Τεχνολογίες και Εκπαίδευση
ΤΟ «ΔΙΚΤΥΩΜΕΝΟ ΣΧΟΛΕΙΟ» ΣΤΗΝ « ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ»
Γιώργος Μαυρογιώργος
Μετά τη συνθήκη του Μάαστριχτ, οι χώρες-μέλη της Ε.Ε., παρά τις διαφορές τους, συμμετέχουν σε ένα πρωτοφανή, για την ιστορία της εκπαίδευσης, σχεδιασμό με στόχο τη διαμόρφωση των θεσμικών προϋποθέσεων για εναρμόνιση των εκπαιδευτικών συστημάτων. Είναι γνωστές οι εξελίξεις που δρομολογήθηκαν με τις αποφάσεις, στη Λισσαβόνα, στη Στοκχόλμη, τη Μπολόνια. Με αυτές αναζητούνται δείκτες για τη διαμόρφωση ενιαίας πολιτικής, στο πλαίσιο του στρατηγικού στόχου που είναι "να γίνει η Ένωση η ανταγωνιστικότερη και δυναμικότερη οικονομία της γνώσης ανά την υφήλιο" (Μαυρογιώργος, Γ., 2003).
Σύμφωνα με την επίσημη κοινοτική ρητορική, σήμερα όσο ποτέ άλλοτε, η εκπαίδευση προκαλείται να απαλλαγεί από τα συμβατικά δεσμά που την προσδιορίζουν, για να ανασυγκροτηθεί συνολικά και δραστικά και να ενσωματώσει, σε όλες της τις εκπαιδευτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες, ως δομικό της στοιχείο, τη δυνατότητα να προσφέρει στους νέους και στις νέες δημιουργικούς τρόπους να μαθαίνουν δια βίου.
Όταν το 1997 κυκλοφορεί το Λευκό Βιβλίο για την Εκπαίδευση και την Κατάρτιση, η ρητορική της Ευρωπαϊκής Επιτροπής υιοθετεί ως ιδεολογικό πρόταγμα την "Κοινωνία της Γνώσης". Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται "η μελλοντική κοινωνία θα είναι μια κοινωνία που θα μπορεί να επενδύει στην ευφυΐα, μια κοινωνία όπου ο κόσμος θα διδάσκει και θα μαθαίνει, όπου ο καθένας θα μπορεί να οικοδομήσει τα δικά του προσόντα. Με άλλα λόγια, μια "κοινωνία της γνώσης" (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 1996:5).
Το Λευκό Βιβλίο πρότεινε, ανάμεσα στα άλλα, την ενθάρρυνση της απόκτησης γνώσεων, με τη δημιουργία ευρωπαϊκών δικτύων ερευνητικών κέντρων, κέντρων επαγγελματικής κατάρτισης, εκπαιδευτικών μονάδων, σχολικών συμπράξεων, εργαζομένων κ.ά.. Τα δίκτυα αυτά θα προωθούν τη συνεργασία, την αλληλεγγύη, την ανταλλαγή εμπειριών, τη σφυρηλάτηση ενιαίου προσανατολισμού, την πρόσβαση και τον εντοπισμό των γνώσεων με τη μεγαλύτερη ζήτηση, την ανάδειξη "καλών πρακτικών" κ.ά. Η σχετική έκθεση του ΟΟΣΑ ήρθε να συνεπικουρήσει, υποστηρίζοντας ότι όλοι οι κοινωνικοί θεσμοί καλούνται να αναπτύσσουν τις ικα-νότητες των εργαζομένων, για να συμμετέχουν σε δίκτυα και σε ομάδες εργασίας. Όπως λέγεται, η εκπαίδευση καλείται να συμβάλει στη διαμόρφωση ενός νέου τύπου συλλογικού εργαζόμενου, πολυδύναμου και πολυλειτουργικού (ΟΕCD, 1997).
Το πεδίο που παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον "αιχμής" είναι οι νέες τεχνολογίες. Στη Λισσαβόνα, μετά από εισήγηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και το Συμβούλιο Υπουργών της Παιδείας, αποφασίστηκε η υιοθέτηση του προγράμματος e-Europe και e-learning, με σκοπό την εισαγωγή των νέων τεχνολογιών πληροφορίας και επικοινωνίας στην εκπαίδευση των κρατών-μελών. Δεν πρόκειται για μια απλή εισαγωγή της πληροφορικής στην εκπαίδευση, αλλά για μια ριζική αλλαγή των υφιστάμενων δομών και προτύπων διδασκαλίας και μάθησης που θα προσφέρονται, όπως λέγεται, στο "νέο" σχολείο της "Κοινωνίας της Γνώσης" (Μαυρογιώργος, Γ. ο.π.).
Όπως υποστηρίζεται, οι νέες τεχνολογίες αποτελούν πρόκληση στην παράδοση που θέλει τα παιδιά σε συγκεκριμένο χώρο και για συγκεκριμένο χρόνο να μελετούν συγκεκριμένο γνωστικό αντικείμενο. Οι δυνατότητες πλοήγησης στο διαδίκτυο θα επιτρέπουν στα παιδιά να επιλέγουν το πρόγραμμα μάθησης, το χρόνο, το ρυθμό μάθησης. Το σχολείο εξοπλισμένο με τις νέες τεχνολογίες, πέρα από τα συμβατικά βιβλία, τους χάρτες και τα άλλα εποπτικά μέσα, θα προσφέρει στους μαθητές απεριόριστες ευκαιρίες πρόσβασης σε ολοκληρωμένες βάσεις δεδομένων. Μας προτείνεται νέο λεξιλόγιο για να αποδώσουμε τα νέα δεδομένα όπως π.χ. υπολογιστής, διαδίκτυο, βάσεις δεδομένων, πλοήγηση, πολυμέσα, εικονική αίθουσα διδασκαλίας, εικονικό σχολείο, Forum, εκπαιδευτικές πύλες, σύνδεσμοι, κόμβου, ιστοσελίδες, δίκτυα, Βlogs, υπερ-κείμενο, υπερμέσα, ιός , κ.ά..
Στη σχετική συζήτηση που γίνεται προτείνεται η εκδοχή της "πανάκειας" (Μαυρογιώργος, Γ. ο.π.). Σύμφωνα με αυτή, οι νέες τεχνολογίες έχουν απεριόριστες δυνατότητες για την επίλυση πολλών εκπαιδευτικών προβλημάτων. Είναι η "διαφημιστική" εκδοχή που προωθεί τις νέες τεχνολογίες στην εκπαιδευτική αγορά. Είναι φανερό ότι δημιουργείται μια αγορά νέων εκπαιδευτικών προϊόντων, που έχουν μάλιστα υψηλούς ρυθμούς ταχύτητας παλαίωσης. Όπως είναι φυσικό, η υιοθέτηση αυτής της εκδοχής, εκτός των άλλων, μπορεί να δημιουργήσει πολλά προβλήματα στην εκπαίδευση, με την ανακατανομή των δαπανών και τη μετατόπιση των προτεραιοτήτων για την προμήθεια του απαραίτητου εξοπλισμού και την επιμόρφωση των εκπαιδευτικών.
Η ιστορία της εκπαίδευσης έχει να επιδείξει πολλά τέτοια "επεισόδια" θεοποίησης "διάφορων παιδαγωγικών και διδακτικών καινοτομιών, μοντέλων και ιδεών. Ας σημειώσουμε εδώ ότι οι παιδαγωγοί-θιασώτες αυτής της αντίληψης εστιάζουν το ενδιαφέρον τους στη "μηχανική" και τεχνολογία της διδασκαλίας και μάθησης, με αποτέλεσμα να υποβαθμίζουν τα σχετικά ζητήματα σε τεχνικά και να τα απογυμνώνουν από τις κοινωνικοπολιτικές προϋποθέσεις και όρους.
Η ελληνική απάντηση σε αυτές τις εξελίξεις;
Η εκπαιδευτική πολιτική που ασκείται στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια φαίνεται ότι παρακολουθεί αυτές τις εξελίξεις. Από το 1959 που η Ελλάδα υπέβαλε αίτηση σύνδεσης με την ΕΟΚ, η εκπαιδευτική πολιτική που ασκείται θεμελιώνεται με την πολική επιλογή της λεγόμενης "Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης". Από αυτή την άποψη, αποκτάει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η ανάλυση (και) των μορφών που παίρνει η υποδοχή και πρόσληψη των κοινών δεικτών και τάσεων στην άσκηση της εθνικής εκπαιδευτικής πολιτικής. Είναι θεμελιώδους σημασίας ζήτημα να εξασφαλίζουμε όλες τις προϋποθέσεις, ώστε η επιλογή της εναρμόνισης να συντελεί στην ουσιαστική μεταλλαγή των δομών και του περιεχομένου της εκπαίδευσης, και να μη εξαντλείται σε πρακτικές μηχανιστικής προσκόλλησης στην τροχιά της λεγόμενης εναρμόνισης.
Η εκπαιδευτική ανασυγκρότηση που επιχειρείται από το ΥΠΕΠΘ έχει αποκρυσταλλωθεί στο Α' ΕΠΕΑΕΚ {Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Εκπαίδευση και Αρχική Επαγγελματική Κατάρτιση 1994-99), στο Β' ΕΠΕΑΕΚ (2000-2006), στο Πρόγραμμα "Κοινωνία της Πληροφορίας" και στην υποδοχή του Κοινοτικού προγράμματος "Σωκράτης" (Έρασμος και Κομένιος) που είναι πολιτικές επιλογές για συγκεκριμένη μορφή εναρμόνισης. Στο πλαίσιο αυτής της ανασυγκρότησης μπορούμε να καταγράψουμε πολλές αλλαγές που βρίσκονται σε εξέλιξη. Εμείς θα εστιάσουμε την ανάλυση μας στην υπόθεση του "Δικτυωμένου σχολείου" στη λεγόμενη "Κοινωνία της Γνώσης". Υπόθεση μας είναι ότι τα δίκτυα, που αναπτύσσονται με κοινοτική χρηματοδότηση ή με πρωτοβουλίες κρατικών φορέων, προωθούν τα ιδεολογικά προτάγματα της λεγόμενης "Κοινωνίας της Γνώσης".
Όπως υποστηρίζεται, έχουμε περάσει από την εποχή έντασης της εργασίας σε μια εποχή έντασης της γνώσης, με την υπαγωγή της διανοητικής εργασίας, της επικοινωνίας, του εποικοδομήματος εν γένει, στη σφαίρα της παραγωγής εμπορευμάτων. Δίπλα στην εμπορευματική παραγωγή υλικών προϊόντων έχουμε και εμπορευματική παραγωγή της γνώσης. Η γνώση μετατρέπεται σε πρώτη ύλη στη διαδικασία της παραγωγής και αποκτάει υλική υπόσταση. Έτσι έρχεται η αγορά να καθορίζει ποια γνώση έχει προτεραιότητα και αξία. Τα ΜΜΕ και οι επιχειρήσεις ΤΠΕ δεν είναι μόνο στοιχεία του ιδεολογικού μηχανισμού του κράτους, αλλά και τεράστιες κεφαλαιοκρατικές επιχειρήσεις που παράγουν μια ειδική μορφή εμπορευματικής πληροφορίας. Η παραγωγή, η πώληση και η χρήση της γνώσης έχει γίνει συστηματική πηγή κέρδους.
Είναι φανερό, ωστόσο, ότι οι επιλογές για την εισαγωγή των ΤΠΕ και την ενθάρρυνση των δικτύων αποσιωπούν τις υλικές και κοινωνικές προϋποθέσεις αυτών των εγχειρημάτων. Αν τις ΤΠΕ τις εντάξουμε στο πλαίσιο των "κυρίαρχων επιταγών της οικονομίας της αγοράς", θα κατανοήσουμε πως οι τεχνολογικές εξελίξεις στην πληροφορική και στις επικοινωνίες προσδιορίζονται αποφασιστικά από τις πιέσεις της αγοράς για μεγιστοποίηση του κέρδους. Αυτό συνδέεται με την εμπορευματοποίηση της γνώσης, η οποία γίνεται πιο προσιτή για χρήση όταν βρίσκεται σε μορφή που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αγοραπωλησίας. Σε μια τέτοια διαδικασία δε μπορούμε να παραβλέψουμε τις ταξικές ανισότητες ως καθοριστικό παράγοντα για τις συνθήκες παραγωγής, κατανομής, και πρόσβασης στη γνώση. Οι κοινωνικές ανισότητες είναι καθοριστικός παράγων για το ποιος έχει πρόσβαση σε ποια πληροφόρηση. Η υφιστάμενη κοινωνική ανισότητα επιδεινώνεται, καθώς το χάσμα της πληροφόρησης ή το ψηφιακό χάσμα αυξάνει. Όσοι/ες έχουν τα υλικά και μορφωτικά προνόμια έχουν πρόσβαση σε πιο επεξεργασμένες πηγές πληροφόρησης και γνώσης.
Τα εκπαιδευτικά δίκτυα
Η προώθηση των ΤΠΕ συνδέεται ιδιαίτερα με την προώθηση των εκπαιδευτικών δικτύων. Ο παγκόσμιος ηλεκτρονικός ιστός προσφέρεται για μια εξ αποστάσεως δικτύωση στο διαδίκτυο. Τα εκπαιδευτικά δίκτυα, ωστόσο, δε συγκροτούνται μόνο στο διαδίκτυο. Υπάρχουν και "συμβατικά" εκπαιδευτικά δίκτυα. Για τους G.Thill και F.Warrant (1999) παρατηρείται έκρηξη στην ανάπτυξη των δικτύων: μιλάμε για δίκτυα τηλεπικοινωνιών, δίκτυα εμπορίου, δίκτυα επιχειρήσεων, δίκτυα πανεπιστημίων κ.ά. Η χρήση του δικτύου είναι γνωστή από τον 17ο αιώνα και είναι πάντοτε συνδεδεμένη με την επικοινωνία. Όπως αναφέρουν, δε γνωρίζουμε πολλά για τους τρόπους, τις διαδικασίες και τους όρους κάτω από τους οποίους συγκρούονται τα διάφορα δίκτυα. Παρόλα αυτά, μπορούμε να ισχυρισθούμε ότι τα δίκτυα στην εκπαίδευση προβάλλονται ως ένας από τους κυρίαρχους τρόπους οργάνωσης και προώθησης της καινοτομίας. Η ανθρώπινη οργάνωση φαίνεται πως προσφέρεται για την ανάπτυξη κοινωνικών δικτύων. Σήμερα, ωστόσο, τα δίκτυα δε συνιστούν μια απλή κοινωνική καινοτομία.
Στο Ηνωμένο Βασίλειο διαμορφώνονται ομάδες σχολείων και συγκροτούν αυτό που ονομάζεται Δικτυωμένες Κοινότητες Μάθησης. Ομάδες διευθυντών αναζητούν πηγές χρηματοδότησης για τη συγκρότηση σχολικών κοινοτήτων, με σκοπό την επαγγελματική ανάπτυξη του εκπαιδευτικού προσωπικού. Με τη χρηματοδότηση που εξασφαλίζουν μπορούν να "αγοράζουν" τεχνογνωσία ώστε οι εκπαιδευτικοί να αναπτύσσουν "καλές πρακτικές" με βασικό κριτήριο το "τι λειτουργεί αποδοτικά", ώστε να παραχθούν πρότυπα για τυποποίηση. Όπως γίνεται φανερό, πρόκειται για μια δικτύωση που διαμορφώνεται "από τα πάνω" και προσδιορίζεται από την κυρίαρχη κουλτούρα της αποδοτικότητας και της αποτελεσματικότητας. Τα όρια της συμβολής αυτών των Δικτυωμένων Σχολικών Κοινοτήτων προσδιορίζονται από μια βασική αντίφαση: την ίδια στιγμή που, στην Αγγλία, τα σχολεία είναι άκρως ανταγωνιστικά για την προσέλκυση μαθητών, καλούνται σε συνεργασία και ανταλλαγή εμπειριών και ιδεών με "κοινό στόχο" την αύξηση της αποδοτικότητας των εκπαιδευτικών! (Εlliott, J. 2005).
Μια άλλη μορφή δικτύωσης είναι οι διακρατικές συμπράξεις και τα διακρατικά εκπαιδευτικά Δίκτυα που προωθούνται στο Κοινοτικό Πρόγραμμα Σωκράτης. Η πρώτη προτεραιότητα του Comenius ήταν η σύσταση και ανάπτυξη δικτύων στα οποία να συμμετέχουν όλοι οι τύποι σχολείων και διάφορες επιχειρήσεις. Είναι σαφές ότι η ανάπτυξη των δικτύων συνιστά μια απόπειρα για προώθηση άτυπων μορφών ενδιάμεσης και μικρής κλίμακας εναρμόνισης. Οι συμπράξεις, όταν έχουν ως όραμα και στόχο την προώθηση των αρχών της νεοφιλελεύθερης ανασυγκρότησης της εκπαίδευσης, μετατρέπονται σε όχημα άσκησης της κοινοτικής εκπαιδευτικής πολιτικής.
Κατ αρχήν, μπορούμε να επισημάνουμε ότι συμπράξεις, συνεργασίες και συγχωνεύσεις παρατηρούνται και στο πεδίο της οικονομίας της αγοράς. Αυτές αναπτύσσονται στο πλαίσιο ενός ακραίου διεθνούς ανταγωνισμού. Ενδεχομένως, η συνεργασία των επιχειρήσεων στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Κοινότητας να προωθείται ως αντίβαρο για τον εξορθολογισμό του ανταγωνισμού στο εσωτερικό κοινοτικό περιβάλλον με στόχο την αύξηση της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας σε παγκόσμιο επίπεδο. Φαίνεται, πάντως, ότι προωθούνται αντίστοιχες πολιτικές και στο πεδίο άσκησης της εκπαιδευτικής πολιτικής.
Η προώθηση της ιδέας των εκπαιδευτικών δικτύων δε συντελείται σε κοινωνικό κενό. Σε μια εποχή που μόνο βραχυπρόθεσμους σχεδιασμούς μπορούμε να έχουμε και όπου οι συνεχείς αλλαγές χαρακτηρίζουν τη γνωστική βάση της κοινωνίας, έχουμε ενδείξεις ότι η παιδαγωγική αξιοποιείται και επιστρατεύεται σε όλες τις δυνατές πτυχές της κοινωνικής ζωής. Ίσως εδώ έχουμε απήχηση της όλης ανάλυσης που έκανε ο Βernstein όταν μιλούσε για "Καθολικά Παιδαγωγημένη Κοινωνία" (Bonal, X., et al., 2003). Πρόκειται για μια στρατηγική ρύθμισης και εξαγοράς της νομιμοποίησης, ώστε η αβεβαιότητα, το ρίσκο και η ανασφάλεια να γίνουν αποδεκτά ως δομικά και αναπόφευκτα στοιχεία της νέας κοινωνικής πραγματικότητας, που έχει διαμορφωθεί ως αποτέλεσμα και των πολιτικών απορρύθμισης. Ο σύγχρονος καπιταλισμός προϋποθέτει και υπαγορεύει ένα τύπο παιδαγωγικού λόγου που να αποσύρει κοινωνικές σταθερές και δεσμεύσεις. Έτσι, έχουμε διάφορες στρατηγικές που προτείνουν νέες παιδαγωγικές εφαρμογές. Πολλές απ’ αυτές συγκροτούνται με την εισαγωγή των ΤΠΕ στην Εκπαίδευση και, κυρίως, με την πρόταση της δικτύωσης.
Αν και η έννοια του δικτύου υπαινίσσεται την ισοτιμία στη συνεργασία, στις ανταλλαγές, στην ανάπτυξη, στην πραγματικότητα, ευνοείται η αναπαραγωγή ανισοτήτων στο εσωτερικό ενός δικτύου αλλά και μεταξύ δικτύων. Όταν διερευνά κανείς τη λειτουργία των δικτύων, δεν μπορεί να παρακάμψει την ύπαρξη συγκρούσεων και ασύμμετρων σχέσεων εξουσίας στο εσωτερικό τους. Τα ευρωπαϊκά δίκτυα Comenius συγκροτούνται στο έδαφος των κρατικών-εθνικών δικτύων και, από αυτή την άποψη, είναι σημαντική η σχέση τους με τα υπάρχοντα δίκτυα. Τα δίκτυα, συνήθως, τυποποιούνται και οι εξουσίες που εγκαθίστανται νομιμοποιούνται και αυτές καθορίζουν με τη σειρά τους το μέτρο για το τι είναι να είσαι εταίρος (Γούλας, Ε., 2005).
Το πρόβλημα με τα δίκτυα είναι ότι αφενός μπορούν να αξιοποιηθούν ως μέσο προώθησης της συνοχής και αφετέρου μπορούν να εξελιχθούν σε διαδικασία διαφοροποιήσεων και διακρίσεων και ανάμεσα σε φορείς και ανάμεσα σε χώρες-μέλη της Ε.Ε. Ένας τέτοιος δείκτης είναι η πυκνότητα δικτύων που υπάρχουν από χώρα σε χώρα.
Ως ενδεικτική περίπτωση μπορούμε να αναφέρουμε κάποιες πρώτες εκτιμήσεις και δεδομένα από τη συμμετοχή των ελληνικών ΑΕΙ στα Ευρωπαϊκά δίκτυα και στα Διαπανεπιστημιακά Προγράμματα Συνεργασίας. Σε σχετική έκθεση επισημάνεται ότι, παρά τη "θετική διάκριση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η συμμετοχή των ελληνικών ΑΕΙ είναι σαφώς χαμηλή με ενδείξεις ανισότητας. Συγκεκριμένα παρατηρήθηκε:
• υπεροχή των πανεπιστημίων των δύο μεγάλων αστικών κέντρων,
• υπο-εκπροσώπηση περιφερειακών
• συμμετοχή των ελληνικών ΑΕΙ ως εταίρων και όχι ως συντονιστών (Γρόλλιος, Γ, 2003).
Ανάλογη είναι και η περίπτωση του προγράμματος Comenius για την τετραετία 1995-98:
α) Από τα 343 σχολεία που έλαβαν μέρος σε δίκτυα, μόλις τα 66 είχαν το ρόλο του συντονιστή (19%) (διακρατική ανισότητα).
β) Από τα ελληνικά σχολεία, ένα ποσοστό μόνο 29% συνεργάστηκαν με γερμανικά, βρετανικά και γαλλικά. Τα άλλα συνεργάστηκαν με ισπανικά, πορτογαλικά και ιταλικά.
γ) Η περιφέρεια με τη μεγαλύτερη συμμετοχή σε ευρωπαϊκές εκπαιδευτικές συμπράξεις είναι η Αττική με 4,28%. Η Ήπειρος έχει πολύ μικρό ποσοστό, μόλις 0,58% (ενδοκρατική ανισότητα).
Οι παραπάνω ενδείξεις μας επιτρέπουν να ισχυριστούμε ότι η συγκρότηση των ευρωπαϊκών σχολικών δικτύων προσδιορίζεται και από διακρατικές και από ενδοκρατικές εκπαιδευτικές ανισότητες. Απ’ αυτήν την άποψη, η υπόθεση που μπορούμε να κάνουμε είναι ότι η λειτουργία και η κατανομή των δικτύων επιτείνει τις ανισότητες μεταξύ των εκπαιδευτικών μονάδων κάθε χώρας, μεταξύ εκπαιδευτικών περιφερειών και εκπαιδευτικών συστημάτων χωρών-μελών. Οι εκπαιδευτικές μονάδες με συγκριτικά πλεονεκτήματα ευνοούνται. Η πύκνωση των δικτύων, όπως και οι θεματικές ενότητες των δικτύων, μπορεί να μας δώσει εξίσου ενδιαφέροντα στοιχεία.
Για να έχουμε μια σαφέστερη εικόνα των εκπαιδευτικών ανισοτήτων, που αναδεικνύονται με την χρηματοδότηση και την ανάπτυξη των εκπαιδευτικών δικτύων, θα μας χρειαστούν δεδομένα όπως:
1. Συχνότητα και ύψος χρηματοδοτήσεων
2. Το προφίλ των εταίρων που συμμετέχουν
3. Εκπαιδευτικές δραστηριότητες και θεματικά πεδία δικτύων
4. Η θέση των εταίρων στο δίκτυο
5. Βιωσιμότητα και εξέλιξη
6. Κοινωνική σύνθεση του μαθητικού πληθυσμού κ.ά.
Πέρα από τα παραπάνω, αν λάβουμε υπόψη ότι αυτές οι συμπράξεις και τα δίκτυα δεν προϋποθέτουν την ουσιαστική συμμετοχή συλλογικών φορέων (εκπαιδευτικών, μαθητών, γονέων) και διαδικασίες συλλογικών αποφάσεων, μάλλον έχουμε και ενδείξεις υποχώρησης παρά δείκτες διεύρυνσης της δημοκρατίας. Έτσι, μπορούμε να επισημάνουμε και τη μετατόπιση, στο πλαίσιο της νεοφιλελεύθερης αναδιάρθρωσης, της άσκησης ελέγχου: με την ανάπτυξη των δικτύων συνεργασίας επιδιώκεται η άσκηση ελέγχου με συντονισμό από τα κάτω, με απώτερο στόχο τη "συνεργασία για τον ανταγωνισμό". Η Robertson, s. (2003: 77) με ιδιαίτερη έμφαση επισημαίνει ότι στην καρδιά των δικτύων "βρίσκεται ο αποκομμένος και ανέστιος εκπαιδευτικός, ο οποίος στερείται συνδικαλιστικής αντιπροσώπευσης. Αυτές οι εξελίξεις αποτελούν σημαντικές προκλήσεις για τα ταξικά συμφέροντα των εκπαιδευτικών ως ενιαίας ταξικής μερίδας".
Εκπαιδευτικά Δίκτυα στο Διαδίκτυο
Ας έρθουμε τώρα στα λεγόμενα εκπαιδευτικά δίκτυα που αναπτύσσονται στο πλαίσιο του διαδικτύου και του Παγκόσμιου Ιστού. Μας ενδιαφέρουν, κυρίως, τα δίκτυα που προκύπτουν ως αποτέλεσμα αξιοποίησης και χρήσης δικτυακού, υπολογιστικού εξοπλισμού και λογισμικού με σκοπό την ένταξη των ΝΤΠΕ στην καθημερινή εκπαιδευτική διαδικασία. Μερικοί δε διστάζουν να μιλούν για "εκπαιδευτικές κοινότητες" (Graham, G. 1999). Πρέπει να επισημάνουμε, ωστόσο, ότι η ηλεκτρονική επικοινωνία, η συμμετοχή, ο αποκλεισμός, οι ανταλλαγές και οι σχέσεις διαμορφώνονται με κείμενα και εικόνες, η δημιουργία σχέσεων από απόσταση διαμορφώνει προϋποθέσεις που είναι εκτεθειμένες στην άσκηση δυσδιάκριτου κοινωνικού ελέγχου.
Πρόκειται για μια εξέλιξη με εκρηκτικούς δείκτες εξάπλωσης και διάδοσης. Ας σημειώσουμε ότι το διαδίκτυο αρχικά σχεδιάστηκε για στρατιωτικούς λόγους ως σύστημα επικοινωνίας με υψηλούς δείκτες ασφάλειας. Έχει εξελιχθεί σε μια μορφή επικοινωνίας που συνδυάζει τη γραφή, την εικόνα και τον ήχο. Υπό αυτή την έννοια, είναι ένας κρίκος στη μακρά εξέλιξη που άρχισε με τη γραφή. Φέρεται να υπόσχεται μεγαλύτερη ελευθερία έκφρασης κι αυτό αποτυπώνεται σ’ αυτό που λέγεται blogo-σφαιρα, φόρουμ κ.ά.
Θα αναφερθούμε παραδειγματικά στο Πανελλήνιο Σχολικό Δίκτυο του Υ-ΠΕΠΘ που χρηματοδοτήθηκε στο πλαίσιο του ΓΚΠΣ, Έργο "Οδύσσεια: Ελληνικά Σχολεία στην Κοινωνία της Πληροφορίας", δράση με τον ενδεικτικό τίτλο "Ασκοί του Αιόλου"! Προφανώς, εκείνοι που εμπνεύστηκαν τους σχετικούς τίτλους των προγραμμάτων αυτών, όπως και άλλων π.χ. "Σειρήνες", "Κίρκη", "Ναυσικά" να είχαν σαφή επίγνωση των σχετικών συμβολισμών.
Όπως διαβάζουμε στην ιστοσελίδα του γραφείου της "Κοινωνίας της Πληροφορίας":
Το ΥΠΕΠΘ έχει ξεκινήσει μια συντονισμένη προσπάθεια για την αξιοποίηση των δυνατοτήτων των ΤΠΕ και την ένταξη τους στην καθημερινή εκπαιδευτική διαδικασία. Η προσπάθεια αυτή δομείται πάνω σε τέσσερις άξονες:
• Ανάπτυξη και υποστήριξη του δικτυακού και υπολογιστικού εξοπλισμού
• Ανάπτυξη λογισμικού και ψηφιακού περιεχομένου για εκπαιδευτικούς και διοικητικούς σκοπούς (εκπαιδευτικό λογισμικό, πληροφοριακά συστήματα, διαδικτυακό περιεχόμενο κ.ά.)
• Επιμόρφωση των Εκπαιδευτικών στις Νέες Τεχνολογίες για την αξιοποίηση των παραπάνω
• Εκσυγχρονισμός της Διοίκησης
Στοχεύει στην:
• ενσωμάτωση των ΤΠΕ στην εκπαιδευτική διαδικασία
• υποστήριξη των μαθημάτων Πληροφορικής των Γυμνασίων, Ενιαίων Λυκείων και ΤΕΕ
• στήριξη όλων των γνωστικών αντικειμένων με την χρήση των Νέων Τεχνολογιών
• εξάλειψη του ψηφιακού αναλφαβητισμού και του χάσματος των ψηφιακών δεξιοτήτων
Αν επισκεφτούμε την ιστοσελίδα του Πανελλήνιου Σχολικού Δικτύου διαβάζουμε ότι:
Το Πανελλήνιο Σχολικό Δίκτυο (ΠΣΔ ) είναι το εκπαιδευτικό ενδοδίκτυο του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, που διασυνδέει όλα τα σχολεία και τους παρέχει βασικές και προηγμένες τηλεματικές υπηρεσίες. Με τον τρόπο αυτό συντελεί στη δημιουργία μίας νέας γενιάς εκπαιδευτικών κοινοτήτων, η οποία αξιοποιεί τις Τεχνολογίες της Πληροφορικής και των Επικοινωνιών στην καθημερινή εκπαιδευτική διαδικασία. Η υλοποίηση γίνεται με τη στενή συνεργασία μεταξύ του ΥΠΕΠΘ και ενός σχήματος 12 Ερευνητικών Κέντρων και Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης, με εξειδίκευση στις τεχνολογίες δικτύων και διαδικτύου.
Ο σχεδιασμός και η μέχρι σήμερα υλοποίηση του Πανελλήνιου Σχολικού Δικτύου έχει γίνει με στόχο να παρέχει χρήσιμες υπηρεσίες στο σύνολο της σχολικής κοινότητας, καλύπτοντας μεταξύ άλλων τους παρακάτω εκπαιδευτικούς στόχους:
Ø Πρόσβαση σε υπηρεσίες τηλεματικής
Ø Πρόσβαση σε εκπαιδευτικό ψηφιακό υλικό
Ø Εκπαίδευση από απόσταση, τηλεκπαίδευση
Ø Αναζήτηση πιστοποιημένα χρήσιμων πληροφοριών
Ø Ενθάρρυνση της συνεργασίας
Ø Ανταλλαγή πληροφοριών και απόψεων
Ø Διεξαγωγή θεματικών συζητήσεων, σεμιναρίων, διαλέξεων, κλπ. μέσω δικτύου
Ø Πρόσβαση σε υπηρεσίες ψηφιακών βιβλιοθηκών
Ø Συνεργασία και επικοινωνία όλων των βαθμίδων της εκπαίδευσης
Ø Επικοινωνία με ευρωπαϊκά εκπαιδευτικά δίκτυα
Ø Εξυπηρέτηση προγραμμάτων συμπληρωματικής εκπαίδευσης
Ø Δυνατότητα παροχής εκπαίδευσης σε άτομα με ειδικές ανάγκες
Ø Ενημέρωση, πληροφόρηση, ψυχαγωγία
Για να διαφυλαχθεί ο εκπαιδευτικός χαρακτήρας του δικτύου όλοι οι χρήστες του είναι πιστοποιημένα πρόσωπα ή εκπαιδευτικές ή διοικητικές οντότητες της Εκπαίδευσης. Συγκεκριμένα είναι:
Σχολεία: Έχουν δοθεί ένας ή περισσότεροι λογαριασμοί πρόσβασης σε όλα τα σχολεία της δευτεροβάθμιας και στο 92% της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης.
Διοικητικές Μονάδες: Έχουν δοθεί 2.282 λογαριασμοί πρόσβασης σε διοικητικές μονάδες.
Εκπαιδευτικοί: Παρέχεται προσωποποιημένη πρόσβαση στις υπηρεσίες του ΠΣΔ σε όλους τους εκπαιδευτικούς, ενώ η υπηρεσία dialup παρέχεται σε ευρεία κλίμακα υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις.
Μαθητές: Παρέχεται πρόσβαση μέσω των σχολικών εργαστηρίων. Πιλοτικά παρέχεται προσωπικός λογαριασμός πρόσβασης στους μαθητές της Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης των νομών Αχαΐας και Κορινθίας
Διοικητικό προσωπικό: όπως και το εκπαιδευτικό προσωπικό
Το Πανελλήνιο Σχολικό Δίκτυο προσφέρει ένα πλήρες πακέτο υπηρεσιών, δηλ:
1. Υπηρεσία διασύνδεσης σχολείων στο δίκτυο (connectivity)
2. Αυτοματοποιημένη διαδικασία εγγραφής εκπαιδευτικών και μαθητών
3. Υπηρεσία διαχείρισης χρηστών (περιβάλλον χρήστη)
4. Απομακρυσμένη σύνδεση στο δίκτυο (dialup)
5. Δικτυακή πύλη
6. Υπηρεσία διακομιστή διαμεσολάβησης (proxy/cache)
7. Ελεγχόμενη πρόσβαση στον παγκόσμιο ιστό (web filtering) και ενημέρωση για προστασία στο διαδίκτυο
8. Ηλεκτρονικό Ταχυδρομείο (Ε-mail) με προστασία από spam και ιούς
9.
Υπηρεσίες προσωπικής οργάνωσης: Ημερολόγιο (Calendar), βιβλίο διευθύνσεων
(Address Book),
λίστα εργασιών (to do lists),
σημειώσεις (notes) (webmail.sch.gr)
10. Ηλεκτρονικές λίστες επικοινωνίας (mail lists) και Βήμα Διαλόγου Εκπαιδευτικών - "Ερμής"
11. Φιλοξενία στατικών και δυναμικών ιστοσελίδων (web hosting)
12. Οδηγοί αυτόματης δημιουργίας (wizards) ιστοσελίδων
13. Υπηρεσία ηλεκτρονικών καρτών
14. Ασύγχρονη Τηλεκπαίδευση
15. Τηλεδιάσκεψη (teleconference) και πληροφοριακό σύστημα διαχείρισης τηλεδιασκέψεων, ILS server
16. Βίντεο κατ' Απαίτηση (Video On Demand )
17. Ζωντανές μεταδόσεις εκδηλώσεων (webcastsing)
18. Υπηρεσία άμεσων μηνυμάτων (instance messaging)
19. Χώροι Ανακοινώσεων
20. Χώροι Συζητήσεων
21 Ηλεκτρονικό περιοδικό
22. Υπηρεσία καταλόγου (Directory Service)
23. Γεωγραφικό Σύστημα Πληροφοριών Σχολείων - GIS
24. Τηλεφωνία μέσω δικτύου δεδομένων (Voice over IP)
25. Οnline στατιστικά στοιχεία
26. Υπηρεσία ονοματολογίας (Hostmaster/DNS)
27. Βάση δεδομένων σχολείων
28. Υποστήριξη Χρηστών (Ηelp-Desk)
Όπως χαρακτηριστικά υποστηρίζεται, το ΠΣΔ παρέχει πλήρες Πακέτο τηλε-ματικών υπηρεσιών σε 10.500 σχολεία, 2000 διοικητικές μονάδες και 35.000 εκπαιδευτικούς. Όπως αναφέρεται, σήμερα έχουν δικτυωθεί όλες οι εκπαιδευτικές και διοικητικές μονάδες της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και περίπου το 96% των Δημοτικών σχολείων (ολοκλήρωση: 2004). Μέχρι σήμερα η συνεργασία αυτή έχει διαπιστωθεί ότι εξασφαλίζει την ισότιμη κάλυψη όλων των γεωγραφικών διαμερισμάτων της χώρας και την άμεση υποστήριξη των σχολείων από φορείς που βρίσκονται δίπλα τους. Δημιουργούνται επίσης καλές συνθήκες για τη δημιουργία και την εδραίωση ισχυρών σχέσεων συνεργασίας μεταξύ των φορέων όλων των βαθμίδων της εκπαίδευσης, ενώ εξασφαλίζεται και η μεταφορά τεχνογνωσίας προς τις μόνιμες δομές του ΥΠΕΠΘ, συντελώντας έτσι στη βιωσιμότητα και τη μονιμότητα των επιχειρούμενων παρεμβάσεων.
Σημαντική προειδοποίηση:Το ΠΣΔ δεν ευθύνεται για περιεχόμενο που εμφανίζεται στην ιστοσελίδα και προέρχεται από άλλους χρήστες ή από άλλες εξωτερικές πηγές
Τα στοιχεία και το υλικό που εμπεριέχονται σε αυτόν τον δικτυακό τόπο παρέχονται στην βάση του "ως έχει" ("as is") και "ως διατίθενται" ("as available") και χωρίς καμιά απολύτως εγγύηση οποιουδήποτε είδους. Παρότι έχει καταβληθεί ιδιαίτερη προσπάθεια από τους δημιουργούς του δικτυακού τόπου ώστε τα στοιχεία που περιέχονται σ' αυτόν να είναι ακριβή κατά τον χρόνο της δημοσίευσης τους, το ΠΣΔ δεν εγγυάται την ορθότητα και την ακρίβεια των στοιχείων αυτών, τα οποία ο επισκέπτης τα χρησιμοποιεί με αποκλειστικά δική του ευθύνη. Το ΠΣΔ ουδεμία ευθύνη, άμεση ή έμμεση, φέρει για τυχόν (θετική ή αποθετική) ζημία του επισκέπτη από τη χρήση του δικτυακού τόπου του ή/και των στοιχείων που περιέχονται σ’ αυτόν.
Για την επίτευξη των στόχων του e-Europe 2005 σχετικά με την απόκτηση ευρυζωνι-κών συνδέσεων σε όλα τα σχολεία, το ΠΣΔ προχωρά στην αναβάθμιση του δικτύου πρόσβασης με την εγκατάσταση ευρυζωνικών συνδέσεων. Έτσι με τη γνωστή διαδικασία της σύνδεσης επισκεπτόμαστε το European School Network.
Όπως διαβάζουμε:
Το ΕUΝ, είναι ένας οργανισμός που σκοπό έχει να υποστηρίξει τη διδασκαλία και την μάθηση στα Ευρωπαϊκά σχολεία κυρίως μέσω των ΤΠΕ. Είναι ένας από τους αποτελεσματικότερους οργανισμούς στον ευρωπαϊκό χώρο, έχοντας επιτυχημένα υλοποιήσει εκπαιδευτικά προγράμματα σε τέσσερις περιοχές δράσης: καθοδήγηση, εξυπηρέτηση, συνεργατικότητα και ανάπτυξη. Ιδρύθηκε τον Σεπτέμβριο του 1996, όταν υπεγράφη σχετική συμφωνία μεταξύ 20 περίπου χωρών. Τα μέλη του ΕUΝ έχουν αυξηθεί από τότε σε σχεδόν 30. Η αποστολή του είναι να αυξήσει τις ευκαιρίες εκμάθησης για τους νέους Ευρωπαίους μέσω της επικοινωνίας και ενημέρωσης σε όλα τα επίπεδα, από τους μαθητές μέχρι και τα Υπουργεία Παιδείας των χωρών μελών. Ειδικότερα, οι στόχοι του είναι:
•
Να
χτίσει μια πλούσια, πολύγλωσση Ευρωπαϊκή Κοινότητα για την καινοτομία
και τη συνεργασία στην εκπαιδευτική πολιτική και την πρακτική
• Να αποτελέσει μια ευρωπαϊκή πύλη μεταξύ των εθνικών και περιφερειακών δικτύων εκπαίδευσης και των υπηρεσιών που προσφέρουν
•
Να
ενθαρρύνει την τεχνική καινοτομία, τη διαλειτουργικότητα και τα κοινά
πρότυπα και
•
Να
δημιουργήσει μια ισχυρή και αποτελεσματική ευρωπαϊκή οργάνωση που
παρέχει συνέργια και προστιθέμενη αξία σε έναν δικτυωμένο εκπαιδευτικό κόσμο.
Επιπλέον, είναι ένας οργανισμός που λειτουργεί με όρους ιδιωτικού δικαίου, στους χώρους των ΤΠΕ, της διεθνούς συνεργασίας και της εκπαιδευτικής καινοτομίας. Υπό αυτήν την έννοια, είναι σε θέση να ανταποκριθεί γρήγορα και ελαστικά στις προκλήσεις και τις ευκαιρίες που παρουσιάζονται.
Συγχρόνως όμως το EUN έχει πολύ στενές σχέσεις:
α) με τα Υπουργεία Παιδείας και τις αντιπροσωπείες των μελών του
β) με ένα μεγάλο αριθμό των ευρωπαϊκών οργάνων
γ) με επιχειρήσεις του χώρου και κυρίως
δ) με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Συνήθως, οι πολιτικές μαζικής εισαγωγής των νέων τεχνολογιών εξαντλούνται σε ζητήματα υποδομής, άσκησης στη χρήση τους και σε θέματα τεχνικής υποστήριξης. Αυτό όμως που χρειαζόμαστε, κατά προτεραιότητα, να μαθαίνουμε στο σχολείο δεν είναι πώς να χρησιμοποιούμε τις τεχνολογίες, όσο να κατανοούμε τις αλλαγές που συντελούνται: οι νέες τεχνολογίες ως αντικείμενο μελέτης και όχι ως εργαλεία χρήσης. Όπως χαρακτηριστικά υποστήριζε ο Ν. Πόστμαν, τα σημαντικά ερωτήματα είναι: "Ποιο πρόβλημα επιλύει μια νέα τεχνολογία; Ποιανού είναι αυτό το πρόβλημα; Ποια νέα προβλήματα ανακύπτουν με την επίλυση ενός υπάρχοντος προβλήματος; Ποιες κοινωνικές ομάδες και ποιοι θεσμοί πλήττονται; Ποιες αλλαγές επέρχονται στη γλώσσα; Και, ποιος αποκτά νέα εξουσία;" (Η Καθημερινή, 11.5.2001).
Από τις σχετικές συζητήσεις πού γίνονται αυτή την εποχή στην Ελλάδα, αναφορικά με την εισαγωγή των νέων τεχνολογιών πληροφορίας και επικοινωνίας στην εκπαίδευση, προκύπτει ότι αυτές είναι αποθεωτικές. Υποβαθμίζουν τα σχετικά ζητήματα και τα προβάλλουν ως θέματα κυρίως τεχνικά και πρακτικά, που παρόλα αυτά, μπορούν και δημιουργούν υποσχέσεις και προσδοκίες. Δε γίνεται, συνήθως, λόγος για νέες μορφές κοινωνικής διάκρισης, ανισότητας (Flecha, R.,1999) και ψηφιακού χάσματος. Το ζήτημα, ωστόσο, δεν είναι απλά αν οι μαθητές/τριες μπορούν να υιοθετούν προσωπικό ρυθμό μάθησης με τη χρήση των νέων τεχνολογιών, αλλά κυρίως πώς αλλάζουν οι αντιλήψεις για το μαθητή, για το σχολείο, τη γνώση κ.ά, και ποιο είναι το νέο περιεχόμενο τους.
Θα χρειασθεί να διερευνήσουμε ερωτήματα όπως: πώς αναγνώστες με διαφορετικές υλικές, κοινωνικές και πολιτισμικές προϋποθέσεις αξιοποιούν και αντιδρούν σε διάφορες μορφές πληροφοριακού περιβάλλοντος: ποια εμπόδια συναντούν και ποιες μορφές χρήσης ευνοούν ποια μορφή μάθησης. Ένα υπέρ-κειμενικό σύστημα δεν προσφέρεται με τον ίδιο τρόπο σε όλους. Το τεχνολογικό περιβάλλον μάθησης δεν είναι με τον ίδιο τρόπο φιλικό προς όλους. Λαμβάνοντας υπόψη το κόστος υποδομής για πρόσβαση στο διαδίκτυο, θα έχουν τη δυνατότητα όλοι οι μαθητές και μαθήτριες να έχουν πρόσβαση με δημόσια δαπάνη ή θα έχουν αυτή τη δυνατότητα μόνο με ιδιωτική συνδρομή; Πιο συγκεκριμένα, θα έχουν τα δημόσια σχολεία στις διάφορες περιοχές της χώρας ίσες ευκαιρίες πρόσβασης σε τέτοιο σύστημα; Ποιοι μαθητές/τριες θα έχουν πρόσβαση σ’ αυτά;
Πέρα απ αυτό, οι ΤΠΕ στην εκπαίδευση προϋποθέτουν τη μετατροπή της γνώσης σε πληροφορία και την προσφορά της σε "πακέτα" που μπορούν με ευχέρεια να μεταφερθούν ή να αποθηκευθούν. Συμπληρωματικά σε αυτά έρχεται και η προσφορά της γνώσης με εικόνες και ήχους (υπερμέσα). Έτσι, έχουμε την κυριαρχία πληροφοριών, εικόνων και ήχων. Κεντρική θέση σε όλη αυτή την υπόθεση έχει το υπερ-κείμενο. Το Υπέρ-κείμενο είναι ένα πληροφοριακό περιβάλλον στο οποίο επιμέρους πληροφορίες συνδέονται μεταξύ τους. Είναι ένα σύστημα οργάνωσης πληροφοριών που μπορούν να συνυπάρχουν με την ενεργοποίηση συνδέσμων, συνδέσεων και κόμβων. Και, βέβαια, δεν είναι απλώς ένα διαφορετικό εργαλείο οργάνωσης της πληροφορίας. Η δομή του επηρεάζει και το είδος πληροφοριών που οργανώνει και το είδος ανάγνωσης που μπορεί κανείς να κάνει. Αυτό εγείρει ερωτήματα σχετικά με τη γνώση. Επειδή η γνώση προσαρμόζεται σε μια συγκεκριμένη οργάνωση πληροφοριών, οποιαδήποτε νέα μορφή οργάνωσης παραπέμπει σε άλλες μορφές και ορισμούς γνώσης. Στο βαθμό, βέβαια, που το υπέρ-κείμενο εμπεριέχει τη δυνατότητα και να επιβάλει μοτίβα οργάνωσης πληροφοριών και να διευκολύνει το χρήση, ώστε να διαμορφώνει νέα εναλλακτικά μοτίβα οργάνωσης, το υπέρ-κείμενο αμφισβητεί την παραδοσιακή διάκριση ανάμεσα στην πρόσβαση και στην παραγωγή νέας γνώσης. Υπάρχει έτσι κι αλλιώς σχέση αλληλεπίδρασης ανάμεσα στη δομή ενός κειμένου/υπέρ-κειμένου και στις στρατηγικές που προκαλεί για ανάγνωση.
Το υπέρ-κείμενο, πέρα από την οργανωτική του μορφή, έχει και περιεχόμενο. Είναι σημαντικό να ανιχνεύουμε κάθε φορά ποιο είναι το περιεχόμενο που περιλαμβάνεται σε ένα υπέρ-κειμενικό σύστημα και ποιο αποκλείεται. Τα υπέρ-κείμενα μπορούν να αποβούν μια απελευθερωτική καινοτομία ή ένα ισχυρό εργαλείο ιδεολογικής ηγεμονίας, χειραγώγησης και ελέγχου. Το υπέρ-κείμενο λόγω της περιπλοκότητάς του, της συνολικότητάς του και της πολυμέρειας του, αποκρύπτει αποτελεσματικότερα τις αποσιωπήσεις και τους αποκλεισμούς. Οι σχεδιαστές των υπέρ-κειμένων είναι σε θέση να ελέγχουν το περιεχόμενο και την πρόσβαση στην πληροφορία με τρόπους που είναι δυνάμει λιγότερο δημοκρατικοί και περισσότερο λογοκριτικοί και ηγεμονικοί, απ' όσο είναι τώρα πιθανό με απλούστερα συστήματα πληροφόρησης.
Έτσι, με τις ΤΠΕ έχουμε την πιο τυπική έκφανση εμπορευματοποίησης της γνώσης. Η γνώση προσαρμόζεται στις ανάγκες και στις δυνατότητες των ΤΠΕ για να μπορεί να αποθηκευτεί και να αποτελέσει αντικείμενο πλοήγησης. Το πληροφοριακό υλικό του Παγκόσμιου Ιστού είναι οργανωμένο γύρω από πηγές πληροφόρησης, λέξεις, πίνακες, στατιστικές, δεδομένα κ.α. Αυτό δημιουργεί συνθήκες που ευνοούν την ανάπτυξη καταναλωτικών μορφών συμπεριφοράς μπροστά στη
γνώση. Ο καταναλωτικός προσανατολισμός σε συνδυασμό με τη φιλικότητα προς το χρήση μπορεί να μετατρέψει τον Ιστό σε εφιαλτικό εργαλείο για χειραγώγηση.
Η γνώση δηλαδή, για να γίνει ψηφιακή-υπερμεσική, υφίσταται σημαντικές αλλοιώσεις. Αυτές οι αλλοιώσεις, με τη μορφή εικόνων και κατακερματισμένων πληροφοριών, παρεμβαίνουν ανάμεσα στους μαθητές χρήστες του Διαδικτύου και την κοινωνική πραγματικότητα και προβάλλουν μια φορμαλιστική εκδοχή της.
Κι εδώ η συνάρθρωση της φιλολογίας για την "κοινωνία της γνώσης" και την "κοινωνία της πληροφορίας" έρχεται να ισχυροποιήσει την προώθηση αυτής της αντίληψης. Η πληροφορία προβάλλεται ως γνώση. Δεδομένου ότι το αντικείμενο των νέων τεχνολογιών είναι η "πληροφορία", δηλαδή η παραγωγή, η οργάνωση της και η διάχυση της, οι όποιες αλλαγές σ’ αυτά συνεπιφέρουν αλλαγές στους "τρόπους με τους οι άνθρωποι κατανοούν αυτά που μπορούν να κάνουν, αυτά που θέλουν να κάνουν, και αυτά που νομίζουν ότι χρειάζονται να κάνουν" (Βurbules, Ν., et al.,1999). Η πανηγυρική αποδοχή της "κοινωνίας της πληροφορίας" δε βοηθάει στην κατανόηση των νέων ζητημάτων ελέγχου της. Η τυπογραφία, βέβαια, είχε συνδεθεί την εποχή της πρώτης ανάπτυξης της με την έκρηξη της πληροφορίας. Ωστόσο, υπήρχαν θεσμοί, όπως το σχολείο και η οικογένεια, που λειτουργούσαν ως μηχανισμοί ελέγχου των πληροφοριών.
Σήμερα, η πληροφόρηση μας κατακλύζει ή είναι διαθέσιμη για "ανάκληση". Μήπως όμως έχει αποσυνδεθεί η πληροφόρηση από το νόημα, το σκοπό και τη θεωρία, με αποτέλεσμα να καθίσταται μάλλον πηγή σύγχυσης, παρά προϋπόθεση ενημέρωσης και κατανόησης; Η πλημμυρίδα της πληροφορίας εξαντλεί την απορροφητική μας ικανότητα, τη συγκέντρωση της προσοχής και τα όρια της διαύγειας μας και μας συνθλίβει κάτω από το φορτίο μιας "εγκυκλοπαίδειας του στιγμιαίου" σε μια υπόθεση υπερπληροφόρησης. Όπως πολύ αποκαλυπτικά διευκρινίζει ο Ν. Πόστμαν (1992:80):
"Είμαστε ένας πολιτισμός πού καταναλώνει τον εαυτό του με πληροφορίες και πολλοί από μας δεν αναρωτιούνται καν πώς να ελέγξουν τη διαδικασία. Προχωράμε με την υπόθεση ότι η πληροφόρηση είναι φίλος μας, πιστεύοντας ότι οι πολιτισμοί υποφέρουν πάρα πολύ από έλλειψη πληροφόρησης, από την οποία όντως υποφέρουν. Μόλις τώρα αρχίζει να γίνεται κατανοητό ότι οι πολιτισμοί μπορεί να υποφέρουν, και μάλιστα οδυνηρά, από την πλημμυρίδα των πληροφοριών, από πληροφορίες χωρίς νόημα, πληροφορίες χωρίς μηχανισμούς ελέγχου".
Σε αυτό το νέο πεδίο των ηλεκτρονικών εκπαιδευτικών δικτύων, της νέας δημόσιας σφαίρας, της "διαδικτυακής μανίας" του κυβερνοχώρου, το ερώτημα είναι αν μπορούν να αναπτυχθούν νέοι τρόποι πρόσληψης, κριτικού τεχνολογικού εγγραμματισμού και κριτικής υπέρ-ανάγνωσης, ώστε να αποκαθηλωθούν και τα κυρίαρχα ιδεολογήματα της "κοινωνίας της γνώσης". Είμαστε σε ένα σταυροδρόμι, όπου η τεχνολογία προσφέρει από τη μια τα μέσα για τη διεύρυνση της πρόσβασης στην ανάγνωση και από την άλλη τη δυνατότητα να ευνοήσει ένα είδος ηγεμονικού συγκεντρωτισμού.
Θα χρειασθεί να εξετάζουμε τα κοινωνικά, πολιτικά, επιστημολογικά και ιδεολογικά ζητήματα που θέτει η ανάπτυξη και διείσδυση της τεχνολογίας στη διδασκαλία και στη μάθηση. Το υπέρ-κείμενο προσφέρει τη δυνατότητα για εκπαιδευτικές παρεμβάσεις κριτικής υπέρ-ανάγνωσης. Αλλά, εάν η οικεία πράξη της συμβατικής ανάγνωσης έχει συνδεθεί με υψηλά ποσοστά λειτουργικού αναλφαβητισμού σε βάρος των μη προνομιούχων κοινωνικά στρωμάτων, η υπέρ-ανάγνωση ως πράξη πρόσβασης στο διαδίκτυο πώς να μην επιτείνει την κοινωνική ανισότητα με την κατασκευή νέων μορφών αναλφαβητισμού;
Η ανάγνωση στο Διαδίκτυο
Η ανάγνωση ως πράξη προσδιορίζεται από το πλαίσιο και τις κοινωνικές σχέσεις μέσα από τις οποίες αναπτύσσεται. Σημαντικές αλλαγές σ’ αυτές τις σχέσεις συνδέονται με αλλαγές στην πράξη της ανάγνωσης (Βurbules, N. et al.. 1996).
Η πράξη της ανάγνωσης σε έναν Η/Ύ δεν είναι ίδια με την ανάγνωση βιβλίου: η ταχύτητα, οι παύσεις, η συγκέντρωση, η εμβάθυνση, το πήγαινε-έλα, η επανάληψη κ.ά. είναι διαφορετικά και αυτές οι διαφορές επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο κατανοούμε, ερμηνεύουμε και απομνημονεύουμε αυτά που διαβάζουμε. Βέβαια, μπορούμε να εντοπίζουμε και πτυχές ομοιότητας στην πράξη της ανάγνωσης στη μια και στην άλλη μορφή. Το ερώτημα, επομένως είναι να εξετάσουμε τους τρόπους με τους οποίους η οικεία πράξη της ανάγνωσης συνδέεται με την ανάγνωση στο διαδίκτυο που μπορούμε να την ονομάσουμε υπέρ-ανάγνωση (hyperreading) ή δια-ανάγνωση. Ο όγκος της πληροφόρησης στην οποία υπάρχει πρόσβαση, η ταχύτητα πρόσβασης, η δομή του διαδικτύου που είναι μια σειρά διασυνδεόμενων κειμένων ανάμεσα στα οποία κινείται κανείς κάνοντας κλικ σε ένα link-σύνδεσμο, δεν είναι ίδια όπως σε ένα συμβατικό έντυπο κείμενο.
Τα έντυπα κείμενα είναι επιλεκτικά και οριστικά. Ένα βιβλίο έχει συγκεκριμένο κείμενο που μπορεί, βέβαια, να παραπέμπει σε άλλα, αλλά για να τα συμβουλευτεί κανείς χρειάζεται να τα αναζητήσει (βιβλιοπωλείο, βιβλιοθήκη) δραστηριότητα που δεν είναι ανάγνωση, αλλά που απαιτεί ενέργεια, χρόνο και χρήμα που μπορεί κανείς να μην έχει. Στο διαδίκτυο τα υπέρ-κείμενα εμπεριέχουν κείμενα τα οποία μπορούν να είναι ποικίλης έκτασης και μπορούν να συνδεθούν με μεγάλο αριθμό κειμένων.
Σε μια υπερ-κειμενική δομή σημαντικό στοιχείο είναι ο σύνδεσμος, ο κόμβος, η σύνδεση. Οι σύνδεσμοι είναι σχεσιακές συνδέσεις που αλλάζουν, επαναπροσδιο-. ρίζουν, διευρύνουν, περιορίζουν ή εμπλουτίζουν τις πληροφορίες που προσφέρουν.
Η σημασία των συνδέσμων σε ένα υπερ-κειμενικό περιβάλλον συνήθως υποβαθμίζεται καθώς αποσιωπώνται τρεις σημαντικές τους όψεις:
1.
Όλοι οι σύνδεσμοι αν και προϋποθέτουν την ίδια λειτουργία δεν
είναι ίδιοι. Το να επιλέγεις και να ακολουθείς μια συγκεκριμένη σειρά
συνδέσεων
σηματοδοτεί μια σειρά αντίστοιχων ερμηνειών και προσλήψεων
2.
Οι χρήστες επιλέγουν συνδέσμους που ήδη είναι
δεδομένοι. Μπορούν να
κάνουν τα δικά τους υπερκείμενα αλλά, κατά βάση, συναντούν συνδέσμους
από άγνωστους συγγραφείς των οποίων τα κίνητρα, οι αντιλήψεις
και οι απόψεις είναι πέρα από τον έλεγχο τους.
3. Η σύνδεση δεν είναι απλώς σύνδεση δύο κειμένων. Οι σύνδεσμοι αλλάζουν τον τρόπο με τον οποίο το υλικό μπορεί να αναγνωσθεί.
Επομένως, οι σύνδεσμοι είναι δομικά στοιχεία του υπερ-κειμένου που προσδιορίζουν την πράξη της υπέρ-ανάγνωσης, με επιλογές εκ μέρους του αναγνώστη, για συνδέσεις και πλοηγήσεις και από αυτήν την άποψη υποδηλώνουν σχέσεις, ιεραρχήσεις, προτεραιότητες, έλεγχο στην πρόσβαση και στην πλοήγηση κλπ. Στη συμβατική γραφή και ανάγνωση έχουμε γραμμική και ιεραρχική οργάνωση της πληροφορίας και αυτά τα στοιχεία τείνουν να αλλάζουν με την χρήση υπέρ-κειμενικού υλικού.
Οι σύνδεσμοι υποδηλώνουν επιλογές, αποκαλύπτουν παραδοχές και έχουν επιπτώσεις στο είδος κατανόησης και πρόσληψης των κειμένων. Η αξιολογική επιλογή των συνδέσμων είναι, επομένως, μια κρίσιμη διαδικασία για την ανάπτυξη ενός ευρύτερου κριτικού προσανατολισμού στην υπέρ-ανάγνωση. Δεν είναι απλώς να τους ακολουθείς, αλλά να ερμηνεύεις και να κρίνεις την καταλληλότητα τους.
Φαίνεται, πάντως, ότι η υπερ-ανάγνωση στο διαδίκτυο θα κερδίσει ολοένα και περισσότερο έδαφος στην υπόθεση του "δικτυωμένου σχολείου". Όπως διαβάζουμε, “Παρίσι εναντίον Google
Ο τελευταίος φορέας του αμερικανικού ιμπεριαλισμού λέγεται Google. Οι Γάλλοι, με τη γνωστή ευαισθησία τους, οργανώνουν αντεπίθεση.
Στις 14 του περασμένου Δεκεμβρίου, η πιο δημοφιλής μηχανή ηλεκτρονικής αναζήτησης στον κόσμο ανακοίνωσε το πιο φιλόδοξο ως τώρα σχέδιο της: να μετατρέψει σε ψηφιακή μορφή 15 εκατομμύρια βιβλία από τις βιβλιοθήκες της Νέας Υόρκης, των αμερικανικών Πανεπιστημίων Μίτσιγκαν, Στάνφορντ και Χάρβαρντ, καθώς και του βρετανικού Πανεπιστημίου της Οξφόρδης. Μέχρι το 2015, κάθε ενδιαφερόμενος θα μπορεί να "ξεφυλλίσει" ηλεκτρονικά 4,5 δισεκατομμύρια σελίδες από βιβλία που έχουν εκδοθεί τα τελευταία 70 χρόνια. Η όλη επιχείρηση υπολογίζεται ότι θα κοστίσει 150 ως 200 εκατομμύρια δολάρια. Αλλά έχει ένα μειονέκτημα: όλες οι σελίδες θα είναι στα αγγλικά.
Η αντίδραση της Γαλλίας ήταν άμεση. "Υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να κυριαρχήσει πλήρως η Αμερική στις ιδέες που θα αποκτήσουν οι μέλλουσες γενιές για τον κόσμο", έγράψε στη "Μοντ" ο Ζαν-Νοέλ Ζανενέ, πρόεδρος της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Γαλλίας. "Πρέπει επειγόντως να αντεπιτεθούμε". Ο Δον Ζανενέ της Μάντσα, όπως αποκαλούν πλέον οι Γάλλοι τον 63χρονο καθηγητή, δεν έχει καμιά αμφιβολία ότι πίσω από τους δήθεν εκπαιδευτικούς σκοπούς της επιχείρησης που ανήγγειλε η Google κρύβεται ο παντοδύναμος αγγλοσαξονικός πολιτιστικός ιμπεριαλισμός. Και καλεί την Ευρωπαϊκή Ένωση να εγκρίνει το ταχύτερο ένα σχέδιο που θα προστατεύει την ευρωπαϊκή κουλτούρα από εκείνους που θέλουν να την αλώσουν.
Επειδή όμως η γραφειοκρατία των Βρυξελλών δε διακρίνεται για την ταχύτητα της, ο Ζανενέ αποφάσισε να ξεκινήσει την αντιπαράθεση με τη μετατροπή σε ψηφιακή μορφή της Βιβλιοθήκης που διευθύνει.”
(Tα Νέα, 24.2.05)
Κι αλλού:
"Βlogs: διαδικτυακά παράθυρα με θέα
Οι ιστοσελίδες αυτό παρουσίασης μετατράπηκαν σε βήμα προσωπικής έκφρασης και γνώμης, σημειώνοντας εκρηκτική αύξηση.
Μέσα στην τελευταία εικοσαετία σημειώθηκαν ορισμένες αλλαγές-σταθμοί σε επίπεδο γραφής και κειμένου: ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, υπερκείμενο, μηνύματα κειμένου μέσω κινητού. Σήμερα προστίθενται και τα blogs, που εισήλθαν στη ζωή μας, αλλά και στο Οxford English Dictionary, το οποίο ορίζει προσωρινά, τη λέξη blog ως εξής: "μια ιστοσελίδα που ενημερώνεται συχνά αποτελείται από προσωπικές παρατηρήσεις, παραθέματα προερχόμενα από άλλες πηγές κλπ., την ευθύνη της έχει συνήθως ένα άτομο και συνήθως περιέχει δεσμούς με άλλες ιστοσελίδες. Διαδικτυακό ημερολόγιο". Τα blogs δεν ταυτίζονται με τα διαδικτυακά ημερολόγια, αν και τα περιλαμβάνουν. Ξεκίνησαν ως προσωπικές "περιηγήσεις" του Διαδικτύου και σήμερα αποτελούν προσωπικές ιστοσελίδες έκφρασης και γνώμης επί παντός επιστητού, κατασκευασμένες με πανεύκολα στη χρήση τους προγράμματα, που περιλαμβάνουν δεσμούς με άλλα blogs και ιστοσελίδες, τις οποίες μπορεί να σχολιάζουν ή όχι, δημιουργούν υπο-κοινότητες μέσα στη μεγάλη κοινότητα των blogs (blogosphere) και την ακόμη μεγαλύτερη του κυβερνοχώρου, ανοίγουν συζητήσεις στις οποίες συμμετέχει όποιος θέλει και οι εγγραφές-συνεισφορές τους παρουσιάζονται συνήθως με ανεστραμμένη χρονολογική σειρά (πρώτες εμφανίζονται οι πιο πρόσφατες)".
(Η Καθημερινή, 20.3.2005)
Συμπερασματικά, θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι το "δικτυωμένο σχολείο", στο όνομα της συνεργασίας και επικοινωνίας, εμπλέκεται σε δίχτυα αρχών και διαδικασιών που κυριαρχούν στην οικονομία της αγοράς, Τα εκπαιδευτικά "δίκτυα" με την ανάδειξη νέων εξουσιαστικών μηχανισμών, την άμβλυνση των εσωτερικών ανταγωνιστικών σχέσεων, την προώθηση κριτηρίων αποδοτικότητας και αποτελεσματικότητας, την καθιέρωση νέων ιεραρχήσεων και με τη διάδοση "καλών πρακτικών" είναι το όχημα για αποτελεσματικότερη προώθηση της εναρμόνισης στο πλαίσιο μιας νεοφιλελεύθερης εκπαιδευτικής ανασυγκρότησης. Τα δικτυωμένα σχολεία με τη χρήση τεχνολογιών επικοινωνίας και ενημέρωσης είναι εν δυνάμει δίκτυα ελέγχου και επιτήρησης. Μάλλον έχουν τεθεί οι βάσεις ενός ηλεκτρονικού "πανοπτικού" δικτύου όπου τα πάντα καταγράφονται, ανιχνεύονται, ανακαλούνται και επιτηρούνται. Οι χρήστες κινδυνεύουν να νιώθουν ικανοποιημένοι ή πως δε γίνεται διαφορετικά, σε έναν παγκόσμιο ιστό κυκλωμάτων με υψηλούς δείκτες συγκεντρωτισμού, καταγραφής και εποπτείας. Οι χρήστες γίνονται ορατοί και αναγνωρίσιμοι στα διάφορα συστήματα και δίκτυα διακίνησης πληροφοριών και επιτήρησης. Από την άποψη αυτή, η προτροπή "δικτυωθείτε" μπορεί να σημαίνει και πρόσκληση για εμπλοκή στα δίκτυα της εξουσίας, της επιτήρησης και του ελέγχου. Μήπως το σύνολο αυτών των αντιφάσεων και των εξελίξεων διαμορφώνουν το πεδίο για νέα κοινωνική δυναμική με σκοπό την υπέρβαση τους; Μήπως έχουν ανοίξει οι "Ασκοί του Αιόλου";
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Ξενόγλωσση
Burbules, N. & Callister, Th. (1999), “A Post-Technocratic Policy Perspective on New Information and Communication Technologies for Education”, από την ιστοσελίδα του συγγραφέα: http://faculty.ed.uiuc.edu/burbules/ncb/papers/posttech.html
Βurbules, N. & Callister Th. (1996), Knowledge at the Crossroads: Some alternative futures of Hyper-text learning Environments, από την ιστοσελίδα του συγγραφέα: http://faculty.uiuc.edu/burbules/ncb/papers/posttech.html
Castells. M. (2000), The Rise of the Network Society, 2nd ed., Blackwell. Malden, USA.
Flecha, R. (1999), “New Educational Inequalities” in McLaren, P.(ed.), Critical Education in the New Information Age, Rowman & Littlefield Publishers, Inc., London, pp. 65-82.
ΟΕCD (1997), Sustainable Flexibility: A perspective Study on Work, Family and Society in the Information Age, PARIS,
Ελληνόγλωσση
Βοnal, Χ. & Rambal, Χ. (2003), "Στα Δίχτυα της Καθολικά παιδαγωγούμενης Κοινωνίας: Εκπαίδευση και Εκπαιδευτικοί στην Οικονομία της Γνώσης", στο Αθανασιάδης, Χ. και Πατραμένης, Α. (Επιμ.), Ευρωπαϊκή Ολοκλήρωση και Εκπαιδευτικοί, Κλαδικό Εκπαιδευτικό Ινστιτούτο ΙΝΕ ΓΣΕΕ, Αθήνα, σσ. 119-150.
Έκο, Ουμπέρτο (2001), "Επιστροφή στον Γουτεμβέργιο", Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 29 Ιουλίου 2001.
Εlliott, J. (2005), Ό εκπαιδευτικός ως μέλος μιας Δικτυωμένης Κοινότητας Μάθησης" στο Μπαγάκης, Γ. (επιμ.) Ενημέρωση και Επαγγελματική Ανάπτυξη του Εκπαιδευτικού, σελ. 42-62, Μεταίχμιο, Αθήνα.
Ευρωπαϊκή Επιτροπή (1996), Λευκό Βιβλίο για την εκπαίδευση και την κατάρτιση. Διδασκαλία και Μάθηση- Προς την Κοινωνία της Γνώσης, Υπηρεσία Επίσημων Εκδόσεων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
Γούλας, Ε. (2005), Ευρωπαϊκά Προγράμματα στην Ελληνική Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση (1995-2000), Διδακτορική Διατριβή, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων.
Γρόλλιος, Γ. (1999), Ιδεολογία, Παιδαγωγική και Εκπαιδευτική Πολιτική, Gutenberg, Αθήνα.
graham, g. (1999), Internet: μια κοινωνιολογική προσέγγιση, μτφρ. Χρ. Μαρίνου, Εκδόσεις Περίπλους, Αθήνα.
Μαυρογιώργος, Γ. (2003), "Νέες Τεχνολογίες Πληροφορίας- Επικοινωνίας και η εξ Αποστάσεως Εκπαίδευση", στον Τομέα Φιλοσοφίας Παν/μίου Ιωαννίνων, Η εξ Αποστάσεως Εκπαίδευση: Συνιστά παράδειγμα το Μάθημα της Φιλοσοφίας, Ιωάννινα, σελ. 11-18.
Πόστμαν, Ν. (1997), Τεχνοπώλιο: Η υποταγή τον πολιτισμού στην τεχνολογία, μτφρ. Κ.Μεταξά, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα.
Robertson, S. (2003), "Συγκρούσεις επανεδαφισμού: Ο χώρος, η κλίμακα και οι εκπαιδευτικοί ως επαγγελματική ομάδα", στο Αθανασιάδης, Χ., και Πατραμένης, Α. (Επιμ.), Ολοκλήρωση και Εκπαιδευτικοί, ό.π., σσ. 45-85.
Thill, G. & Warrant, F. (1999), Κείμενα Παιδείας, Ατραπός, Αθήνα.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου