευση» ή την «Ένταξη των Τσιγγανοπαίδων στο Σχολείο» ίσως θα μπορούσαν να θεωρηθούν «παραδειγματική» περίπτωση για να ανιχνεύσουμε τον τρόπο με τον οποίο τηρούνται θεσμικές δεσμεύσεις,όροι των προκηρύξεων, κανόνες του «κοινοτικού δίκαιου», «Οδηγοί Διαχείρισης»και προπάντων για να κατανοήσουμε τον τρόπο με τον οποίο προβάλλεται το επιστημονικό έργο ενός Τομέα που έχει τη δική του ιστορία. Πώς είναι δυνατόν η κορυφή της ιεραρχικής πυραμίδας και τα κοινοτικά όργανα να τα αγνοούν όλα αυτά, παρά τους «εξουθενωτικούς» και τους «σαρωτικούς ελέγχους»;Μήπως,τελικά, όσοι εργαζόμαστε στο Πανεπιστήμιο κοντεύουμε να γίνουμε όπως τα «ψάρια» που δε χρειάζεται να καταλαβαίνουν ότι ζούνε στο νερό;
*Αντλούμε από το βιβλίο του Καταλήψεις:Ανορθόδοξες μορφές μαθητικής διαμαρτυρίας, Gutenberg ,Αθήνα,1996.
** Αντλούμε και από τις ενδιαφέρουσες σχετικές αναλύσεις που έχουν κατά καιρούς κάνει,ανάμεσα σε άλλους, ο Π.Νούτσος, ο Β.Κρεμμυδάς και Α. Ελεφάντης
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου